Έπιασε τόπο η θυσία τους;;; Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Συμπληρώθηκαν φέτος 82 χρόνια από τη δολοφονία των 200 κομμουνιστών στη Καισαριανή, για να μας θυμίζει ότι οι πρόγονοι μας, γιατί δεν ήταν μόνο οι 200 της Καισαριανής, πολέμησαν και θυσιάστηκαν, για την πατρίδα τους, την ελευθερία, τη δημοκρατία, τα ιδανικά τους, για έναν καλύτερο κόσμο.
Να το πω κάπως απλοικά, έτσι όπως αναρωτιέμαι πολλές φορές, έπιασε τόπο η θυσία τους ή τσάμπα πήγε η θυσία τους; Βλέποντας τριγύρω μας, όλα αυτά που συμβαίνουν και βιώνουμε σήμερα, οι έννοιες και το όραμα που είχαν για έναν καλύτερο κόσμο πραγματώθηκε; Κρίνοντας συμπεριφορές εντός και εκτός Κοινοβουλίου, γιατί το Κοινοβούλιο, είτε μας αρέσει, είτε όχι, για να μην βγάζουμε την ουρά μας απ΄ έξω είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας μας, οι δικές μας επιλογές, οι έννοιες και τα ιδανικά που τους οδήγησαν στη θυσία υπάρχουν; Καθορίζουν και προσδιορίζουν τις συμπεριφορές μας σήμερα;
Έχω πάντα ένα παράδειγμα, το Νίκο Γόδα. Ο Γόδας ήταν κομμουνιστής και πριν συλληφθεί στον εμφύλιο και οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα στο Λαζαρέτο ήταν παίκτης του Ολυμπιακού και της Εθνικής. Είχε όμως την ευκαιρία να μην εκτελεστεί, αρκεί να υπέγραφε τη δήλωση για να αποκηρύξει το Κ.Κ.Ε. Δεν το δέχτηκε αλλά ζήτησε ως τελευταία επιθυμία να εκτελεστεί με τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας. Προσέχτε, μια υπογραφή θα έβαζε και θα γύριζε στο σπίτι του στον Πειραιά και θα συνέχιζε κανονικά τη ζωή του. Όχι, δεν θα το έκανε ποτέ, γιατί τις επιλογές του τις καθόριζαν τα ιδανικά του. Άσχετα αν συμφωνούμε με τα ιδανικά του ή όχι, για τον Γόδα και για πολλούς άλλους ακόμα τις επιλογές τους τις καθόριζε ο αξιακός τους κώδικας. Οι αρχές προσδιόριζαν την συμπεριφορά τους. Το όραμα τους για έναν καλύτερο κόσμο ήταν η πυξίδα που τους οδηγούσε.
Πάρτε τώρα αυτό το παράδειγμα και άλλα πολλά και να τα συγκρίνετε και να τα συγκρίνουμε, βάζω βέβαια και τον εαυτό μου και με δικές μας συμπεριφορές, αλλά και με τις συμπεριφορές των πολιτικών μας ταγών στο «ναό της δημοκρατίας». Ο Γόδας θυσιάστηκε με τη φανέλα της αγαπημένης του ομάδας, για τις αξίες που είχε στη καρδιά και στη ψυχή του. Σήμερα κάποιοι αλλάζουν «φανέλα», όπως λέει ο λαός μας «σαν τα πουκάμισα», αρκεί να νέμονται την εξουσία.
Δεν έχουμε, πολύ το φοβάμαι καμία σχέση με τους προγόνους μας, με αυτούς τους ήρωες, που είναι πραγματικοί ήρωες και θα το εξηγήσω παρακάτω, οι οποίοι βάδισαν στον θάνατο με ψηλά το κεφάλι και με αξιοπρέπεια. Όχι μόνο οι 200 της Καισαριανής, αλλά και όσοι τραγουδώντας βάδιζαν με χαμόγελο στα Βουνά της Ηπείρου να αντιμετωπίζουν έναν σύγχρονο για την εποχή και τριπλάσιο σε δύναμη στρατό, όπως ήταν οι Ιταλοί. Όσοι έκαναν αντίσταση, ο καθένας με τον τρόπο του στα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής κατοχής. Αλλά αυτοί ήταν μια άλλη γενιά. Ήταν μια κοινωνία, που έζησε στα άκρα, πότε από τη μια πλευρά, πότε, πολύ λιγότερο από την άλλη και γνώριζε ότι ο θάνατος παραμόνευε κάθε στιγμή. Μια κοινωνία που μεγάλωνε με το όραμα να κερδίσει μέσα από τους αγώνες της έναν καλύτερο μέλλον, αλλά που βίωνε την αβεβαιότητα κάθε μέρα. Που ονειρευόταν έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Μια κοινωνία που ζούσε με τον θάνατο, είτε από πείνα, είτε στις διαδηλώσεις, είτε στους εμφύλιους, είτε στο πεδίο της μάχης.
Όμως η αξία της θυσίας τους βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο ότι έθεσαν ένα μέτρο σύγκρισης. Ένα ηθικό σημείο αναφοράς. Άνθρωποι όπως ο Νίκος Γόδας δεν μας άφησαν απλώς μια ιστορία, αλλά ένα ερώτημα που παραμένει ζωντανό: μέχρι πού φτάνουν οι δικές μας αρχές;
Μπορεί σήμερα να βλέπουμε συμπεριφορές που μοιάζουν να ακυρώνουν εκείνα τα ιδανικά. Μπορεί η πολιτική και η κοινωνία να απογοητεύουν. Αλλά το γεγονός ότι ακόμα αναρωτιόμαστε, ότι ακόμα συγκρίνουμε το «τότε» με το «τώρα», σημαίνει πως εκείνη η παρακαταθήκη δεν χάθηκε. Υπάρχει — έστω ως ενοχλητική υπενθύμιση.
Ίσως λοιπόν η θυσία τους «έπιασε τόπο» όχι επειδή δημιούργησε τον ιδανικό κόσμο, αλλά επειδή μας άφησε ένα διαρκές μέτρο ευθύνης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν δικαιώθηκαν εκείνοι. Είναι αν είμαστε εμείς διατεθειμένοι να σταθούμε, έστω και λίγο, πιο κοντά σε αυτό που πίστεψαν.
Και αυτό δεν είναι ιστορικό ζήτημα. Είναι βαθιά προσωπικό. Άλλωστε δεν είμαστε όλοι ίδιοι…

