«Των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν». Η Τουρκία δημιουργεί συγκρουσιακές συνθήκες στο Αιγαίο και το πολιτικό σύστημα “κοιμάται”. Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Το πολιτικό σύστημα μοιάζει εγκλωβισμένο σε μια εσωστρέφεια την ώρα που η Τουρκία κλιμακώνει συστηματικά τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αποφεύγουν να ανοίξουν μια σοβαρή εθνική συζήτηση για το εύρος και τη στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής, την ώρα που η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα σε πολιτικό, διπλωματικό και νομικό επίπεδο.
«Των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν». Η φράση αποτυπώνει με δραματικό τρόπο την εικόνα μιας χώρας που δείχνει να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις ενώ οι προκλήσεις αυξάνονται. Η επίκληση του Θουκυδίδη παραμένει επίκαιρη: οι κίνδυνοι δεν εμφανίζονται ξαφνικά, αλλά διαμορφώνονται σταδιακά μέσα από την αδράνεια, τις ψευδαισθήσεις και την έλλειψη στρατηγικής εγρήγορσης.
Η Τουρκία, μέσα από τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», δεν περιορίζεται πλέον σε ρητορικές εξάρσεις ή σε περιστασιακές προκλήσεις. Προχωρά σε μια συνολική προσπάθεια θεσμοποίησης των διεκδικήσεών της, επιδιώκοντας να μετατρέψει μονομερείς και αυθαίρετες ερμηνείες σε εσωτερικό νομικό πλαίσιο. Το νέο τουρκικό νομοθέτημα, σύμφωνα με τις αναλύσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, επιχειρεί να παγιώσει τη λογική των 6 ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο, να επαναφέρει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και να ενισχύσει τις προεδρικές εξουσίες για οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών και ΑΟΖ.
Ο στόχος της Άγκυρας είναι σαφής: να παρουσιάσει διεθνώς το Αιγαίο ως «αμφισβητούμενο χώρο» και όχι ως περιοχή όπου ισχύει πλήρως το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες. Μέσα από συνεχείς χάρτες, δηλώσεις, στρατιωτικές κινήσεις και νομικές πρωτοβουλίες, επιδιώκει να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα στη συνείδηση της διεθνούς κοινότητας. Στην ουσία, προσπαθεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην «ανάγκη διαπραγμάτευσης» επί θεμάτων που η Ελλάδα θεωρεί λυμένα.
Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας κυριαρχούν η πόλωση, οι μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και η επικοινωνιακή ατζέντα. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από πρόσωπα, κόμματα και πολιτικές ισορροπίες, ενώ τα ζητήματα εθνικής στρατηγικής περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η αίσθηση που δημιουργείται σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι ότι λείπει μια ενιαία εθνική γραμμή απέναντι στις εξελίξεις.
Πολλοί θυμούνται σήμερα την περίοδο πριν από το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, όταν οι αναφορές σε χάρτες της λεγόμενης «Μεγάλης Μακεδονίας» αντιμετωπίζονταν από αρκετούς με ειρωνεία ή αδιαφορία. Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων, η συστηματική προπαγάνδα και η διεθνής διπλωματική πίεση δημιούργησαν πολιτικά δεδομένα που τελικά επηρέασαν τις εξελίξεις. Αντίστοιχα, σήμερα η Τουρκία προβάλλει χάρτες που εμφανίζουν τεράστιες θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου ως τουρκικής επιρροής ή δικαιοδοσίας, επιδιώκοντας να νομιμοποιήσει σταδιακά τις θέσεις της.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική αντίδρασης ή αν περιορίζεται σε αποσπασματικές διπλωματικές κινήσεις και δηλώσεις. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος, η ενεργητική διπλωματία, οι διεθνείς συμμαχίες και η σταθερή προβολή των ελληνικών θέσεων με βάση το διεθνές δίκαιο αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις. Παράλληλα όμως απαιτείται και εσωτερική πολιτική σοβαρότητα, ώστε τα εθνικά ζητήματα να μην αντιμετωπίζονται μόνο υπό το πρίσμα της επικοινωνιακής διαχείρισης ή του πρόσκαιρου πολιτικού κόστους.
Η Τουρκία επενδύει στον χρόνο, στη σταδιακή μετατόπιση των ισορροπιών και στη δημιουργία τετελεσμένων. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιδρά αμυντικά ή αν θα διαμορφώσει μια σαφή και συνεκτική εθνική στρατηγική απέναντι σε έναν αναθεωρητισμό που πλέον εκδηλώνεται ανοιχτά και σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα.

