ΚΕΡΚΥΡΑ

Μονή Αγία Αικατερίνης της Νήσου. Ένας “θαμμένος” θησαυρός αποκαλύπτεται. Γράφει ο Σπύρος Ρίκος

Στο βόρειο άκρο της Κέρκυρας, εκεί όπου η θάλασσα συναντά την ανάσα της λίμνης και ο άνεμος ψιθυρίζει ιστορίες αιώνων, αναδύεται από το φως και τη σιωπή η Μονή Αγίας Αικατερίνης της Νήσου. Ένας θησαυρός που κοιμόταν βαθιά μέσα στη φύση, τυλιγμένος σε φύλλα, σε ρίζες και σε λήθη, προσμένοντας να τον αναγνωρίσουμε ξανά.

«Θέτε βιώσιμο τουρισμό;». Η φωνή, σαν ηχώ από παλιό ελληνικό κινηματογράφο, ξυπνά χαμόγελα και σκέψη. Τι σημαίνει αλήθεια; Μήπως σημαίνει πρώτα να γνωρίσουμε εμείς το χώμα που πατάμε; Να το τιμήσουμε, να το αφηγηθούμε; Μόνο έτσι ο τόπος γίνεται εμπειρία. Μόνο τότε ανασαίνει ο πραγματικός ταξιδιωτικός πολιτισμός.

Γιατί βιώσιμος τουρισμός είναι η απλή, μα ιερή σκηνή: Να περπατάς μέσα σε ένα τοπίο αγνό, δίπλα σε θάλασσες ασημένιες και λίμνες γαλήνιες, και ξαφνικά να προβάλλει μπροστά σου ένας ναός αρχαίος – ένας ναός που μοιάζει να έχει φυτρώσει από την ίδια τη γη. Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης με το διπλό της σώμα: δυτική αίθουσα του 17ου–18ου αιώνα, ξυλόστεγη σαν να ανασαίνει ακόμη το άρωμα των παλιών ξυλουργών, και ανατολική αίθουσα του 13ου αιώνα, με αψίδα τριπλή, σαν χέρι υψωμένο σε προσευχή.

Μαρτυρία των αιώνων το καθολικό∙ μαρτυρίες και τα κελιά, οι αποθήκες, ο πύργος, το ελαιοτριβείο. Όλα κομμάτια ενός κόσμου που έζησε, εργάστηκε, προσευχήθηκε, χάθηκε. Κι όμως, στέκουν ακόμη. Για να μας θυμίζουν πως τίποτα δεν σβήνει πραγματικά όταν υπάρχει μνήμη.

Και πάνω στους τοίχους, οι τοιχογραφίες. Παιδιά του 13ου αιώνα ή του 17ου, χρωματισμένες με υπομονή, πίστη και τέχνες ξεχασμένες. Πώς επέζησαν; Πώς στάθηκαν όρθιες απέναντι στην υγρασία και στον χρόνο;
Ίσως επειδή λίγοι τις είδαν. Ίσως επειδή η φύση τις σκέπασε για να τις προστατεύσει από χέρια βιαστικά, από μάτια αδιάφορα.

Μα δεν μπόρεσαν να τις φυλάξουν από τον πόλεμο. Οι Ιταλοί κατακτητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου άφησαν τη δική τους σφραγίδα: πολεμίστρες χαραγμένες πάνω στη βυζαντινή περιτοίχιση, τρύπες που μαρτυρούν οβίδες, βόμβες, τρόμο. Το μνημείο πλήγωσαν, μα δεν το έσβησαν. Γιατί ό,τι έχει ρίζες βαθιά, αντέχει.

Κι έπειτα, ήρθε και η δική μας λήθη. Η δική μας αμέλεια. Το πιο σιωπηλό, μα και το πιο επίπονο είδος καταστροφής.

Κι όλα αυτά λίγα μόνο βήματα μακριά από τις παραλίες που σφύζουν από μουσικές, από φωνές, από λουόμενους που αγνοούν τι κρύβεται πίσω από τις θάμνους και τα πεύκα. Μια ολόκληρη ιστορία κρυμμένη πίσω από την αντηλιά της θάλασσας.

Γι’ αυτό και η πρόσκληση είναι απλή, μα βαθιά: «Θέτε βιώσιμο τουρισμό; Ανακαλύψτε τον τόπο σας». Αναδείξτε το, τιμήστε το, αγκαλιάστε το. Γιατί σήμερα ο ταξιδιώτης δεν αρκείται σε ήλιο και σε θάλασσα, αλλά αναζητά εμπειρία, ιστορία, ψυχή.

Και για να δοθούν όλα αυτά, πρέπει πρώτα να τα γνωρίσουμε εμείς. Να μάθουμε τα μονοπάτια της μνήμης του τόπου μας,
να αγαπήσουμε τις σιωπές και τις αφηγήσεις του, να τον σεβαστούμε όπως αξίζει.

Και τότε – μόνο τότε – θα μας σεβαστούν και όσοι έρχονται να τον γνωρίσουν.