Η παγίδα των πεποιθήσεων: Η ιδεολογία ως ανάγκη αυτοδικαίωσης Του Σπύρου Άνδρεϊτς
… ανταλλάσσουν κατηγορίες χωρίς να ακούν πραγματικά ο ένας τον άλλον…
«Η χειρότερη εξαπάτηση που μπορεί να υποστεί κανείς είναι από τις ίδιες του τις πεποιθήσεις». Διαβάζοντας αυτή τη φράση, αναρωτιέμαι πόσες φορές έχουμε υπερασπιστεί με πείσμα μια άποψη, χωρίς να έχουμε εξετάσει πραγματικά αν ισχύει. Είναι εύκολο να πιστεύουμε ότι η αλήθεια βρίσκεται με το μέρος μας και ότι εκείνοι που διαφωνούν μαζί μας κάνουν λάθος. Πολύ δυσκολότερο είναι να σταματήσουμε για λίγο και να αναρωτηθούμε μήπως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα βλέπουμε.
Οι πεποιθήσεις μας δεν διαμορφώνονται τυχαία. Επηρεάζονται από την οικογένεια, την παιδεία, τις εμπειρίες και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε. Μας βοηθούν να κατανοούμε τον κόσμο και να παίρνουμε αποφάσεις, γι’ αυτό και συχνά αισθανόμαστε ότι αποτελούν μέρος της ίδιας μας της ταυτότητας. Όταν, όμως, κάποιος τις αμφισβητεί, μπορεί να νιώσουμε ότι αμφισβητεί και εμάς τους ίδιους. Τότε, αντί να εξετάσουμε όσα μας λέει, σπεύδουμε να αμυνθούμε. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, η ανάγκη μας να έχουμε δίκιο γίνεται ισχυρότερη από την επιθυμία μας να μάθουμε την αλήθεια.
Η δυσκολία να αποδεχτούμε την αμφιβολία
Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή η αβεβαιότητα μάς κάνει να αισθανόμαστε άβολα. Είναι πιο εύκολο να έχουμε μια έτοιμη απάντηση παρά να παραδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε αρκετά ή ότι μπορεί να έχουμε κάνει λάθος. Μια σταθερή πεποίθηση μάς προσφέρει ασφάλεια, ενώ η αμφιβολία μάς αναγκάζει να ξανασκεφτούμε όσα θεωρούσαμε δεδομένα.
Έτσι, συχνά αναζητούμε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις απόψεις μας και αποφεύγουμε εκείνες που τις κλονίζουν. Δεν εξετάζουμε όλα τα στοιχεία με την ίδια προσοχή, αλλά δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα σε όσα μας συμφέρουν ή μας καθησυχάζουν. Το αποτέλεσμα είναι να εγκλωβιζόμαστε σε έναν τρόπο σκέψης που αναπαράγει διαρκώς τον εαυτό του. Νομίζουμε ότι βλέπουμε την πραγματικότητα αντικειμενικά, ενώ στην πραγματικότητα τη βλέπουμε μέσα από τα φίλτρα των προσωπικών μας εμπειριών και προσδοκιών.
Να κατανοούμε τον άλλον, όχι απλώς να απαντάμε
Μπροστά σε αυτή τη δυσκολία, η ουσιαστική ερμηνεία μπορεί να αποτελέσει μια διέξοδο. Για να κατανοήσω πραγματικά έναν άνθρωπο ή ένα κείμενο, χρειάζεται να προσπαθήσω να μπω στον «ορίζοντα νοήματος» του άλλου. Να δω, δηλαδή, τον κόσμο από τη δική του πλευρά και να αναζητήσω τις εμπειρίες, τις αξίες και τις σκέψεις που εξηγούν όσα υποστηρίζει.
Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Πόσες φορές, άραγε, ακούμε κάποιον να μιλά και, αντί να προσπαθούμε να τον καταλάβουμε, ετοιμάζουμε ήδη την απάντησή μας; Πόσο συχνά διακόπτουμε έναν διάλογο μέσα μας, επειδή θεωρούμε ότι γνωρίζουμε από πριν τι θα πει ο συνομιλητής μας; Η πραγματική ακρόαση απαιτεί υπομονή και διάθεση να αντιμετωπίσουμε ακόμη και απόψεις που μας ενοχλούν. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνήσουμε με όλους ούτε ότι οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τις αρχές μας. Σημαίνει, όμως, ότι αξίζει πρώτα να κατανοήσουμε μια διαφορετική θέση και ύστερα να την κρίνουμε.
