Μία κυριακάτικη συζήτηση για την Πόλη μας. Του Γιάννη Ρεβύθη
Είναι πέντε η ώρα το απόγευμα και η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας αρχίζει σιγά σιγά να γεμίζει. Ο ήλιος ετοιμάζεται να δύσει πίσω από τα βενετσιάνικα κτίρια, αποχαιρετωντας το νησι του Βιδο, τα καντούνια της Παλιάς Πόλης γεμίζουν απο κόσμο και τα τραπέζια της πλατείας περιμένουν τους επισκέπτες της πόλης. Κανείς από τους ντόπιους η ξένους περαστικούς που περπατούν αμέριμνοι, δεν φαντάζεται ότι πίσω από αυτή την εικόνα ηρεμίας κρύβεται ένας κλάδος που βράζει.
Ο Νίκος Λάτσας έχει το καφέ-μπαρ του στην κατω πλατεία εδώ και πολλά χρόνια. Ξέρει το κάθε καντούνι, το κάθε πρόσωπο στη γειτονιά, την κάθε γωνιά αυτής της πόλης.
Δίπλα του, ο Γιάννης Βλάχος, που κρατά ανοιχτό το εστιατόριό του στην καρδιά της Παλιάς Πόλης, με την ίδια επιμονή και την ίδια φροντίδα που κρατούν οι παλιές πόλεις τα μυστικά τους. Και οι δύο είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Εστίασης Κέρκυρας. Και οι δύο τους υπέγραψαν χωρίς δισταγμό την απόφαση της γενικής τους συνέλευσης για το κλείσιμο των επιχειρήσεων εστίασης στις 21 Μαΐου ημέρα εορτασμού της Ένωσης της Επτανήσου.
Τους συνάντησα, είναι μαζί καθισμένοι στην άκρη του μαγαζιού, δείχνουν λίγο κουρασμένοι, αλλά ταυτόχρονα πολύ αποφασισμένοι, ανοιξαμε το κινητό για την ηχογράφηση της συζήτησης και ξεκινάμε τη συζήτηση.
– Νίκο, ας ξεκινήσουμε από σένα. Πόσα χρόνια έχεις αυτό το καφέ στην πλατεία και τι σε έκανε να πάρεις μέρος σε μια τόσο δυναμική κίνηση;
– Νίκος: Έχω μεγαλώσει σε αυτόν τον κλάδο, μέσα σε αυτή την επιχείρηση σε αυτό τον κλάδο, αυτή είναι η ατυχία μου (χαμογελά). Ξέρεις δεν είναι απλώς η δουλειά μου, είναι μέρος της ζωής μου και της ζωής αυτής της πόλης. Και ακριβώς γι’ αυτό “τρέχω” με τους συναδέλφους, δεν μπορώ πλέον να σωπαίνω.
Δουλεύουμε σε έναν χώρο που τον υπεραγαπώ, τον συντηρώ, τον σέβομαι, καθημερινά τον φροντίζω. Πληρώνω τέλη, εισφορές, ό,τι πρέπει, τηρώ ό,τι μου ζητούν. Αλλά δυστυχώς την ίδια στιγμή βλέπω δίπλα μου πράγματα που δεν στέκονται. Βλέπω κοινόχρηστους χώρους να καταλαμβάνονται χωρίς να πληρώνουν τέλη, οχήματα να σταθμεύουν πάνω στα πεζοδρόμια, και κανείς να μη λέει τίποτα. Εμένα, αν παραβώ έστω έναν κανόνα, το πρόστιμο είναι αμέσως εκεί.
Σου προτείνω να δείς τι γίνεται με τις τέντες. Νομίζεις ό,τι ισχύουν για τα άλλα μαγαζιά άλλων κλάδων, ότι ισχύει με τα καταστήματα εστίασης; Όχι βέβαια. Κάποτε όμως φτάνεις σε ένα σημείο και λες, φτάνει, έως εδώ.
– Γιάννη, εσύ έχεις εστιατόριο στην Παλιά Πόλη, μια περιοχή με ιδιαίτερες απαιτήσεις λόγω UNESCO. Πώς βιώνεις αυτή την καθημερινότητα;
– Γιάννης: Η Παλιά Πόλη είναι ένα μνημείο και αυτό το αισθάνομαι κάθε μέρα ως προνόμιο, ως ένα σπουδαίο περιουσιακό στοιχείο γι αυτό και το πονάω. Αλλά είναι και ένα μέρος, όπου κάθε κίνησή σου, αν βέβαια διατηρείς κατάστημα εστίασης, περνά από κόσκινο. Για να βάλω τρία τραπέζια έξω, χρειάζομαι γνωμοδότηση της Εφορείας Αρχαιοτήτων, έγκριση του Δήμου, μια σειρά από γραφειοκρατικες διαδικασίες που μπορεί να κρατήσουν μήνες. Και αν η έγκριση αργήσει, όχι επειδή εγώ δεν έκανα κάτι, αλλά επειδή η υπηρεσία δεν πρόλαβε, παίρνω πρόστιμο. Αυτό δεν είναι νομιμότητα. Είναι παγίδα.
Και επειδή μιλάμε για Πόλη τής UNESKO. Οι κανόνες για την προστατευόμενη Πόλη ισχύει επιλεκτικά.
