ΓενικάΕΙΔΗΣΕΙΣΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ευρώπη Μετά Την Αυταπάτη: Η Προειδοποίηση Του Μάριο Ντράγκι Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Ο Μάριο Ντράγκι (Mario Draghi), ένας από τους πιο επιδραστικούς οικονομολόγους και πολιτικούς της σύγχρονης Ευρώπης, τέως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κεντρικός παράγων της ευρωπαϊκής απάντησης στην κρίση του ευρώ, επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε πρόσφατη τοποθέτησή του, παρουσιάζει μια ψύχραιμη αλλά ταυτόχρονα ανησυχητική διάγνωση: η ΕΕ έζησε για δεκαετίες μέσα σε μια «ευρωπαϊκή αυταπάτη», πιστεύοντας ότι η οικονομική της δύναμη ήταν αρκετή για να μετατραπεί σε γεωπολιτική ισχύ. Η σημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, αποδεικνύει το αντίθετο.

Η Κατάρρευση της «Ευρωπαϊκής Ψευδαίσθησης»

Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε μεταπολεμικά πάνω στην ιδέα ότι η οικονομική ολοκλήρωση θα οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε πολιτική ενδυνάμωση και σε αυξημένη διεθνή επιρροή. Η εσωτερική αγορά με τους 450 εκατομμύρια καταναλωτές φαινόταν από μόνη της αρκετή για να καταστήσει την Ευρώπη παγκόσμιο παίκτη. Ωστόσο, η τελευταία δεκαετία αποκάλυψε τα όρια αυτού του συλλογισμού.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παραδοσιακός σύμμαχος της Ευρώπης, δεν δίστασαν να υιοθετήσουν προστατευτικά μέτρα και να ζητήσουν μεγαλύτερη συμβολή των Ευρωπαίων στις αμυντικές δαπάνες. Η Κίνα, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί τη θέση της σε κρίσιμες αλυσίδες αξίας –όπως οι σπάνιες γαίες– για να αυξήσει την εξάρτηση της ΕΕ. Παράλληλα, σε μείζονες διεθνείς κρίσεις, από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή, η ΕΕ εμφανίστηκε ως περιφερειακός παρατηρητής παρά ως ανεξάρτητος και ισχυρός παίκτης.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: η οικονομική ισχύς χωρίς στρατηγική και πολιτική βούληση δεν εγγυάται διεθνή επιρροή. Η «ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση» έχει πλέον εξαντληθεί.

Το Τέλος ενός Μοντέλου

Ο Ντράγκι τονίζει ότι τα οικονομικά και πολιτικά μοντέλα αντανακλούν πάντα τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που κυριάρχησε από τη δεκαετία του 1980 έως τις αρχές του 2000, βασισμένο στην απελευθέρωση των αγορών και στον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης, υπήρξε αποτελεσματικό σε μια φάση παγκοσμιοποίησης και σχετικής σταθερότητας.

Σήμερα, όμως, οι προτεραιότητες έχουν μετατοπιστεί. Η γεωοικονομία, η ασφάλεια, η ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού και η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες καθίστανται σημαντικότερες από την απλή βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας. Η ΕΕ, με την τρέχουσα δομή της, δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένη για αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον.

Η Αναγκαιότητα Εσωτερικής Ενοποίησης

Κεντρικό στοιχείο της πρότασης Ντράγκι είναι η ολοκλήρωση της Εσωτερικής Αγοράς. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, παραμένουν σοβαρά εμπόδια: διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα, γραφειοκρατικές καθυστερήσεις και περιορισμοί στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η άρση αυτών των εμποδίων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας κατά 7% μέσα σε μία δεκαετία, έναντι μόλις 2% που κατεγράφη την προηγούμενη επταετία.

Αυτή η αύξηση δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης. Θα καθορίσει αν η Ευρώπη θα διαθέτει τους πόρους και την αυτοπεποίθηση να υποστηρίξει στρατηγικές επιλογές σε τομείς όπως η άμυνα και η τεχνολογία.

