ΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι σύγχρονοι…Λουδίτες του Γιάννη Ρεβύθη

Το ξυπνητήρι πάνω στην ξύλινη καρέκλα που έκανε για κομοδίνο, χτυπούσε δαιμονισμένα, με τους δείκτες να δείχνουν πέντε τα ξημερώματα.

Ο Σπύρος άπλωσε το χέρι του και το χτύπησε με δύναμη για να το σταματήσει. Τα μάτια του όμως παρέμεναν «ερμητικά κλειστά». Η υγρασία στην υπόγεια γκαρσονιέρα του Αγίου Ελευθερίου που έμεναν, βάραινε τα κλειστά βλέφαρά τους.

Η Αθήνα της μεταπολίτευσης ξυπνούσε κι αυτή, μουδιασμένη, σαν να προσπαθούσε να συνηθίσει το φώς της ελευθερίας μετά από τα επτά χρόνια δικτατορίας, βυθισμένη στο σκοτάδι.

— Σήκω, Γιάννη… μουρμούρισε ο Σπύρος, ψάχνοντας στο μισοσκόταδο για το παντελόνι του.

Απ’ το διπλανό κρεβάτι ακούστηκε κατι σαν γρύλισμα.

— Άσε μας, ρε Σπύρο… καταστροφή είσαι.

Για τρίτη συνεχόμενη μέρα θα ξυπνούσαν από τα χαράματα για να πάνε στη δουλειά. Ούτε οικοδόμοι να ήταν, αλλά βλέπεις η ανάγκη…”το έφερε”.

Έψαχναν απο καιρό για κάνα μεροκάματο και λίγες μέρες πριν η τύχη τους είχε χαμογελάσει. Ήταν την ίδια στιγμή που το άδειο πορτοφόλι, συμβάδιζε με το άδειο στομάχι τους. Και τούς είχε σώσει… ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος.

Καθώς ο συρμός περνούσε από Περισσό, Πευκάκια, Νέα Ιωνία, Ηράκλειο, μέσα από το βρόμικο τζάμι είδαν μια μεγάλη ταμπέλα να κρέμεται στον τοίχο του εργοστασίου, που φάνταζε σαν σωσίβιο σωτηρίας…

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΑΝΕΙΔΙΚΕΥΤΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ – ΕΡΓΑΤΡΙΕΣ.

Το εργοστάσιο ήταν ένα κλωστήριο-υφαντήριο, σε ένα μεγάλο κτίριο, από τούβλο και λαμαρίνα.
Πέρασαν ενα ξύλινο υπόστεγο και όσο το πλησίαζες τόσο σε ξεκούφαινε ο εκκωφαντικός, ρυθμικός ήχος των μηχανών.

Ένας μουστακαλής επιστάτης τους υποδέχτηκε στην είσοδο ενός γραφείου κοιτάζοντας τους με παγερό βλέμμα και εξετάζοντάς τους από πάνω μέχρι κάτω.

— Για εργάτες ήρθατε; Εδώ κλώστριες ψάχνουμε, είπε μασώντας τα λόγια του.

— Για ό,τι να ’ναι ήρθαμε. Μεροκάματο ζητάμε, απάντησε ο Γιάννης με την ειλικρίνεια της απόγνωσης και της προσπάθειας να γεμίσει το άδειο στομάχι του.

Την πρώτη μέρα τής δουλειάς, ο μάστρο-Κώστας τους υποδέχτηκε και τους συνόδευσε στο εργοστάσιο. Ο χώρος ήταν αχανής, γεμάτος από μηχανές που δούλευαν ασταμάτητα και μανιασμένα. Πίσω από τις μηχανές, δεκάδες γυναίκες κάθε ηλικίας, φορώντας ομοιόμορφες στολές και μαντήλια στο κεφάλι πάλευαν με τα βαμμβακονήματα το βαμβάκι και τις κλωστές. Κάπου κάπου άφηναν για λίγο τις κλωστές και τους κοίταζαν με απορία, με ειρωνικά χαμόγελα και περιπαιχτική διάθεση.
Τότε διαπίστωσαν οτι ήταν σχεδόν οι μοναδικοί άντρες σαυτήν την πτέρυγα.

— Η δουλειά είναι απλή, φώναξε ο επιστάτης, πασχίζοντας να καλύψει τον θόρυβο. Το νήμα σπάει συνέχεια και όταν σπάσει, η μηχανή σταματάει. Τότε τρέχετε, το βρίσκετε, το περνάτε απο τις τρύπες της μηχανής, το δένετε, και το συνεχίζετε στην επόμενη μηχανή. Αν αργήσετε, τότε νεκρώνει η παραγωγή. Καταλάβατε; Πιάστε δουλειά!

Την πρώτη μέρα έτρεχαν σαν παλαβοί. Τα δάχτυλά τους, μαθημένα σε στιλούς και μολύβια, φάνταζαν τεράστια μπροστά στις μικροσκοπικές τρύπες των κλωστών. Οι γυναίκες δίπλα τους δούλευαν ασταμάτητα με μηχανικές κινήσεις, σχεδόν χωρίς να κοιτάζουν, ρίχνοντάς τους πότε-πότε χαιρέκακες ματιές.

Αυτό που δεν άντεχαν τα δύο αγόρια δεν ήταν ούτε η ορθοστασία ούτε η μονοτονία, αλλά η στρατιωτική πειθαρχία του επιστάτη. Ούτε το κεφάλι δεν τους άφηνε να σηκώσουν χωρίς παρατήρηση.

Έφθασε η τρίτη μέρα και ο Σπύρος είχε την φαεινή ιδέα.

