Η Μήτρα της Απομόνωσης: Γιατί η Λογοτεχνία Χρειάζεται τους Ερημίτες της Του Σπύρου Άνδρεϊτς
… Οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν ήταν νεκροί. Ήταν, και παραμένουν, πιο ζωντανοί από πολλούς σύγχρονούς μας που αναλώνονται σε δημόσιες σχέσεις με στημένα, επιτηδευμένα κι αφύσικα χαμόγελα , τηλεοπτικές εμφανίσεις και αέναη κοινωνικότητα…
Πριν από λίγο καιρό, ο Ισπανός συγγραφέας Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε προκάλεσε αίσθηση με μια απόλυτη και μάλλον ισοπεδωτική δήλωση: «Το πρόβλημα», τόνισε, «είναι όταν ένας συγγραφέας κλείνεται στον κόσμο του και στον εαυτό του. Αυτοί είναι νεκροί, αν και δεν το ξέρουν. Και δεν υπάρχει πιο θλιβερό πράγμα από έναν συγγραφέα που είναι νεκρός και δεν το ξέρει. Υπάρχουν πολλοί που είναι έτσι».
Η άποψη αυτή, αν και εντυπωσιακή με την πρώτη ανάγνωση —καθώς παραπέμπει στην εικόνα του συγγραφέα-πολεμικού ανταποκριτή, του κοσμογυρισμένου τυχοδιώκτη που ρουφάει τη ζωή στους δρόμους και στα πεδία των μαχών, μια εικόνα που ο ίδιος ο Πέρεθ-Ρεβέρτε ενσαρκώνει ιδανικά— πάσχει από μια βασική παρανόηση. Παραγνωρίζει μια θεμελιώδη αλήθεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας: ότι η απομόνωση δεν είναι απαραίτητα θάνατος. Αντίθετα, στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής, η εσωστρέφεια και η πλήρης αποκοπή από τον εξωτερικό θόρυβο υπήρξαν η μήτρα των πιο συγκλονιστικών αριστουργημάτων.
Η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι ένα είδος «ρεπορτάζ δρόμου». Δεν απαιτεί από τον δημιουργό να βρίσκεται μόνιμα στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής επικαιρότητας, ούτε να καταναλώνει αχόρταγα εμπειρίες από τον εξωτερικό κόσμο. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν που δεν χαρτογραφείται με ταξίδια, αλλά με την κατάδυση στα σκοτεινά και ανεξερεύνητα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Αν αρνηθούμε στους συγγραφείς το δικαίωμα να κλειστούν στον εαυτό τους, τότε αρνούμαστε την ίδια την ύπαρξη της μεταφυσικής, του υπαρξιακού στοχασμού και της εσωτερικής αναζήτησης.
Αν κοιτάξουμε το πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα διαπιστώσουμε ότι μερικοί από τους μείζονες γίγαντες της γραφής έκαναν ακριβώς αυτό που ο Ισπανός συγγραφέας καταδικάζει ως «θάνατο»: απομονώθηκαν, έχτισαν τείχη γύρω από τον εαυτό τους και στοχάστηκαν με μια ένταση που τρομάζει.
