Ο Νάκης της Λένιας… Του Σπύρου Άνδρεϊτς
Όταν ο θάνατος, έρχεται τόσο ξαφνικά, σε βρίσκει εντελώς απροετοίμαστο. Στέκεσαι αμήχανος μπροστά του, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του αγαπημένου φίλου μέσα από το πρίσμα μιας αδιέξοδης θλίψης, την ίδια ώρα που πασκίζεις να κουκουλώσεις τις δικές σου εντάσεις με το μπαμπάκι της καθημερινότητας. Μα για τον Γιάννη —τον Νάκη της Λένιας— τα τυπικά λόγια στεγνώνουν. Δεν του ταιριάζει ένας ξύλινος επικήδειος, παρά μόνο μια βαθιά κατάδυση στην άφθαρτη μνήμη, εκεί όπου το παρελθόν συναντά την ελπίδα της ανέγερσης.
Από το δημοτικό ακόμα, η ζωή μας έμοιαζε με μια διαρκή, σκληρή εξέταση. Μια αλυσίδα από ιστορίες που κρύβουν πάντα μια δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, από αυτές που δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε εύκολα. Τώρα όμως, περνώντας τη γραμμή του τέλους, όλα εμφανίζονται καθαρά. Πώς να ξεχάσεις τη μάμα Λένια; Μια γυναίκα που σήκωνε την επιληψία του σπλάχνου της σαν ασήκωτο σάκο με κάρβουνα, κι όμως πάλευε με την καθημερινότητα δίχως να βαρυγκωμά. Από τα χέρια της παίρναμε τη λαδωμένη φέτα το ψωμί με τη ζάχαρη —τη μεγαλύτερη λιχουδιά των παιδικών μας χρόνων— πριν ξεχυθούμε στους δρόμους.
Εκεί, με μια φτηνή λαστιχένια μπάλα, ξεχνάγαμε την ώρα. Με τις σφεντόνες στο χέρι αλληλοσημαδεύαμε τα μέτωπα της ύβρης μας, τα βράδια μαζευόμασταν γύρω από την πυροστιά, κι αν μάτωναν τα γόνατά μας, το αίμα στέγνωνε πάνω στον παλιό λαστιχένιο μουσαμά. Παίζαμε κρυφτό στις κορυφές των κυπαρισσιών, εκεί που ο αέρας έπαιρνε τα μυστικά μας, ενώ τα βράδια διαβάζαμε στα κρυφά, κάτω από τα σκεπάσματα, τον Μικρό Ήρωα και τον Μικρό Καουμπόη, μαθαίνοντας τι θα πει θάρρος.
Η πατρίδα μας, γεμάτη εικόνες από υποχρεώσεις και θυσίες, ζητούσε πάντα το τίμημα: στην επιφάνεια οι «εκλεκτοί» πολίτες κι από κάτω, στο βάθος, οι λαβωμένες ψυχές να λουφάζουνε και να μικραίνουν. Κι εμείς μεγαλώναμε. Μετρούσαμε με τα πόδια τα χιλιόμετρα για το Γυμνάσιο, τρέχαμε στην παραλία με το γαϊδούρι και απολαμβάναμε τον μπακαλάρο με τα κρεμμύδια που μας φίλευε η Κυρά-Μαρία —μια απλή, αυθεντική φιλοξενία που δεν ξεχνιέται.
Όταν φτάσαμε στην μεγάλη πρωτεύουσα, ήρθαμε αντιμέτωποι με τους αυτόκλητους «σοφούς» που προσπαθούσαν να μας επιβάλουν τους κανόνες τους. Εμείς όμως αντέξαμε. Ξαναφέρνω στη μνήμη τη συγκατοίκηση στο υπόγειο των τεσσάρων τετραγωνικών. Δύο πτυσσόμενα κλινάρια από καραβόπανο, έχοντας για στρώμα στοίβες παλιών εφημερίδων κι ο Γιάννης να παλεύει καθημερινά με την στέρηση. Οι νίκες του στο σκάκι πάνω στα φθαρμένα τραπέζια του Ευριπίδη δεν ήταν απλώς χόμπι. Ήταν το εισιτήριο για να εξασφαλίσουμε το πιάτο της ημέρας.
