ΓενικάΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Η Τοξική Ομίχλη της Πολιτικής Εχθροπάθειας του Σπύρου Άνδρεϊτς

https://www.amazon.com/stores/Spyros%20Andreits/author/B0CD2LHNRT

Στην εποχή της ψηφιακής παντοκρατορίας, όπου η πληροφορία διαχέεται με ρυθμούς καταιγιστικούς και ο δημόσιος διάλογος συχνά θυμίζει αρένα μονομάχων, η πολιτική καταγγελία έχει υποστεί μια ανησυχητική μετάλλαξη. Από θεμιτό εργαλείο ελέγχου της εξουσίας και διεκδίκησης της αναγκαίας λογοδοσίας, έχει εξελιχθεί σε ένα εύχρηστο μέσο εκτόνωσης προσωπικών απωθημένων και ανάξεσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η κριτική, επιβεβλημένος πυλώνας μιας υγιούς δημοκρατίας, έχει παραχωρήσει τη θέση της σε ένα τοξικό κράμα επιθετικότητας, ανεπαρκούς τεκμηρίωσης, έλλειψης μέτρου και απροθυμίας για κατανόηση της αντίθετης άποψης. Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική – αυτή αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας – αλλά η τοξική μετάλλαξή της σε επιθετικό ξέσπασμα, χωρίς ικανοποιητικά πειστήρια, χωρίς μέτρο, χωρίς διάθεση κατανόησης. Ο θυμός γίνεται πολιτική δομή. Κι η ερμηνευτική ανάλυση, πολιτικό θύμα.

Τα δημοσιεύματα που ενστερνίζονται αυτό το ύφος, συχνά καλυμμένα πίσω από τον μανδύα της δήθεν αγανάκτησης για το δημόσιο συμφέρον, υπηρετούν στην πραγματικότητα μια πιο σκοτεινή αλήθεια: την ανάγκη των δημιουργών και αναπαραγωγών τους να διαχειριστούν την κρυφή εσωτερική τους δυσφορία. Η πολιτική επιθετικότητα μετατρέπεται σε μια βαλβίδα αποσυμπίεσης βαθύτερων ατομικών ανασφαλειών, ενός υπαρξιακού κενού που αναζητά εναγωνίως «ενόχους» για να προσδώσει μια στρεβλή αίσθηση νοήματος στην προσωπική απόγνωση. Έτσι στοχοποιούνται αδιακρίτως πρόσωπα χωρίς ουσιαστικά στοιχεία, διαστρεβλώνονται γεγονότα με ευκολία, και με καταχθόνια υπονοούμενα στήνουν ολόκληρα σενάρια συνωμοσίας. Ο θυμός παγιώνεται ως κυρίαρχη δομή του λόγου, θυσιάζοντας στο πέρασμά του κάθε προσπάθεια νηφάλιας ανάλυσης και εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας.

Η επιδίωξη πολιτικής επιρροής και η συστηματική απαξίωση ή ακόμη και εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων αποτελούν ένα ευδιάκριτο υπόδειγμα αυτής της τοξικής ρητορικής. Ωστόσο, σε ένα βαθύτερο ψυχολογικό επίπεδο, διακρίνουμε συχνά ανθρώπους που, εγκλωβισμένοι στην αβεβαιότητα μιας καθημερινότητας γεμάτης από προκλήσεις και αγωνίες, επιλέγουν – συχνά ασυνείδητα – να μεταφέρουν το προσωπικό τους αδιέξοδο στη δημόσια σφαίρα μέσω της δριμείας πολιτικής καταγγελίας. Η αχαλίνωτη ένταση της διαμαρτυρίας τους, αντιστάθμισμα της εσωτερικής τους ταραχής, λειτουργεί ως ένα αμυντικό τείχος απέναντι στην αίσθηση προσωπικής αδυναμίας και στην ανημπόρια ουσιαστικής αντιμετώπισης των υπαρξιακών τους ζητημάτων.

Οι συνέπειες αυτής της ανησυχητικής τάσης είναι πολυεπίπεδες και βαθιά διαβρωτικές για τον κοινωνικό ιστό:

Ραγδαία Αποδόμηση της Εμπιστοσύνης: Όταν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στην αγωνία τους για αύξηση της επισκεψιμότητας ή υπακούοντας σε συγκεκριμένες πολιτικές ατζέντες, προτάσσουν τον φανατισμό και την κραυγή έναντι της εμπεριστατωμένης τεκμηρίωσης, το αναγνωστικό κοινό σταδιακά μαθαίνει να δυσπιστεί απέναντι σε κάθε πηγή πληροφόρησης. Η ανεξέλεγκτη διασπορά παραπληροφόρησης, οι αβάσιμες υπερβολές, τα λογικά άλματα που παρακάμπτουν την στοιχειώδη αιτιώδη συνάφεια, μετατρέπουν τον πολίτη από έναν ενεργό και ενημερωμένο κριτή σε έναν παθητικό και καχύποπτο αποδέκτη αμφίβολης ποιότητας πληροφοριών. Η γενικευμένη δυσπιστία υπονομεύει την ίδια τη βάση της δημοκρατικής συμμετοχής και οδηγεί σε έναν επικίνδυνο κυνισμό απέναντι σε κάθε θεσμό και διαδικασία.