Πήγαινε μια βόλτα στο Καμπιέλο. Εκει που έχει γίνει ένα απέραντο parking, εκεί που οι κεραίες με τα καλώδια έχουν αντικαταστήσει τα παλιά σκοινιά για το απλωμα των ρούχων, εκεί που τα air condition έχουν καλύψει άναρχα τους τοίχους.
– Νίκο, η Ένωση σας μιλά για «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Μπορείς να μας δώσεις ένα παράδειγμα που αισθάνεσαι ότι σε έχει αδικήσει προσωπικά;
– Νίκος: Κοίτα, δεν θέλω να κατονομάσω κανέναν γιατι δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Αλλά έχω δει με τα μάτια μου καταστήματα να λειτουργούν σε χώρους για τους οποίους δεν υπάρχει νόμιμη αδειοδότηση εδώ και καιρό. Κι εγώ, για ένα μέτρο τέντα η ένα τραπεζάκι παραπανίσιο στον εξωτερικό χώρο, να βρίσκω δικαστικό έγγραφο. Δες λιγο τι γίνεται με την πυροσβεστική. Ενοχλούν ενδεχομένως τα λίγα τραπεζοκαθίσματα που μαζεύονται τη νύχτα, σε περίπτωση πυρκαγιάς και την ίδια στιγμή στην Παλιά Πόλη από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεν περνάει ουτε κουνούπι, όχι πυροσβεστικό αυτοκίνητο. Αυτή η ανισότητα δεν αφορά μόνο εμάς, αφορά όλους μας, δείχνει το κατά πόσο υπάρχει πραγματικά κράτος δικαίου στην πόλη μας.
– Γιάννη, κάποιοι λένε ότι η εστίαση «στενάζει» κάθε χρόνο αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Γιατί αυτή η φορά να είναι διαφορετικά, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα αλλάξουν τώρα;
– Γιάννης: Έχω ακούσει κι εγώ αυτή την κριτική και την καταλαβαίνω. Αλλά αυτή τη φορά κινούμαστε διαφορετικά. Δεν βγαίνουμε με αόριστα παράπονα, έχουμε πέντε συγκεκριμένα αιτήματα.
Αναθεώρηση του Κανονισμού Αστικής Λειτουργίας που είναι του 2012 και είναι ξεπερασμένος, ζητάμε νόμιμη αδειοδότηση στο Άλσος Γαρίτσας, ισότιμη μεταχείριση από την ΕΦΑ, κατάργηση των εξοντωτικών προστίμων και σαφές πλαίσιο για τη μουσική.
Αυτά δεν είναι ευχές συνεχίζει, είναι απαιτήσεις με όνομα και διεύθυνση. Και να μην ξεχνάμε έχουμε νέο Δήμαρχο που τώρα εχει πλέον ενημερωθεί και πιστεύω ότι βλέπει με θετικό μάτι τα αιτήματα μας.
Ξέρουμε, οτι θέλει να δοθεί λύση, άλλα είναι εγκλωβισμένος σε μια διαδικασία που δεν ελέγχει. Δες τι έγινε με το νέο κατάστημα “ΖΗΣΙΜΟΣ” που ανέστειλε τη λειτουργία του, γιατί σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων δεν πληρεί τους όρους.
– Νίκο, στις 21 Μαΐου τα τραπέζια σου θα είναι άδεια. Τι θα νιώθεις;
– Νίκος: (χαμογελά ελαφρά) Θα νιώθω περήφανος. Όχι βέβαια. Ξέρω ότι χάνω έσοδα εκείνη την ημέρα. Ξέρω ότι μπορεί κάποιος πελάτης να απογοητευτεί. Αλλά υπάρχουν στιγμές που η αξιοπρέπεια έχει μεγαλύτερη αξία από την ταμειακή μηχανή. Το κλείσιμο αυτό, ίσως είναι η πιο δυνατή φωνή που έχουμε αυτή τη στιγμή.
– Γιάννη, τελευταία ερώτηση. Τι θέλετε να καταλάβουν οι Κερκυραίοι, τι θέλετε να μείνει στους κατοίκους της Κέρκυρας από αυτή την κινητοποίηση;
– Γιάννης: Ότι δεν είμαστε εναντίον της πόλης αντιθέτως είμαστε μέρος της για να μην πω η καρδιά της. Ότι η εστίαση δεν είναι ένας κλάδος που κλαίγεται, είναι ένας κλάδος που τρέφει οικογένειες, που κρατά ζωντανή την Παλιά Πόλη, που δίνει στον τουρίστα λόγο να μείνει παραπάνω. Ζητάμε δικαιοσύνη. Ζητάμε ισονομία. Ζητάμε σεβασμό. Νομίζω ότι αυτά δεν είναι πολλά για τους αγώνες που δίνουμε.
Η συζήτηση κλείνει.
Ο Νίκος σηκώνεται να υποδεχτεί έναν πελάτη. Ο Γιάννης κοιτά για μια στιγμή τα Ανάκτορα με το παλαιό φρούριο απέναντι.
Στις 21 Μαΐου, και οι δύο θα έχουν κλειστή την πόρτα των μαγαζιών τους, για να ανοίξει ελπίζουν κάτι άλλο, ίσως ενα παράθυρο στο μέλλον του κλάδου τους και των παιδιών τους.

