Η «Καλή Κυριακή» και το φαινόμενο της αυτοέκδοσης: Ένας προβληματισμός για τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης
Την περασμένη Δευτέρα, σε μια εκδήλωση που συνδύαζε στοιχεία παρουσίασης βιβλίου με κάτι ανάμεσα σε συναυλία εσωτερικής αναζήτησης και τελετή μύησης στο βουδισμό, παρουσιάστηκε το μυθιστόρημα «Καλή Κυριακή» του Ντίνου Αμπλάθρη. Το έργο, σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα, «κινείται ανάμεσα στον προγεννητικό υπαρξισμό, τη νευρωτική ποίηση και τον κοινωνικό αναστοχασμό» — τρεις έννοιες που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έχουν γίνει υποχρεωτικά διαπιστευτήρια κάθε νέου “μεγάλου” έργου που εμφανίζεται στα ράφια με έξοδα όμως του επίδοξου συγγραφέα.
Η βραδιά, η οποία φιλοξενήθηκε σε έναν περιτειχισμένο χώρο καλλιτεχνίας με αισθητική μποστανιού και κακή ακουστική, ανέδειξε για ακόμη μια φορά το φαινόμενο της αυτοέκδοσης. Ή, ακριβέστερα, της αυτοθαυμαστικής επιβεβαίωσης μέσω της αυτοέκδοσης: ένα φαινόμενο που πολλαπλασιάζεται με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν πως το ότι είχαν κάποτε μια «δυνατή γεύση χαμού της αθωότητας» ή ένα παιδικό όνειρο με έγχρωμους συμβολισμούς, τους καθιστά αυτόματα συγγραφείς.
Η αυτοέκδοση ως εργαλείο… πνευματικής ανάδειξης
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή έκρηξη αυτοέκδοσης. Πλατφόρμες, εκδοτικοί «οίκοι» και γραφίστες προσφέρουν ολοκληρωμένα πακέτα: επιμέλεια (που αγνοεί τα ελληνικά συντακτικά φαινόμενα…), εξώφυλλο (συνήθως με πίνακες και νεφελώματα), και διανομή (δηλαδή… πέντε φίλοι, δύο συγγενείς και μια ευγενική υπάλληλος βιβλιοπωλείου που είπε “θα το δούμε”).
Η αυτοέκδοση, σαφώς, δεν είναι από μόνη της καταδικαστέα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου νέοι συγγραφείς, αποκλεισμένοι από τους συντηρητικούς μηχανισμούς των παραδοσιακών λογοτεχνικών εστιών και των οίκων αλληλολιβανίσματος, βρίσκουν σε αυτή μια πολύτιμη διέξοδο. Όμως, το πρόβλημα δεν είναι η μέθοδος — είναι η πρόθεση. Όταν η έκδοση γίνεται αυτοσκοπός, μέσο προσωπικής προβολής ή κοινωνικού κύρους, όταν δηλαδή η φράση «έχω εκδώσει βιβλίο» αντικαθιστά τη φράση «έχω γράψει κάτι που πράγματι αξίζει», τότε η λογοτεχνία μετατρέπεται σε φτηνό αξεσουάρ.
Από τις “Αμπωσιές” στο ράφι των παραπόνων
Ο Ντίνος Αμπλάθρης, αφού συνέγραψε το πόνημά του μέσα σε «τρεις έντονες εβδομάδες δημιουργικής εκτόνωσης», όπως ο ίδιος δήλωσε, απευθύνθηκε στον εκδοτικό οίκο Λογοτεχνικές Εκδόσεις ‘’Αμπωσιές’’. Το όνομα του οίκου, σχεδόν ποιητικό, προκαλεί μιαν αδιόρατη πνοή ρομαντισμού, αλλά πίσω από τη έκδηλη γλυκύτητα κρύβεται ένας απλός κανόνας: πρώτα πληρώνεις, και μετά εκδίδεσαι. Χωρίς φίλτρα, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς ενοχές.