Τεχνολογία και Βιομηχανική Στρατηγική

Η τεχνολογία αναδεικνύεται ως το νέο πεδίο ανταγωνισμού. Οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη και η πράσινη μετάβαση δεν είναι απλώς οικονομικοί τομείς, αλλά τα θεμέλια της μελλοντικής ισχύος. Η ΕΕ, όμως, αντιμετωπίζει το πρόβλημα του κατακερματισμού: οι εθνικές επενδύσεις είναι περιορισμένες και ασυντόνιστες, γεγονός που τις καθιστά ασύγκριτα μικρότερες από τα προγράμματα των ΗΠΑ ή της Κίνας.

Χωρίς κοινή στρατηγική, η Ευρώπη κινδυνεύει να καταλήξει εξαρτημένη από άλλες δυνάμεις για κρίσιμες τεχνολογίες, με ό,τι αυτό σημαίνει για την οικονομική και πολιτική της αυτονομία.

Ο Ρόλος του Δημόσιου Τομέα

Ο Ντράγκι αναγνωρίζει ότι ο ιδιωτικός τομέας στην Ευρώπη διαθέτει ανθεκτικότητα και ικανότητα προσαρμογής. Ωστόσο, ο δημόσιος τομέας υστερεί σε ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Η πολυπλοκότητα των διαδικασιών αδειοδότησης, ο κατακερματισμός των πολιτικών και η απουσία κοινής στρατηγικής περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης. Αν η ΕΕ θέλει να σταθεί ισότιμα απέναντι σε άλλες μεγάλες δυνάμεις, οφείλει να υπερβεί τις δομικές της αγκυλώσεις. Αυτό σημαίνει μεταρρύθμιση των θεσμών, άρση περιττών εμποδίων και συντονισμό των εθνικών στρατηγικών σε μια ευρωπαϊκή κατεύθυνση.

Η Πρόταση για Κοινό Χρέος

Ο Ντράγκι προχωρά ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας τη δημιουργία ενός μηχανισμού που ονομάζει «28ο κράτος». Πρόκειται για ένα θεσμικό σχήμα που θα επιτρέπει την από κοινού ανάληψη και χρηματοδότηση μεγάλων ευρωπαϊκών έργων, πέραν των περιορισμών των επιμέρους εθνικών προϋπολογισμών.

Η λογική είναι ότι μόνο μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού χρέους μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι αναγκαίες επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια και η έρευνα. Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης, που δημιουργήθηκε ως απάντηση στην πανδημία, δείχνει ότι αυτός ο δρόμος είναι πολιτικά εφικτός και οικονομικά αποτελεσματικός.

Η Πολιτική Διάσταση

Πέρα από τα οικονομικά και θεσμικά ζητήματα, η πρόταση του Ντράγκι έχει μια βαθιά πολιτική διάσταση. Η επιτυχία της εξαρτάται από την ικανότητα των Ευρωπαίων ηγετών να πείσουν τους πολίτες ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι ένα απλό τεχνοκρατικό εγχείρημα, αλλά μια αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία των αξιών της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ειρήνης.

Η ΕΕ απέδειξε στην πανδημία και κατά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ότι μπορεί να δράσει συλλογικά και αποτελεσματικά σε συνθήκες κρίσης. Το ζητούμενο είναι να επιδείξει την ίδια αποφασιστικότητα και σε περιόδους κανονικότητας, ώστε να μην παραμένει μια «ένωση ανάγκης», αλλά μια «ένωση επιλογής».

Επιμύθιο

Η ανάλυση του Μάριο Ντράγκι λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ιστορία δεν προχωρά με την απραξία της ακινησίας. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: είτε θα επιλέξει τον δρόμο της εμβάθυνσης, της κοινής δράσης και της στρατηγικής αυτονομίας, είτε θα περιοριστεί σε έναν υποδεέστερο περιφερειακό ρόλο σε έναν κόσμο που καθοδηγείται από άλλες υπέρτερες δυνάμεις.

Η πρόκληση δεν είναι μόνο θεσμική ή οικονομική, είναι βαθιά πολιτική και κοινωνική. Αφορά την ικανότητα των Ευρωπαίων πολιτών και ηγετών να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα και να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί. Η «ευρωπαϊκή αυταπάτη» μπορεί να έχει τελειώσει, αλλά το αν θα ακολουθήσει μια νέα φάση αναγέννησης ή παρακμής παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα.