Η Αυταπάτη του Αντι-Τεχνοκρατισμού: Γιατί η Αγνόηση του Κόστους-Οφέλους Οδηγεί στον Μαρασμό των Αξιών Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης
Στη αυτάρεσκη δοκησισοφία των ημερών μας ανακυκλώνεται απανωτά μια επιδερμικά χαριτωμένη αλλά βαθύτατα προβληματική θεωρία: η ιδέα ότι η ανθρωπότητα έχει παγιδευτεί σε ένα στεγνό, ορθολογικό μοντέλο ύπαρξης, όπου τα πάντα μετριούνται με βάση τη χρησιμότητα, την υλοποίηση και, κυρίως, την οικονομική στενότητα. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, η διαρκής ενασχόληση με τους περιορισμούς των πόρων αποτελεί ένδειξη πολιτισμικής κατάπτωσης. Οι θιασώτες αυτής της άποψης υποστηρίζουν ότι αν μια κοινότητα ανθρώπων εστιάζει υπερβολικά στα όρια των δυνατοτήτων της, θυσιάζει τις ανώτερες αξίες της, όπως την αναζήτηση της αλήθειας, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πνευματική δημιουργία.
Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση πάσχει από έναν καραμπινάτο λογικό και οικονομικό αναλφαβητισμό. Στην προσπάθειά της να υπερασπιστεί τα ευγενή ιδανικά, υποπίπτει σε μια σοβαρή πλάνη: αντιμετωπίζει τη σωστή διαχείριση των δαπανών ως εχθρό της προόδου, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί τη μοναδική υλική βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί οποιοσδήποτε πολιτισμός. Η περιφρόνηση της πρακτικής βιωσιμότητας δεν συνιστά δείγμα ανώτερης πνευματικότητας, αλλά μια επικίνδυνη ουτοπία που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνικής ευημερίας.
Η Λογική της Βελτιστοποίησης ως Απελευθερωτική Δύναμη
Η πρώτη και πιο βασική παρερμηνεία των επικριτών του ορθολογισμού εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη σχέση ανάμεσα στους στόχους και τα μέσα μιας κοινωνίας. Υποστηρίζεται συχνά ότι η προσπάθεια για μείωση της σπατάλης και των δαπανών εγκλωβίζει τις ανθρώπινες επιδιώξεις, μετατρέποντας τους περιορισμούς σε αυτοσκοπό. Πρόκειται για ένα σοβαρό μαθηματικό και εννοιολογικό σφάλμα.
Σε οποιοδήποτε δομημένο σύστημα, η ελαχιστοποίηση των απαιτούμενων εισροών για την επίτευξη ενός αποτελέσματος δεν αποτελεί περιορισμό, αλλά τον απόλυτο μοχλό μεγιστοποίησης της παραγόμενης αξίας. Όταν μια δομή καταφέρνει να εξοικονομήσει χρόνο, ενέργεια ή υλικούς πόρους κατά την εκτέλεση των βασικών της λειτουργιών, δεν στερείται επιλογών. Αντίθετα, δημιουργεί πλεόνασμα.
Αυτό το πλεόνασμα είναι που επιτρέπει την ανάπτυξη των τεχνών, της βασικής επιστημονικής έρευνας και της φιλοσοφίας. Αν η ανθρωπότητα δεν είχε εφεύρει τρόπους να παράγει τροφή, στέγαση και περίθαλψη με ολοένα αυξανόμενη αποδοτικότητα, το σύνολο του πληθυσμού θα ήταν ακόμα εγκλωβισμένο και μάλιστα αποκλειστικά στον καθημερινό αγώνα της απλής επιβίωσης. Η αποτελεσματική διαχείριση των ορίων είναι ο αφανής χορηγός των ανώτερων ανθρώπινων αναζητήσεων.