Θολά Όρια Λόγου και Κραυγής: Η ουσία των σύνθετων κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων αναπόφευκτα χάνεται κάτω από τη πύρινη επιφάνεια του καταγγελτικού ύφους. Η δημόσια συζήτηση, αντί να αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων και αναζήτησης κοινών λύσεων, μετατρέπεται σε ένα θορυβώδες θέατρο εντυπώσεων, όπου κυριαρχούν τα εφήμερα συναισθήματα και οι αλληλοσυγκρουόμενες κομματικές προσωπίδες. Η παραγωγή ουσιαστικής σκέψης και η εμβάθυνση στην πολυπλοκότητα των ζητημάτων υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη για άμεση ψυχική εκτόνωση και επιβεβαίωση των ήδη εδραιωμένων προκαταλήψεων.

Σοβαρή Υπονόμευση της Αποστολής της Δημοσιογραφίας: Όταν η ειδησεογραφία υιοθετεί τη λογική της σύγκρουσης και της πόλωσης ως κυρίαρχο κανόνα – και όχι ως μια αναπόφευκτη εξαίρεση σε περιόδους χαοτικής πολιτικής αστάθειας – τότε η ίδια η θεμελιώδης λειτουργία της ενημέρωσης τίθεται εν αμφιβόλω. Η δημοσιογραφία, στην ιδανική της μορφή, οφείλει να υπηρετεί την πραγματολογική «γεγονική» αλήθεια, την αντικειμενικότητα και το δημόσιο συμφέρον. Όταν όμως μετατρέπεται σε φερέφωνο συγκεκριμένων πολιτικών στρατοπέδων και εργαλείο άσκησης στείρας καταγγελίας, παύει να επιτελεί τον κοινωνικό της ρόλο και συμβάλλει στην περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών διαιρέσεων.

Η πολιτική καταγγελία, για να είναι εποικοδομητική και να συμβάλλει στην πρόοδο, οφείλει να είναι νηφάλια, βασισμένη σε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, και να διέπεται από αυστηρούς δεοντολογικούς κανόνες. Πρωταρχικός της στόχος πρέπει να είναι η βελτίωση των πολιτικών και των κοινωνικών δομών, και όχι η καταστροφή του όποιου πολιτικού αντιπάλου. Αντί να αναπαράγει και να ενισχύει την οργή, οφείλει να λειτουργεί ως ένα αξιόπιστο εργαλείο διεκδίκησης της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της δικαιοσύνης.

Η ευθύνη για την ανατροπή αυτής της τοξικής κατάστασης βαρύνει όλους τους εμπλεκόμενους: τους δημοσιογράφους, που οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, διαχωρίζοντας με σαφήνεια τον υποκειμενικό σχολιασμό από την αντικειμενική ενημέρωση, υπερασπιζόμενοι τη γλώσσα της λογικής και της τεκμηρίωσης έναντι των φτηνών εντυπώσεων· τους πολιτικούς, που καλούνται να αντισταθούν στον εύκολο πειρασμό της διχαστικής ρητορικής και να επιδιώξουν τη σύνθεση και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, αντί της διασποράς φόβου και μίσους· και τους πολίτες, που οφείλουν να καλλιεργήσουν την κριτική τους σκέψη, να αναζητούν ενεργά πολλαπλές και αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης, και να αντιστέκονται στη χειραγώγηση του θυμικού τους από τα ευκαιριακά και σκοπίμως διχαστικά αφηγήματα.

Στην κρίσιμη συγκυρία που διανύουμε, περισσότερο από ποτέ, ο πολιτικός λόγος έχει επείγουσα ανάγκη από αποδείξιμη ουσία, από εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία και από σεβασμό στην αντίθετη άποψη. Ο δημόσιος διάλογος χρειάζεται τρανές αποδείξεις για να φωτίσει τις αλήθειες και να αποκαλύψει τις μηχανορραφίες, και όχι βέβαια τον πυκνό καπνό της εχθροπάθειας που θολώνει την κρίση και εμποδίζει την ουσιαστική επικοινωνία. Η κοινωνία μας απαιτεί την παραδεδεγμένη αλήθεια – όχι για να ικανοποιήσει τα πρωτόγονα ένστικτα της εκδίκησης και της αυτοδικαίωσης, αλλά για να θεμελιώσει ένα μέλλον βασισμένο στη σταθερή πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα σε μια πραγματικά ώριμη και ανθεκτική δημοκρατία.