Ας ξεκινήσουμε από τον Μαρσέλ Προυστ. Ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε το μοντέρνο μυθιστόρημα πέρασε τα τελευταία και πιο γόνιμα χρόνια της ζωής του κλεισμένος σε ένα δωμάτιο με επένδυση φελλού στο Παρίσι. Ο σκοπός της επένδυσης ήταν απλός: να μην περνάει κανένας θόρυβος από την πολύβουη πόλη, να μην αποσπάται η προσοχή του από την τρέχουσα βουερή πραγματικότητα. Εκεί, προστατευμένος από το παρόν, ο Προυστ βυθίστηκε στο παρελθόν. Ανέσυρε αναμνήσεις, ανέλυσε τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και συνέθεσε το μνημειώδες «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Ήταν ο Προυστ ένας «νεκρός συγγραφέας»; Αντιθέτως, μέσα σε εκείνο το ανήλιαγο, απομονωμένο δωμάτιο, υπήρξε πιο ζωντανός από ολόκληρη την παρισινή ελίτ που διασκέδαζε στα σαλόνια. Βρήκε την αθανασία ακριβώς επειδή αρνήθηκε να αναλωθεί στον θόρυβο της εποχής του.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μερικές δεκαετίες νωρίτερα, μια γυναίκα έχτιζε το δικό της κάστρο απομόνωσης. Η Έμιλι Ντίκινσον, μία από τις κορυφαίες ποιητικές φωνές όλων των εποχών, επέλεξε συνειδητά την απόλυτη εσωστρέφεια. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της περιορισμένη στο σπίτι των γονιών της στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης. Σταδιακά, αρνήθηκε να βγαίνει ακόμα και από το δωμάτιό της, επικοινωνώντας με τους επισκέπτες πίσω από μισόκλειστες πόρτες. Κι όμως, αυτή η γυναίκα, που για τα μέτρα του Πέρεθ-Ρεβέρτε θα θεωρούνταν «λογοτεχνικά νεκρή», δημιούργησε ένα από τα πιο φλεγόμενα, ζωντανά και βαθιά ποιητικά σύμπαντα. Τα ποιήματά της για τον θάνατο, την αιωνιότητα, την αγάπη και τη φύση έχουν ένα μεταφυσικό βάθος που κανένας κοσμικός περιηγητής δεν κατάφερε ποτέ να αγγίξει. Η Ντίκινσον δεν χρειαζόταν να γνωρίσει τον κόσμο, γιατί ο κόσμος βρισκόταν ήδη μέσα της.
Και τι να πει κανείς για τον Φραντς Κάφκα; Ολόκληρο το έργο του είναι το προϊόν ενός ανθρώπου που ζούσε εγκλωβισμένος στους δικούς του εσωτερικούς εφιάλτες, στις δικές του νευρώσεις και αγωνίες. Ο Κάφκα δεν έβλεπε την απομόνωση ως επιλογή, αλλά ως οργανική ανάγκη για τη γραφή. Σε μια επιστολή του προς τη Φελίτσε Μπάουερ, είχε διατυπώσει αυτή την ανάγκη με τρόπο αφοπλιστικό: «Η συγγραφή σημαίνει να ανοίγεις (τον εαυτό σου) σε βαθμό υπερβολικό… Γι’ αυτό δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει αρκετή ησυχία γύρω σου, δεν μπορεί ποτέ να κάνει αρκετή νύχτα». Για τον Κάφκα, ο εξωτερικός κόσμος ήταν μια απειλητική απόσπαση προσοχής. Η αληθινή ζωή, η αληθινή αποκάλυψη, συνέβαινε μόνο στο σκοτάδι της προσωπικής του απομόνωσης.
Η περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες είναι εξίσου ενδεικτική. Αν και ο Μπόρχες δεν έζησε ως ερημίτης στο δάσος, ολόκληρη η ύπαρξή του ήταν προσανατολισμένη προς έναν εσωτερικό λαβύρινθο, ειδικά μετά την τύφλωσή του. Ο Μπόρχες κλείστηκε στον κόσμο των βιβλίων, της φιλοσοφίας, των καθρεφτών και των μύθων. Για εκείνον, η πραγματικότητα δεν ήταν αυτή που έβλεπαν τα μάτια των σύγχρονών του στους δρόμους του Μπουένος Άιρες, αλλά η απέραντη, συμπαντική Βιβλιοθήκη της Βαβέλ. Ο στοχασμός του ήταν τόσο βαθύς και ο εσωτερικός του κόσμος τόσο συμπαγής, που κατάφερε να επηρεάσει την παγκόσμια σκέψη χωρίς να χρειαστεί να «βγει» ποτέ από το δικό του, πνευματικό σύμπαν.