Η Δημιουργικότητα Μέσα από το Πρίσμα των Περιορισμών
Μια άλλη συνήθης αιτίαση είναι ότι η προσκόλληση στην αποδοτικότητα πνίγει την αυθεντική δημιουργία και μετατρέπει την κοινωνία σε έναν μηχανισμό απλής συντήρησης και διαχείρισης κινδύνων. Η ιστορική και επιστημονική πραγματικότητα, ωστόσο, αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο: οι στενότητες και τα εμπόδια αποτελούν το ισχυρότερο έναυσμα για την ανθρώπινη ευφυΐα.
Αν οι πόροι ήταν ανεξάντλητοι, δεν θα υπήρχε κίνητρο για καμία καινοτομία. Η ανάγκη να επιτευχθεί κάτι φαινομενικά αδύνατο με περιορισμένα μέσα είναι αυτή που γέννησε τις σπουδαιότερες τεχνολογικές και επιστημονικές επαναστάσεις. Από την ανάπτυξη των σύγχρονων υπολογιστικών συστημάτων, που απαίτησαν τη συμπίεση τεράστιας ισχύος σε ελάχιστο χώρο, μέχρι τις βιώσιμες ενεργειακές λύσεις που αναζητούνται σήμερα, η πρόοδος καθοδηγείται από την ανάγκη υπέρβασης των φυσικών ορίων.
Το να υποτιμά κανείς τη σημασία της ασφάλειας, της σταθερότητας και της μείωσης του ρίσκου, θεωρώντας τες ενδείξεις στασιμότητας, αποτελεί προνόμιο όσων δεν έχουν ζήσει ποτέ σε συνθήκες πραγματικής δυσπραγίας. Η σταθερή βάση που προσφέρει ένα καλά διαχειριζόμενο σύστημα είναι το απαραίτητο κρηπίδωμα για κάθε ριζοσπαστική δημιουργία.
Το Υλικό Υπόβαθρο των Ιδεατών Αξιών
Ο ρομαντικός αντι-τεχνοκρατισμός αρέσκεται να διαχωρίζει την κοινωνία σε στεγανά, τοποθετώντας από τη μία πλευρά τις «ψυχρές» διαδικασίες και από την άλλη τις «ευγενείς» αξίες, όπως τη δικαιοσύνη ή την καθαρή γνώση. Ισχυρίζεται ότι αν μια ανθρώπινη κοινότητα θέσει ως προτεραιότητα αυτές τις ιδέες, οι πρακτικοί περιορισμοί θα έπρεπε να περάσουν σε δεύτερη μοίρα.
Αυτή η θεώρηση αγνοεί την υλική πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινωνική δικαιοσύνη, για παράδειγμα, δεν υφίσταται στο κενό ως αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε αξιόπιστα νοσοκομεία, σε σύγχρονα σχολεία, σε δίχτυα ασφαλείας για τους αδύναμους και σε υποδομές που εξισώνουν τις ευκαιρίες. Όλα αυτά τα στοιχεία απαιτούν συγκεκριμένους, χειροπιαστούς πόρους για να κατασκευαστούν και να συντηρηθούν.
Μια πολιτεία που αρνείται να υπολογίσει τις παραμέτρους της βιωσιμότητας στο όνομα των ιδανικών της, πολύ σύντομα θα βρεθεί στην αδυναμία να υποστηρίξει ακόμα και τις πιο βασικές της δεσμεύσεις. Η εξ αφελείας χρεοκοπία ενός συστήματος δεν βλάπτει τις αφηρημένες ιδέες, αλλά τους πραγματικούς ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτό. Συνεπώς, η ορθολογική οικονομική και υλική διαχείριση δεν είναι ο αντίπαλος των κοινωνικών αξιών, αλλά ο μοναδικός εγγυητής της πραγμάτωσής τους.
Η Παρερμηνεία των Φυσικών Νόμων
Σε πολλές περιπτώσεις, οι πολέμιοι της τεχνοκρατικής προσέγγισης επιστρατεύουν μεταφορές από τις φυσικές επιστήμες, όπως τη θεωρία της εντροπίας, για να ισχυριστούν ότι η προσπάθεια για διαρκή έλεγχο και αποδοτικότητα είναι μάταιη ή αυτοκαταστροφική. Υποστηρίζουν ότι η φύση θέτει ανυπέρβλητα όρια και ότι η εμμονή με την οργάνωση οδηγεί σε μεγαλύτερη αταξία μακροπρόθεσμα.