Καθώς πάλευε με ένα νήμα να το περάσει από τήν τρύπα, γύρισε το κεφάλι του και είδε τον Γιάννη να προσπαθεί κι αυτός πιο πέρα. Ανάμεσά τους δεκάδες κλωστές έτρεχαν ήσυχα. Ο επιστάτης ήταν στην άλλη άκρη.

Με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του, ο Σπύρος έκοψε την μια κλωστή διακόπτοντας την ροή του νήματος.
Ο Γιάννης τον κοίταξε απορημένος. Ο Σπύρος του έκλεισε το μάτι και μετά, ο Γιάννης κατάλαβε και έκοψε κι εκείνος μια κλωστή παραπέρα.

Σήμανε…συναγερμός στην αίθουσα. Μία-μία οι μηχανές σταματούσαν.

Η δουλειά τους απέκτησε ξαφνικά… ενδιαφέρον. Αντί τώρα να τρέχουν για να προλάβουν τις κομμένες κλωστές, τώρα δημιούργησαν οι ίδιοι το χάος. Μικρή επανάσταση απέναντι στον θόρυβο, στην κουραστική μονοτονία, στην αυστηρή πειθαρχία.

Όταν αποκαταστάθηκε η ροή της γραμμής παραγωγής οι τεχνικοί έψαχναν να βρουν τα αίτια της βλάβης αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αυτο που τούς παραξένεψε ιδιαίτερα ήταν το γεγονός που αυτή την ημέρα η ίδια “βλάβη” παρουσιάστηκε άλλες δύο φορές.

Το επόμενο πρωινό, στο μουντό υπόγειο του Αγίου Ελευθερίου, η επανάσταση της προηγούμενης μέρας, έμοιαζε με μακρινή ανάμνηση. Το ξυπνητήρι ξανάκανε την επίθεση του, μα χωρίς αποτέλεσμα. Αυτή τη φορά τα μάτια τους δεν άνοιγαν με τίποτα, παρέμεναν κλειστά.

— Τι θα γίνει, θα πάμε, η θα χάσουμε το μεροκάματο… είπε ο Σπύρος, χωρίς όμως να δείχνει κι αυτός καμιά ιδιαίτερη διάθεση για δουλειά.

— Άσ’ το Σπύρο. Προτιμώ να πεινάω ελεύθερος, παρά να δουλεύω σκλάβος και να παλεύω με τις κλωστές. Και στο κάτω-κάτω, τις κόβαμε πιο γρήγορα απ’ ό,τι τις δέναμε, απάντησε ο Γιάννης.

Ο Σπύρος αναστέναξε και γύρισε από το αλλο πλευρό. Ούτε εκείνος ήθελε να ξαναμυρίσει τη βαμβακόσκονη και το μηχανέλαιο.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα έχοντας ως σύμμαχο τους τον ύπνο, απέναντι στο…άδειο στομάχι. Ώσπου …ήρθε το πολυπόθητο Σάββατο, ημέρα πληρωμής στα εργοστάσια. Σηκώθηκαν απο νωρίς, φόρεσαν τα «καλά» τους, τα μοναδικά που είχαν, και μπήκαν στον ηλεκτρικό.

Το εργοστάσιο παρέμενε εκεί, το ίδιο θορυβώδες και βλοσυρό, μα εκείνοι το κοιτούσαν και περνούσαν την είσοδο, σαν βετεράνοι του πολέμου που επιστρέφουν για να πάρουν τα παράσημά τους.

Το λογιστήριο βρισκόταν σε ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο δίπλα στην είσοδο. Πίσω από το ξύλινο γραφείο, καθόταν ένας λιπόσαρκος λογιστής με τόσο χοντρά γυαλιά που τα μάτια του έμοιαζαν με καρφίτσες.

— Τι θέλετε εσείς εδώ; ρώτησε κοφτά.

Ο Σπύρος, ψύχραιμος, έκανε ένα βήμα μπροστά.

— Δουλέψαμε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη. Ήρθαμε για το μεροκάματο.

— Α, οι δύο κλώστριες! Τρείς μέρες ήσασταν εδώ και φέρατε την καταστροφή, θέλετε και λεφτά; μουρμούρισε. Έψαξε τα χαρτιά του, αγανακτισμένος, και στο τέλος έριξε δυο πεντακοσάρικα κάτω από το τζάμι.

— Πάρτε τα και υπογράψτε.

Τα πήραν σχεδόν με ευλάβεια βγήκαν στον ήλιο, αλληλοκοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν πλατιά.

— Σήμερα, θα φάμε σαν βασιλιάδες! είπε ο Γιάννης, υψώνοντας το χαρτονόμισμα.

Τα πεντακόσια φράγκα βάραιναν τις τσέπες τους.
Δεν ήταν μόνο το μεροκάματο σκεφτόταν, ήτανε η εκδίκηση, η απόδειξη επιβίωσης στη ζούγκλα της μεταπολιτευτικής Αθήνας.

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν διηγούνταν την ιστορία, επέμεναν πως εκείνες οι τρεις μέρες στο κλωστήριο ήταν η δική τους μικρή εξέγερση.

— Εμείς φίλε ελεγαν, είμαστε απόγονοι των Λουδιτών της βιομηχανικής επανάστασης. Ξερετε, αυτούς τους εργάτες που στον 18ο αιώνα, στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία, φοβούμενοι μηπως οι μηχανές τους στερήσουν τις δουλειές τους, τις κατέστρεφαν.

Μόνο που εκείνοι είχαν όραμα. Εμείς… απλώς βαριόμασταν. Αυτοί άφησαν ιστορία ενω εμείς αφήσαμε κάτι κομμένες κλωστές και τρία μεροκάματα. Αλλά τουλάχιστον φάγαμε.

Σίγουρα όμως για τα δύο παιδιά στην Αθήνα της μεταπολίτευσης, αυτό ήταν αληθινή επανάσταση.