Μετά ήρθε ο Έβρος, το φανταρικό, με εκείνο το μπερέ-ταψί να του πέφτει τεράστιο στο κεφάλι, και κατόπιν το μεροκάματο της νύχτας ως νυκτοθυρωρός σε ξενοδοχείο. Μέσα στη σιωπή εκείνων των γκρίζων ωρών, ο Γιάννης δεν έχασε την ψυχή του. Κρατούσε πάντα μια «χαμογελαστή ανησυχία» —ένα ήρεμο, διεισδυτικό βλέμμα στα πράγματα, ξέροντας καλά πως τα μεγάλα παραφουσκωμένα λόγια των επίδοξων εξουσιαστών (πολιτικών, θρησκευτικών και ελλογιμότατων) είναι συνήθως ένα υποκριτικό παιχνίδι σκηνογραφημένης προβολής.
Πολύ σύντομα φάνηκε ότι η δήθεν «πρόοδος» που κυνηγούσαμε αποδείχτηκε άδειο βαρέλι δίπλα σε σβησμένο ιδεολογικό τζάκι. Χάσαμε το νόημα ψάχνοντας παλιούς μύθους, φοβισμένοι μπροστά στην τελική κρίση. Ωστόσο, οι περισσότεροι δείχνουν έξω το καλό τους πρόσωπο και κρύβουν στα παρασκήνια τα ερείπια της ψυχής τους, παγιδευμένοι στη δική τους αχόρταγη ματαιοδοξία. Ο Γιάννης όμως δεν έπαιξε ποτέ αυτό το θέατρο. Δεν φόρεσε προσωπείο, ούτε πουλούσε συμπάθεια. Ήξερε ποιος ήταν.
Δεν τον ένοιαζε σε ποιο «συρτάρι» θα κοιμηθούν τα μυστικά του, αλλά πού θα ξυπνήσει η ουσία της ύπαρξής του. Την ώρα που οι άλλοι έψαχναν εύκολες διαφυγές και τίτλους επινοημένης ευγενείας, εκείνος διάλεγε την αλήθεια. Προτίμησε να είναι το γέννημα των ζωντανών αναποδιών της ζωής παρά ένα αδρανές απολίθωμα που κρύβεται από τις ευθύνες του. Δέχτηκε κάθε αντιξοότητα με θάρρος και ελευθεροστομία, χωρίς να βάλει φρένο στη διαρκώς κινούμενη δημιουργική του ορμή, σαν δυναμικό βέλος που τραβούσε μπροστά τις φοβισμένες ή διστακτικές υπάρξεις απ’ το χέρι.
Στη λαϊκή μας παράδοση, ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Είναι μια «κοίμηση», μια στάση αναμονής. Όπως το σιτάρι των Ψυχοσάββατων, έτσι κι η μνήμη του Νάκη παραμένει υπερβατικός σπόρος. Ακόμα κι αν τα μοιρολόγια μιλούν για τον σκοτεινό Άδη, πάντα τρυπώνει μέσα τους το φως της άνοιξης και η υπόσχεση της υπεραισθητής Λύτρωσης.
Η τελευταία εικόνα που μας αφήνει είναι το αθόρυβο του πέρασμα της χωματένιας γέφυρας μέσα στη νύχτα. Ο Γιάννης απόλυτα σιωπηλός περνά στην απέναντι όχθη, όχι ηττημένος, αλλά λυτρωμένος. Ο άφιλος λοφίσκος του χώματος που σκεπάζει τώρα τη φωνή και τις σκέψεις του δυναμώνει πιο πολύ το παροιμιώδες πείσμα του να μην αποξεχαστεί το θαρραλέο πνεύμα του. Εδώ η ελπίδα της ανόρθωσης δεν είναι μια θεωρητική ιδέα, αλλά η υπερκόσμια δύναμη που εγγυάται πως οι απροσδόκητα διαρραγείσες από τον θάνατο σχέσεις κάποτε θα αποκατασταθούν.
Κατευόδιο, αγαπημένε φίλε. Εσύ ο Νάκης της Λένιας δεν χάθηκες. Αναπαύεσαι τώρα στην αθάνατη ουσία της μνήμης μας, προσδοκώντας τον κοινό μας αναστάσιμο όρθρο.

