«Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτι, πάρτι από εκείνα τα παλιά…». Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Συγκλονίστηκα από την είδηση του θανάτου του Στέφανου Μπορμπόκη, αυτού του παικταρά του ΠΑΟΚ στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Οι οπαδοί ταυτιζόμαστε με τους κατά καιρούς παικταράδες της ομάδας μας. Ακόμα κι αν δεν τους έχουμε γνωρίσει από κοντά, τους νιώθουμε δικούς μας ανθρώπους, με έναν περίεργο, σχεδόν ανεξήγητο τρόπο.
Ενώ εμείς μεγαλώνουμε, εκείνοι, μέσα μας, μένουν ανέγγιχτοι από τον χρόνο. Και όταν φτάνει η είδηση του θανάτου τους, βιώνουμε ένα σοκ. Όχι μόνο για την απώλεια, αλλά για τον ίδιο τον χρόνο, αυτόν τον άχρονο χρόνο που δεν μπορούμε να μετρήσουμε.
Για όλους αυτούς τους φίλους, τους «γνωστούς» που μας σημάδεψαν, θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτι. Ένα πάρτι με τους παρόντες και τους απόντες.
Όχι με τον Τρυφώ, τον Φελίνι, τον Τσάρλι Τσάπλιν και τα άλλα καλά παιδιά, όπως τραγουδούσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Αλλά με τον Άρη, τον Σπύρο, τον Γιώργο, τον Τάσο, τον Φώτη… και τα άλλα καλά παιδιά.
Ένα πάρτι όχι από εκείνα τα παλιά, αλλά ένα πάρτι όπου ο χρόνος θα επιστρέψει και θα σταματήσει. Το χθες να γίνει σήμερα. Το παρελθόν να γίνει παρόν. Ο χρόνος να γίνει α-χρόνος.
Ο χρόνος, ο «κλέφτης», ο πανδαμάτωρ, αφήνει τα αποτυπώματά του ως αδιάψευστη μαρτυρία της πορείας του. Μια διαδρομή γεμάτη λακκούβες προς το φως.
Ίσως ο χρόνος είναι η «εικόνα» της αιωνιότητας: μια ατέρμονη σειρά διαδοχικών στιγμών, μια άπειρη ακολουθία από «νυν». Μια παράξενη και, ταυτόχρονα, καθησυχαστική κατάσταση, όπου όλες οι στιγμές, καλές και κακές, επιστρέφουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν: στον ασάλευτο, ψυχρό ωκεανό που ονομάζουμε Αιώνα. Εκεί όπου συνυπάρχουν ταυτόχρονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο», ο πατέρας του Σύμπαντος «σκέφτηκε να δημιουργήσει μια κινητή εικόνα της αιωνιότητας». Και έτσι γεννήθηκε ο χρόνος, μαζί με τον ουρανό. Και ίσως, κάποτε, να διαλυθούν μαζί. Μέχρι τότε, όμως, ο χρόνος συνεχίζει να «διαλύει» τα πάντα στο πέρασμά του. Ίσως και να παίρνει λίγη «ζωή» από όσα φθείρει.
Ο χρόνος, όπως ρέει, δεν έχει μόνο ποσότητα, έχει και ποιότητα. Κάθε στιγμή που περνά, η κλεψύδρα της ζωής χάνει έναν ακόμη κόκκο. Και η θέα αλλάζει: αλλιώς βλέπεις την κορυφή από τους πρόποδες, αλλιώς από τη μέση, αλλιώς λίγο πριν το τέλος της διαδρομής.
Αλλιώς βλέπεις τη ζωή στα 20 και αλλιώς στα 50. Όπως έχει πει ο Μπομπ Ντύλαν, «τότε είχαμε ψυχή και δεν είχαμε μυαλό, τώρα έχουμε μυαλό, αλλά δεν το λέει η ψυχή μας».
Στην αρχή, τον χρόνο τον αντιμετωπίζεις με υπεροψία. Νομίζεις ότι δεν σε αγγίζει. Η φθορά δεν σε φοβίζει.
Αργότερα, τον αντιμετωπίζεις με σεβασμό και κάποιες φορές με φόβο. Έχεις νιώσει τη δύναμή του.
«Μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος και ο μικρός», τραγουδούσε ο Νιόνιος. Κι ίσως ο χρόνος ο αληθινός να είναι η συνισταμένη όσων κάναμε και όσων δεν καταφέραμε να κάνουμε.
Το «πάρτι», αν γίνει κάποτε, δεν θα είναι το ίδιο. Ακόμα κι αν είναι όλοι εκεί.
Γιατί ο χρόνος, για μια ακόμη φορά, θα έχει κερδίσει την παρτίδα.
Και ίσως αυτό το πάρτι να γίνεται ήδη, κάθε φορά που θυμόμαστε.