Πρόκειται για μοντέλο έκδοσης που βασίζεται στην οικονομική συνεισφορά του συγγραφέα και λιγότερο σε ποιοτικά ή αισθητικά κριτήρια. Έτσι, ο ρόλος του εκδότη από φίλτρο και εγγυητής ποιότητας μετατρέπεται σε μηχανισμό εκτύπωσης και τιμολογίων. Το μόνο που χρειάζεται είναι να στείλεις το κείμενο και το IBAN σου.
Η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου ήταν, όπως συνηθίζεται, «μια βραδιά κουλτούρας, διαλογισμού και αισθητικής του λόγου» — δηλαδή ένα κοινωνικό γεγονός όπου ο συγγραφέας διάβασε αποσπάσματα με παραφορά, οι παριστάμενοι κούνησαν το κεφάλι με θαυμασμό, και στο τέλος όλοι φωτογραφήθηκαν γελαστοί μπροστά στο εξώφυλλο. Λογοτεχνική κριτική; Ανύπαρκτη. Συζήτηση για τη δομή, τους χαρακτήρες ή τη γλώσσα; Καμία. Μόνο θερμά συγχαρητήρια, αόριστα εγκώμια και εναγκαλισμοί.
Το έργο και η υπερεκτίμηση του εαυτού
Ο Ντίνος Αμπλάθρης δήλωσε με στόμφο πως η «Καλή Κυριακή» είναι «ένα μυθιστόρημα που χρειάστηκε κόπο για να βγει». Εξομολογήθηκε πως γράφτηκε «από εσώτατη πίεση» και πως αφορά «τη βαθιά μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, την ανάγκη του να αγαπηθεί, να σωθεί, αλλά και να πονέσει». Εδώ βέβαια γεννάται το αιώνιο ερώτημα: Μήπως η “ανάγκη” να πεις κάτι δεν συνεπάγεται και την ικανότητα να το πεις καλά;
Μια σύνοψη του έργου:
Ένας άντρας, τρία βλέμματα και μια αμήχανη Καθαρά Δευτέρα.
Ο Βαγγέλης Π., πρώην καθηγητής κοινωνιολογίας και νυν μόνιμος θαμώνας σε συνοικιακό καφενείο με πλαστικές καρέκλες και τηλεόραση στη σίγαση, ξυπνά την Καθαρά Δευτέρα με έναν επίμονο πονοκέφαλο και ένα παράξενο τσουβάλι έξω από την πόρτα του. Δεν περιέχει χαρταετό. Ίσως περιέχει την αλήθεια. Ίσως όμως και πατάτες Νάξου.
Καθώς η μέρα προχωρά με το ρυθμό ενός νυσταγμένου λεωφορείου, ο Βαγγέλης έρχεται αντιμέτωπος με την αισθητή απουσία του από το ίδιο του τον βίο, τα κρυφά βλέμματα τριών πρώην συμφοιτητών του (ή μήπως απλώς αγνώστων) και το ημιφωτισμένο παρελθόν που αρνείται να σαρωθεί από την αποκριάτικη ευθυμία.
Σε έναν κόσμο όπου το προσωπικό είναι πολιτικό, το πολιτικό γίνεται γραφικό και το γραφικό καταντά καθημερινό, ο ήρωας παλεύει να βρει νόημα στις μικρές πράξεις: μια φέτα λαγάνα, ένα ραδιόφωνο που παίζει μόνο τραγούδια έρωτα, καψούρας και χωρισμού με μια φωνή που ίσως είναι η δική του. Ή του απέναντι.
Με γραφή που κινείται ανάμεσα σε ψιθύρους ψυχολογικού δοκιμίου και χαρτοπετσέτας με μουστάρδα, ο Ντίνος Αμπλάθρης καταθέτει ένα μυθιστόρημα υπόγειας έντασης και εσωτερικού ύψους. Ρωτά ο συγγραφεύς με λεπτούς υπαινιγμούς: Είναι μήπως η απουσία η πιο πυκνή μορφή παρουσίας; Είναι η Καθαρά Δευτέρα ο μόνος ανυστερόβουλος εορτασμός του έθνους; Ή μήπως τελικά, δεν είναι τίποτα άλλο από μια μέρα με τσουχτερό κρύο, αμηχανία και πολύ φασολάδα; Ένα έργο που δεν θα συζητηθεί πολύ, αλλά θα κρατήσει για πάντα μια θέση δίπλα στο ψυγείο σας.
