MERCOSUR και Ελλάδα: πολιτική ευθύνη, τεχνοκρατική αλήθεια. Του οικονομολόγου Σπύρου Κροκίδη
Η συζήτηση για τη συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR στην Ελλάδα απομακρύνεται συστηματικά από τα δεδομένα και επικεντρώνεται στον φόβο, αποκρύπτοντας το ουσιώδες: την ανάγκη θεσμικής επάρκειας και στρατηγικής διαχείρισης.
Γιατί η συζήτηση πρέπει να φύγει από τον φόβο και να πάει στη στρατηγική
Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της MERCOSUR έχει μετατραπεί, και στην Ελλάδα, σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης που σπάνια βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Η δημόσια συζήτηση oscillates ανάμεσα στην καταστροφολογία και στην αόριστη αισιοδοξία, αποφεύγοντας το ουσιώδες: τη σοβαρή αποτίμηση κόστους–οφέλους και, κυρίως, την ευθύνη της εθνικής πολιτικής.
Η MERCOSUR δεν είναι ούτε τεχνικά ακατανόητη ούτε πολιτικά ουδέτερη. Είναι μια σύνθετη εμπορική συμφωνία, με σαφείς ωφελημένους και σαφείς πιεζόμενους κλάδους, που απαιτεί ενεργό κρατική διαχείριση. Όχι συνθήματα.
Τι προβλέπει η συμφωνία – με όρους πολιτικής οικονομίας
Η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR προβλέπει σταδιακή μείωση δασμών, αυστηρές ποσοστώσεις σε ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα και ρητή διατήρηση του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για την ασφάλεια τροφίμων. Δεν υφίσταται κατάργηση ελέγχων, ούτε «εισαγωγή εκτός κανόνων». Επιπλέον, η εφαρμογή της δεν είναι αυτόματη, καθώς απαιτεί επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια.
Σε τεχνοκρατικό επίπεδο, πρόκειται για μια τυπική συμφωνία ελεγχόμενης απελευθέρωσης εμπορίου, με ενσωματωμένους μηχανισμούς προστασίας. Το αν αυτοί θα λειτουργήσουν, είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης και διοικητικής ικανότητας.
Ποιοι πλήττονται στην Ευρώπη – και γιατί η Ελλάδα δεν είναι στο επίκεντρο
Οι εντονότερες αντιδράσεις στην Ευρώπη προέρχονται από χώρες με ισχυρή και συγκεντρωμένη παραγωγή βοδινού κρέατος και ζάχαρης, όπως η Γαλλία και η Ιρλανδία. Εκεί, ο ανταγωνισμός από τις μεγάλες αγροτοβιομηχανικές μονάδες της Νότιας Αμερικής δημιουργεί πραγματική πίεση τιμών.
Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει διαφορετική παραγωγική δομή. Δεν είναι χώρα μαζικής κτηνοτροφίας χαμηλού κόστους, ούτε μεγάλος εξαγωγέας βοδινού. Η μηχανική μεταφορά των φόβων αυτών στον ελληνικό δημόσιο διάλογο συνιστά αναλυτικό σφάλμα, όχι πολιτική ανάλυση.
Ελληνική γεωργία: ζήτημα πολιτικής προστασίας, όχι εμπορικής απειλής
Το συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής αγροδιατροφής βρίσκεται σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας: ελαιόλαδο, φέτα, γιαούρτι, κρασί, ελιές. Προϊόντα ταυτότητας, πιστοποίησης και ποιότητας, που δεν ανταγωνίζονται τις χώρες της MERCOSUR σε όγκο αλλά σε αξία.
Η πραγματική απειλή δεν είναι η συμφωνία, αλλά η αδυναμία επιβολής του κανονιστικού πλαισίου: έλεγχοι, προστασία ΠΟΠ, καταπολέμηση παραπλανητικής χρήσης ονομασιών. Αν αυτά αποτύχουν, η ευθύνη δεν θα ανήκει στη MERCOSUR, αλλά στο ελληνικό κράτος.
Ναυτιλία: το στρατηγικό όφελος που αποσιωπάται
Σε αντίθεση με την αγροτική υπερβολή, υπάρχει ένας τομέας όπου το όφελος είναι σαφές: η ναυτιλία. Η αύξηση του διατλαντικού εμπορίου ΕΕ–Νότιας Αμερικής μεταφράζεται σε αυξημένες μεταφορές, περισσότερα φορτία και ενίσχυση ενός κλάδου στρατηγικής σημασίας για την ελληνική οικονομία.
Η αποσιώπηση αυτού του δεδομένου στον δημόσιο διάλογο δεν είναι τυχαία· είναι πολιτικά άβολη, διότι δεν εντάσσεται εύκολα σε αφηγήματα κρίσης.
Καταναλωτές και αγορά
Για τους καταναλωτές, οι επιπτώσεις είναι περιορισμένες και ελεγχόμενες: πιθανή μείωση τιμών σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα, χωρίς καμία υποχώρηση των προτύπων ασφάλειας. Τα ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ παραμένουν προστατευμένα και η σήμανση δεν αλλάζει.
Το πολιτικό διακύβευμα
Η MERCOSUR δεν είναι ελληνική πρωτοβουλία. Είναι μέρος της γεωπολιτικής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ένα περιβάλλον εντεινόμενων εμπορικών ανταγωνισμών με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Στο εσωτερικό της Ευρώπης, αντανακλά τη σύγκρουση διαφορετικών παραγωγικών μοντέλων.
Στην Ελλάδα, όμως, λειτουργεί συχνά ως υποκατάστατο πολιτικής: αντί για εθνική στρατηγική αγροδιατροφής, εξαγωγών και ελέγχων, επιλέγεται η ρητορική του φόβου.
Συμπέρασμα
Η MERCOSUR δεν είναι ούτε απειλή από μόνη της ούτε εγγύηση ανάπτυξης. Είναι ένας καταλύτης που αποκαλύπτει τις αδυναμίες της ελληνικής πολιτικής διοίκησης. Το ερώτημα δεν είναι αν «αντέχει» η ελληνική οικονομία τη συμφωνία, αλλά αν το κράτος είναι ικανό να προστατεύσει, να ρυθμίσει και να αξιοποιήσει.
Σε τελική ανάλυση, οι συμφωνίες δεν αποτυγχάνουν μόνες τους· αποτυγχάνουν όταν απουσιάζει η πολιτική ευθύνη.

