ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Εγκλωβισμένοι σε έναν λαβύρινθο ιδιωτικού χρέους. Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Ξέρετε πόσο χρωστάτε;

Όλο πληρώνουμε και όλο δεν εξοφλείται τίποτα.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής στασιμότητας. Η κυβέρνηση συνεχώς μας λέει ότι νομοθετεί. Εξωδικαστικούς μηχανισμούς, ρυθμίσεις, μειώσεις οφειλών και νέες διαδικασίες διευθέτησης.

Όμως άλλα μας λένε τα στοιχεία.

Στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τα δάνεια του ιδιωτικού τομέα που διαχειρίζονται οι ΕΔΑΔΠ, οι γνωστοί servicers, και έχουν μεταβιβαστεί σε εταιρίες του εξωτερικού, το υπόλοιπο ήταν 79,738 δισ. ευρώ στο τέλος του 2021. Στο πρώτο τρίμηνο του 2022 το ποσό αυξήθηκε σε 87,661 δισ. ευρώ.

Από το τέταρτο τρίμηνο του 2022, όμως, άλλαξε η μεθοδολογία καταγραφής και δεν περιλαμβάνονται πλέον εξωλογιστικοί τόκοι και διαγραφές. Μετά την προσαρμογή αυτή, το υπόλοιπο όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά παραμένει σταθερά σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ανήλθε σε 69,466 δισ. ευρώ στο τέλος του 2023, σε 74,750 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024 και σε 80,020 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.

Την ίδια περίοδο, οι πλειστηριασμοί κινούνται έντονα.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Εφημερίδα των Συντακτών από το Παρατηρητήριο Πλειστηριασμών της Ενωτικής Πρωτοβουλίας, οι ολοκληρωμένοι πλειστηριασμοί κατοικιών και κατοικιών με οικόπεδο το 2025 ήταν 25.565. Κινήθηκαν περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2024, ήταν όμως πάνω από πέντε φορές περισσότεροι από τους 4.536 πλειστηριασμούς του 2021.

Για το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι ολοκληρωμένοι πλειστηριασμοί μειώθηκαν οριακά από 48.665 το 2024 σε 47.153 το 2025, ενώ οι γόνιμοι πλειστηριασμοί κατοικιών μειώθηκαν από 7.182 το 2024 σε 5.766 το 2025.

Άλλη ανάλυση, με στοιχεία της ReDataset και της αγοράς, εκτιμά ότι περίπου 31.600 ακίνητα βγήκαν στο σφυρί το 2023, 35.700 το 2024 και 36.000 το 2025. Οι επιτυχημένοι πλειστηριασμοί κατοικιών ήταν 4.783 το 2023, 6.891 το 2024 και 5.439 το 2025.

Οι πλειστηριασμοί πολλαπλασιάζονται και συνεχώς οι δανειολήπτες ρυθμίζουν οφειλές για να αποφύγουν καταδιωκτικά μέτρα, αλλά το συνολικό απόθεμα των δανείων σε funds και servicers δεν μειώνεται αντίστοιχα.

Άρα είτε το σύστημα τροφοδοτείται διαρκώς με νέα (παλαιά) χαρτοφυλάκια που μεταβιβάζονται, είτε οι εισπράξεις, οι κατακυρώσεις και οι ρυθμίσεις δεν αρκούν για την πραγματική απομείωση του χρέους, είτε ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας των χαρτοφυλακίων παράγει χρέος και το διατηρεί σε υψηλά επίπεδα.

Τόκοι, αναδιαρθρώσεις, νέες αναθέσεις και διαδοχικές μεταβιβάσεις δημιουργούν ένα σύστημα μέσα στο οποίο ο οφειλέτης χάνει σταδιακά κάθε πραγματική εικόνα της οφειλής του.

Ξαφνικά ξεπηδάνε οφειλές που δεν γνώριζε κανείς.

Οφειλές που είχαν μείνει για χρόνια ανενεργές, πωλούνται στο ένα δέκατο της αξίας τους, και επανεμφανίζονται τοκισμένες. Απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν από τη μία εταιρία στην άλλη παρουσιάζονται ξανά χωρίς ο οφειλέτης να γνωρίζει πάντοτε ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος, σε ποιο (ελάχιστο) ποσό αγοράστηκε και εάν έχει μεταβιβαστεί περαιτέρω.

Δεν πρόκειται, όμως, να μπούμε ποτέ σε μια σειρά, εάν δεν αποκτήσουμε πρώτα γνώση.