Το πρόβλημα, όπως βλέπουμε, δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι και πολιτισμικό: η δήλωση του συγγραφέα ότι έχει γράψει το «επόμενο σημαντικό έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας» δεν είναι απλώς υπερβολική· είναι ενδεικτική μιας εποχής όπου η κριτική θεωρείται καταπίεση και η ανατροφοδότηση εχθρική πράξη.
Λογοτεχνία ή κάτοπτρο;
Η λογοτεχνία υποτίθεται πως στοχεύει σε κάτι περισσότερο από την αυτοεπιβεβαίωση. Προσπαθεί να δημιουργήσει συγκίνηση, νόημα, ταύτιση. Όμως τα έργα τύπου «Καλή Κυριακή», και δεκάδες άλλα παρόμοια, λειτουργούν συχνά περισσότερο ως καθρέφτες του δημιουργού παρά ως παράθυρα στον κόσμο.
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον Ντίνο Αμπλάθρη. Είναι πλέον ευρύτερο: άνθρωποι κάθε ηλικίας που, αντί να δουλέψουν με υπομονή το κείμενό τους, να ζητήσουν απαιτητική επιμέλεια ή να αντιμετωπίσουν την απόρριψη, επιλέγουν την εύκολη οδό. Και καταλήγουν με ένα τυπωμένο βιβλίο, έναν θλιμμένο ISBN και καμία πραγματική λογοτεχνική παρακαταθήκη.
Ποιοι παρευρέθηκαν:
Οι συγγενείς με το βλέμμα της θυσίας
Η μαμά, η θεία Φίφα, η καμαρωτή σύντροφος, ο ξάδελφος που δεν διαβάζει ούτε ετικέτα σε μπουκάλι νερού — όλοι είναι εκεί. Συχνά με το ύφος «δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά που λέει, αλλά μπράβο στο παιδί». Έχουν αγοράσει το βιβλίο (συνήθως με υπογραφή) και θα το βάλουν σε εμφανές σημείο στο σαλόνι, ανάμεσα στο οικογενειακό λεύκωμα και μια κορνίζα με τον παππού στρατιώτη.
Οι φίλοι από ευγένεια (και φόβο κοινωνικού αποκλεισμού)
Φίλοι, συμφοιτητές, παλιοί συνάδελφοι, κάποιοι φίλοι του/της συντρόφου. Δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά θα έρθουν. Γιατί ο συγγραφέας έχει στείλει 18 υπενθυμίσεις, έχει ανεβάσει 22 stories, και θα κρατήσει μούτρα αν λείπεις. Κατά βάθος αναρωτιούνται: «Τι ώρα άραγε είναι κοινωνικά αποδεκτό να φύγω χωρίς να παρεξηγηθεί;»
Οι υφιστάμενοι (ή οι εξαρτώμενοι επαγγελματικά)
Αν ο συγγραφέας είναι σε θέση εξουσίας κάποιοι θα εμφανιστούν από καθήκον. Μπορεί να προσπαθήσουν να δείχνουν ενθουσιασμένοι. Μπορεί και να κοιτάζουν το ρολόι κάθε 3 λεπτά. Αλλά θα πουν φιλικά λόγια — δημόσια…
Οι “ομοιοπαθείς” (άλλοι υποψήφιοι για αυτοέκδοση)
Αυτοί είναι οι πιο παρατηρητικοί. Σκανάρουν τις επιλογές λέξεων του συγγραφέα, το κοινό, την έκδοση. Αναρωτιούνται: «Μήπως να πάω κι εγώ σε εκείνον τον εκδοτικό;» ή «Γιατί να βγάλει αυτός βιβλίο κι όχι εγώ;» Σκέφτονται ήδη τον δικό τους τίτλο: «Αθόρυβες Τρικυμίες».
