Αντιδράσεις στον θαλάσσιο τουρισμό για τα νέα ναύδετα. Μεγάλος κίνδυνος για τον όρμο της Γαρίτσας
Νέο κύμα ανησυχίας προκαλεί στον ελληνικό θαλάσσιο τουρισμό η εφαρμογή της υπουργικής απόφασης 3000 για τα ναύδετα, με φορείς του κλάδου να προειδοποιούν ότι το νέο πλαίσιο ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρές επιπτώσεις σε μια αγορά που ήδη δοκιμάζεται από αυξημένα λειτουργικά κόστη και διεθνείς πιέσεις.
Η απόφαση καθορίζει τους όρους και τις διαδικασίες για την τοποθέτηση και εκμετάλλευση ναύδετων στις ελληνικές θάλασσες, ωστόσο εκπρόσωποι της αγοράς εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε. Όπως υποστηρίζουν, η διαδικασία προχώρησε χωρίς επαρκή διαβούλευση με τους επαγγελματίες του χώρου, ενώ αρκετές από τις προβλέψεις της δημιουργούν προβληματισμό για το πώς θα επηρεαστεί η λειτουργία των σκαφών αναψυχής και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται γύρω από αυτά.
Σύμφωνα με ανθρώπους του κλάδου, ο βασικός φόβος είναι ότι οι νέοι περιορισμοί θα μειώσουν την ευελιξία των σκαφών και θα οδηγήσουν αρκετούς ιδιοκτήτες ή εταιρείες να επιλέξουν άλλους προορισμούς στη Μεσόγειο. Σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για θέσεις ελλιμενισμού παραμένει ιδιαίτερα αυξημένη και οι διαθέσιμες υποδομές συχνά δεν επαρκούν, η πιθανότητα περιορισμού της παραμονής των σκαφών στην Ελλάδα προκαλεί έντονο προβληματισμό.
Οι εκπρόσωποι της αγοράς επισημαίνουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον κλάδο των yacht και των σκαφών αναψυχής, αλλά συνολικά την οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται με τον θαλάσσιο τουρισμό. Τυχόν μείωση της παρουσίας σκαφών στις ελληνικές μαρίνες και στα νησιά θα επηρεάσει άμεσα τις μαρίνες, τα πληρώματα, τους ναυτικούς πράκτορες, τις εταιρείες τροφοδοσίας, την τοπική εστίαση, αλλά και δεκάδες μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από την τουριστική κίνηση στη θάλασσα.
Κατά τη διάρκεια σχετικών συναντήσεων φορέων του κλάδου, έγινε αναφορά και σε παραδείγματα άλλων χωρών, όπως η Γαλλία, όπου αντίστοιχα μέτρα – σύμφωνα με τους επαγγελματίες – οδήγησαν σε αρνητικές συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα του θαλάσσιου τουρισμού και στη μεταφορά μέρους της δραστηριότητας σε άλλες περιοχές της Μεσογείου.
Η χρονική συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη για τον κλάδο. Οι επιχειρήσεις καλούνται ήδη να διαχειριστούν το υψηλό κόστος καυσίμων, τη γεωπολιτική αβεβαιότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τις συνέπειες από το παρατεταμένο κλείσιμο της Διώρυγας της Κορίνθου, που έχει επηρεάσει σημαντικά τις θαλάσσιες διαδρομές και τη λειτουργία πολλών επαγγελματικών σκαφών.
Για τον λόγο αυτό, οι φορείς ζητούν από την Πολιτεία μια πιο ισορροπημένη και στρατηγική προσέγγιση. Όπως τονίζουν, η προστασία του περιβάλλοντος και η καλύτερη οργάνωση των αγκυροβολίων αποτελούν αναγκαίους στόχους, ωστόσο απαιτούνται λύσεις που δεν θα υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας σε έναν τομέα που αποτελεί βασικό πυλώνα του τουρισμού και της νησιωτικής οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει έντονος προβληματισμός αν το προωθούμενο σχέδιο νόμου, εφόσον ψηφιστεί και γίνει νόμος του κράτους βρει εφαρμογή και στον όρμο της Γαρίτσας με την εκμετάλλευση του από ιδιώτες, αφού αποκλείεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