Ο πολίτης μπορεί να πληρώνει για χρόνια, να συμμετέχει σε ρυθμίσεις, να καταβάλλει δόσεις, να υφίσταται κατασχέσεις και να βλέπει περιουσιακά του στοιχεία να οδηγούνται σε πλειστηριασμό. Παρ’ όλα αυτά, συχνά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με σαφήνεια πόσο ήταν το αρχικό κεφάλαιο, πόσα έχει ήδη καταβάλει και γιατί η απαίτηση εξακολουθεί να εμφανίζεται σχεδόν ανεξάντλητη.

Όλο πληρώνουμε και όλο δεν εξοφλείται τίποτα.

Αυτό δεν αποτελεί μόνο ατομικό πρόβλημα του κάθε δανειολήπτη. Το ιδιωτικό χρέος είναι ένας βραχνάς που και κρατάει κάτω την ελληνική οικονομία, αλλά και κοινωνικά κρατάει τα νοικοκυριά πτωχοποιημένα και κοινωνικά χειραγωγήσιμα.

Ένας άνθρωπος που ζει καθημερινά με την απειλή της κατάσχεσης, του πλειστηριασμού και της απώλειας της κατοικίας του δεν μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του. Δεν μπορεί να επενδύσει, να καταναλώσει, να στηρίξει τα παιδιά του ή να αναπτύξει μια μικρή επιχείρηση. Το σύνολο της οικονομίας παραμένει καθηλωμένο, όταν ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας ζει εγκλωβισμένο σε μια μόνιμη κατάσταση οικονομικής ομηρίας.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο.

Τα funds εκπροσωπούν διάφορες εταιρίες με έδρα το εξωτερικό, οι οποίες έχουν εξαγοράσει ιδιωτικά χρέη στην Ελλάδα. Πρόκειται για οφειλόμενα δάνεια που δημιουργήθηκαν από τράπεζες, οι οποίες ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα των φορολογουμένων.

Οι Έλληνες πολίτες πλήρωσαν για να διασωθούν οι τράπεζες. Στη συνέχεια, τα δάνειά τους μεταβιβάστηκαν σε εταιρίες του εξωτερικού, οι οποίες απέκτησαν ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων δανείων και σήμερα διαχειρίζονται μεγάλο ποσοστό της αγοράς χρέους.

Μέσω των πλειστηριασμών, όμως, δεν διαχειρίζονται πλέον μόνο χρέη.

Διαχειρίζονται και ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κτηματαγοράς.

Κατοικίες, οικόπεδα, επαγγελματικοί χώροι, αγροτεμάχια και περιουσίες δεκαετιών μετατρέπονται σε στοιχεία χαρτοφυλακίων. Η ιδιωτική περιουσία των πολιτών περνά σταδιακά μέσα από ένα σύστημα εταιριών, διαχειριστών και επενδυτικών σχημάτων με έδρα εκτός Ελλάδας.

 Πώς είναι δυνατόν να αυξάνονται οι πλειστηριασμοί, να εισπράττονται ποσά, να κατάσχονται περιουσίες, να ολοκληρώνονται μεταβιβάσεις και την ίδια στιγμή το συνολικό ύψος των δανείων να παραμένει σχεδόν αμετάβλητο ή ακόμη και να αυξάνεται;

Και τελικά, ξέρετε πόσο χρωστάτε;

Γίνεται συνεχώς να ξεπηδούν οφειλές από 15 και 20 έτη στο παρελθόν, χωρίς ΠΟΤΕ κανείς να μην έχει ενοχλήσει τον πολίτη; Και όταν τον ενοχλεί , είναι για ένα «κομματάκι», ενώ ένα δεύτερο «κομματάκι» χρέους έχει πουληθεί σε άλλο fund;

Η παρέμβαση της πολιτείας είναι απαραίτητη για να περιοριστεί η αυθαιρεσία των funds. Χρειάζεται ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο που να προστατεύει τους δανειολήπτες.

Το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ατελείωτη δεξαμενή κερδοφορίας. Κάπου πρέπει να μπει ένα όριο.

Ούτε η κατοικία, η εργασία και η περιουσία των πολιτών μπορούν να αποτελούν το μόνιμο καύσιμο ενός συστήματος που εισπράττει, ρυθμίζει, πλειστηριάζει και παρ’ όλα αυτά δεν εξοφλεί σχεδόν τίποτα.