Πρόκειται για μια πλήρη αντιστροφή της επιστημονικής πραγματικότητας. Ακριβώς επειδή το σύμπαν διέπεται από νόμους που ευνοούν τη διάχυση της ενέργειας και την αποδιοργάνωση, η ανάπτυξη εξελιγμένων μηχανισμών διαχείρισης είναι η μοναδική άμυνα της ζωής και του πολιτισμού. Κάθε ζωντανός οργανισμός είναι, στον πυρήνα του, ένα σύστημα που παλεύει διαρκώς να διατηρήσει την εσωτερική του τάξη καταναλώνοντας πόρους με τον πλέον αποδοτικό τρόπο.
Για την ανθρώπινη κοινωνία, η επιστημονική γνώση και η ορθολογική παρέμβαση είναι τα εργαλεία με τα οποία επιτυγχάνονται αυτές οι τοπικές νίκες απέναντι στη φυσική φθορά. Η εγκατάλειψη αυτής της προσπάθειας δεν αποτελεί απελευθέρωση, αλλά συνθηκολόγηση με την παρακμή.
Η Πλάνη της «Παρακμιακής» Ευημερίας
Το πιο οξύμωρο στοιχείο αυτών των θεωριών είναι η εύκολη χρήση του όρου «παρακμή» για να περιγραφεί ένας πολιτισμός που εστιάζει στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων. Αν κοιτάξει κανείς την πορεία της ανθρωπότητας με αντικειμενικά κριτήρια, θα διαπιστώσει ότι το μοντέλο που βασίζεται στα δεδομένα, την πρόβλεψη και τον έλεγχο των συνεπειών έχει προσφέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
Η συστηματική μελέτη των δεδομένων και η διαχείριση του κόστους-οφέλους επέτρεψαν τη ραγδαία μείωση της παιδικής θνησιμότητας, την εξάλειψη ασθενειών που μάστιζαν τον πλανήτη για αιώνες, την επέκταση του προσδόκιμου ζωής και την ανέλκυση δισεκατομμυρίων ανθρώπων από το κατώφλι της απόλυτης ανέχειας. Το να χαρακτηρίζεται αυτή η τεράστια ανθρωπιστική επιτυχία ως «προϊόν παρακμής» επειδή στηρίχθηκε σε ψυχρούς υπολογισμούς και όχι σε ποιητικάντικες διακηρύξεις, μαρτυρεί μια βαθιά έλλειψη ενσυναίσθησης για την ιστορική μοίρα της πλειονότητας των ανθρώπων.
Για να μην πολυλογούμε, η άποψη ότι η κοινωνία εγκλωβίζεται και υποδουλώνεται όταν θέτει στο επίκεντρο τη διαχείριση των υλικών περιορισμών της είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Οι πόροι του κόσμου μας είναι πεπερασμένοι και οι ανάγκες μας πρακτικά απεριόριστες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αποδοτικότητα δεν είναι μια στενή γραφειοκρατική εμμονή, αλλά η ύψιστη ηθική υποχρέωση ενός πολιτισμού απέναντι στα μέλη του.
Η άρνηση της πραγματικότητας των ορίων δεν οδηγεί σε μια πιο ελεύθερη ή πνευματική κοινωνία. Οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ασυλλόγιστη εξανέμιση και διασπάθιση, την ανισότητα και την τελική αποδιοργάνωση. Ο αληθινά προοδευτικός πολιτισμός δεν είναι αυτός που αγνοεί το κόστος και τις πρακτικές παραμέτρους της ύπαρξης, αλλά εκείνος που τις δαμάζει με επιτυχία, προκειμένου να χτίσει πάνω σε αυτές ένα στέρεο και δίκαιο μέλλον.