Ο “κριτικός” της γειτονιάς
Κάποιος με αραιό μούσι και γκρίζα ξέμπλεκα μαλλιά, που αυτοσυστήνεται ως “μανιώδης αναγνώστης”, ” εργάτης της πένας”, και “φιλότεχνος”. Του αρέσει να κάνει ερωτήσεις στο τέλος, φροντίζοντας να είναι μακροσκελείς και δυσκολοσύλληπτες. Χρησιμοποιεί τις φράσεις “διπολικότητα της νοηματοδότησης” και “οντολογική γραμματική του προσώπου”, για να πει τελικά: «Το βιβλίο ήταν όντως πολύ αξιοπρόσεχτο».
Οι “άνθρωποι του χώρου” (που δεν ξέρει κανείς ποιον χώρο εννοούν)
Συνήθως έχουν «ένα μπλογκ», «ένα Project», «ένα έντυπο που δεν βγαίνει πια» ή είναι «σε μια μικτή επιτροπή ανάγνωσης». Έρχονται για να δουν, να φωτογραφηθούν, και ίσως να κάνουν ένα δικό τους EVENT σε 2 εβδομάδες. Δεν αγοράζουν το βιβλίο. Δεν το διαβάζουν. Αλλά θα πουν «ήταν μια ονειρώδης βραδιά».
Ο/Η πρώην (ή δυνητικός μελλοντικός εραστής/ερωμένη)
Ένα πρόσωπο-έκπληξη. Κάθεται πίσω-πίσω, κάνει πως διαβάζει το πρόγραμμα, παρακολουθεί σιωπηλά. Ο συγγραφέας κάνει σαν να μην τον/την βλέπει, αλλά φυσικά έχει διαλέξει να διαβάσει το πιο φορτισμένο απόσπασμα, το οποίο αρχίζει με «Και τότε, με κοίταξε αμήχανα σαν να ήμουν μια γκρίζα σκιά του πρωτινού εαυτού μου».
Δύο τελείως άσχετοι
Μπήκαν επειδή νόμιζαν ότι είναι έκθεση ζωγραφικής με μπόλικο κρασί και μεζέδες. Θα μείνουν μέχρι να δουν ότι δεν υπάρχει καν μπουφές. Σε λίγο φεύγουν διακριτικά.
Συμπέρασμα:
Όχι, δεν είναι μόνο συγγενείς, φίλοι και υφιστάμενοι. Είναι και μια ευρύτερη σύμπτωση προσδοκιών, ευγενών ψευδαισθήσεων και κοινωνικών αντανακλαστικών. Σε τέτοιες παρουσιάσεις, η λογοτεχνία παίζει συχνά δευτερεύοντα ρόλο. Το κύριο δράμα εκτυλίσσεται στη σιωπηρή κοινωνική σκηνοθεσία: ποιος ήρθε, ποιος δεν ήρθε, ποιος χειροκρότησε πιο δυνατά, ποιος αγόρασε το βιβλίο, και ποιος θα το αφήσει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του για πάντα.
Επίλογος: Το βιβλίο ως φετίχ του Εγώ
Η ανάγκη για δημιουργία είναι βαθιά ανθρώπινη. Όμως, όταν ο δημιουργός αρνείται να αξιολογηθεί, όταν η έκδοση γίνεται εμπορική συναλλαγή , όταν η «Καλή Κυριακή» είναι στην ουσία ένα βαρετό Δευτεριάτικο βράδυ με ακατάσχετη λογοδιάρροια , τότε το αποτέλεσμα είναι ένα οικοσύστημα γεμάτο με έντυπα-φαντάσματα. Λαμπερά εξώφυλλα, άδεια ράφια.
Το ερώτημα παραμένει: Πόσο κοστίζει σήμερα ο τίτλος του “συγγραφέα”; Και τι απομένει από τη λογοτεχνία όταν πάψει να είναι τέχνη και γίνεται μόνο μια φωτογραφία στο Facebook;