Ακόμα και ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ένας συγγραφέας που η ζωή του σημαδεύτηκε από ακραίες εξωτερικές εμπειρίες —από την εικονική εκτέλεση μέχρι τα καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία— μεγαλούργησε όταν στράφηκε προς τα μέσα. Ο ήρωάς του στο «Υπόγειο» είναι η επιτομή του ανθρώπου που απομονώνεται, που κλείνεται στον μικρόκοσμό του και ανατέμνει την ανθρώπινη φύση με χειρουργική σκληρότητα. Ο Ντοστογιέφσκι δεν θα είχε γράψει ποτέ τους «Αδελφούς Καραμάζοφ» ή το «Έγκλημα και Τιμωρία» αν είχε μείνει στην επιφάνεια των κοινωνικών γεγονότων της εποχής του. Χρειάστηκε να κλειστεί στο δικό του ψυχολογικό «υπόγειο» για να αντικρίσει κατάματα το σκοτάδι και το φως της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η διαφωνία μας, επομένως, με τον Πέρεθ-Ρεβέρτε δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά βαθιά δομική. Όταν ένας συγγραφέας κλείνεται στον κόσμο του, δεν πεθαίνει. Συχνά, πρόκειται για μια πράξη πνευματικής αυτοάμυνας και απόλυτης αφοσίωσης. Σε έναν κόσμο που υποφέρει από τον συνεχή θόρυβο της πληροφορίας, την ταχύτητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την επιφάνεια της ρηχής επικαιρότητας, η απόφαση ενός δημιουργού να αποτραβηχτεί είναι μια πράξη επανάστασης. Είναι η άρνησή του να αναλωθεί στα εφήμερα, προκειμένου να προσηλωθεί στα αιώνια.
Υπάρχουν, πράγματι, δύο είδη συγγραφέων: εκείνοι που κινούνται οριζόντια, διασχίζοντας τον κόσμο και συλλέγοντας ιστορίες από την επιφάνειά του, και εκείνοι που κινούνται κάθετα, σκάβοντας στο ίδιο σημείο μέχρι να βρουν νερό ή χρυσό. Και οι δύο δρόμοι είναι υπαρκτοί. Το να χαρακτηρίζεται όμως ο δεύτερος ως «πνευματικός θάνατος» αποτελεί μια αδικία απέναντι στην ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας.
Και για να μην ξεχνάμε. Ένα αστυνομικό ή κατασκοπευτικό ή ιστορικό και περιπετειώδες μυθιστόρημα δίνει πάντοτε μια υπερβολικά συμπαγή λύση στο πρόβλημα που θέτει και κατά κανόνα περιστρέφεται γύρω από μια άκαμπτη αντίληψη του κόσμου και των ανθρώπινων υποθέσεων ( η τελική λύση του μυστηρίου!) ενώ η αφήγηση, η λογοτεχνία υπάρχουν για να δίνουν πολύμορφα σχήματα και νοήματα στον κόσμο.
Οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν ήταν νεκροί. Ήταν, και παραμένουν, πιο ζωντανοί από πολλούς σύγχρονούς μας που αναλώνονται σε δημόσιες σχέσεις με στημένα, επιτηδευμένα κι αφύσικα χαμόγελα , τηλεοπτικές εμφανίσεις και αέναη κοινωνικότητα. Η μοναξιά τους δεν ήταν στείρα. Αντίθετα ήταν καρποφόρα, ηλεκτρισμένη και γεμάτη δημιουργική αγωνία. Κατάφεραν να μετατρέψουν τους τέσσερις τοίχους του δωματίου τους σε ένα παράθυρο προς το άπειρο. Και γι’ αυτό, η ανθρωπότητα θα τους χρωστάει πάντα το γεγονός ότι, κλείνοντας την πόρτα στον κόσμο, μας άνοιξαν την πόρτα για την κατανόηση του ίδιου μας του εαυτού.