Όταν ο άλλος γίνεται καθρέφτης του εαυτού μας
Το πιο σημαντικό σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι δεν αλλάζει μόνο ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον άλλον. Αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. Όταν συναντώ μια διαφορετική άποψη και προσπαθώ να την εξετάσω χωρίς προκαταλήψεις, αναγκάζομαι να αναρωτηθώ πάνω σε ποιες βάσεις στηρίζονται οι δικές μου πεποιθήσεις. Μήπως κάποιες από αυτές τις έχω υιοθετήσει χωρίς να τις σκεφτώ αρκετά; Μήπως επιμένω σε μια θέση επειδή φοβάμαι να παραδεχτώ ότι έκανα λάθος;
Αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να είναι άβολες, είναι όμως απαραίτητες. Ο αναστοχασμός δεν μας ζητά να αμφισβητούμε τα πάντα χωρίς λόγο, αλλά να μην αντιμετωπίζουμε τίποτα ως απρόσβλητο από την κριτική. Η πραγματική ωριμότητα φαίνεται ακριβώς τη στιγμή που κάποιος μπορεί να πει «ίσως να μην έχω δίκιο» και να εξετάσει σοβαρά αυτή την πιθανότητα. Η αναθεώρηση μιας άποψης δεν αποτελεί ήττα. Είναι ένδειξη ότι εξακολουθούμε να μαθαίνουμε.
Η αυτοαναφορική οχύρωση της σκέψης
Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία ο διάλογος χρησιμοποιείται ως μέσο επιβολής. Τότε δεν προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα, αλλά να επιβεβαιώσουμε όσα ήδη πιστεύουμε. Αυτή είναι η παγίδα της ιδεολογικής σκέψης, όταν η επιθυμία για επικράτηση υπερισχύει της αναζήτησης της αλήθειας. Τα γεγονότα επιλέγονται αποσπασματικά, τα αντίθετα επιχειρήματα απορρίπτονται και ο συνομιλητής αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αντίπαλος παρά ως άνθρωπος με διαφορετική οπτική.
Το φαινόμενο είναι ορατό στην πολιτική, στις κοινωνικές αντιπαραθέσεις, αλλά και στην καθημερινότητά μας. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για παράδειγμα, συχνά συναντούμε ανθρώπους που ανταλλάσσουν κατηγορίες χωρίς να ακούν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε μια οικογενειακή συζήτηση ή σε μια φιλική διαφωνία. Όταν ο στόχος είναι να βγούμε νικητές, ακόμη και ένα σωστό επιχείρημα μπορεί να χάσει την αξία του, επειδή δεν χρησιμοποιείται για να φωτίσει την αλήθεια, αλλά για να ταπεινώσει τον άλλον. Και τότε χρειάζεται να αναρωτηθούμε: θέλουμε πράγματι να καταλάβουμε ή απλώς να δικαιωθούμε;
Το θάρρος να αλλάζουμε γνώμη
Η διέξοδος βρίσκεται στην κριτική σκέψη, στην παιδεία και, κυρίως, στην προσωπική διάθεση για αυτοκριτική. Χρειάζεται να ελέγχουμε τις πληροφορίες που δεχόμαστε, να αναζητούμε αξιόπιστες πηγές και να μην αποδεχόμαστε μια άποψη μόνο και μόνο επειδή συμφωνεί με τις δικές μας αντιλήψεις. Παράλληλα, οφείλουμε να δίνουμε χώρο στον διάλογο και να θυμόμαστε ότι η διαφωνία δεν είναι απαραίτητα εχθρότητα.
Δεν είναι εύκολο να παραδεχτεί κανείς ότι έχει σφάλει. Ωστόσο, είναι πολύ πιο δύσκολο να συνεχίζει να υπερασπίζεται κάτι που βαθιά μέσα του έχει αρχίσει να αμφισβητεί. Η ελευθερία της σκέψης δεν βρίσκεται στο να είμαστε πάντοτε βέβαιοι, αλλά στο να μπορούμε να αναθεωρούμε χωρίς να αισθανόμαστε ότι χάνουμε τον εαυτό μας.
Τελικά, η μεγαλύτερη εξαπάτηση μπορεί πράγματι να προέρχεται από τις ίδιες μας τις πεποιθήσεις, όταν τους επιτρέπουμε να καθορίζουν τι δεχόμαστε ως αλήθεια και τι αρνούμαστε ακόμη και να εξετάσουμε. Ίσως, λοιπόν, το πρώτο βήμα προς τη γνώση να μην είναι να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο, αλλά να βρούμε το θάρρος να αναρωτηθούμε αν έχουμε άδικο. Γιατί μόνο όταν είμαστε πρόθυμοι να αμφισβητήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό μπορούμε να πλησιάσουμε ουσιαστικά την αλήθεια.

