ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Είμαι… Αλαίν Ντελον!!! Γράφει ο Γιάννης Ρεβύθης

Πέθανε λοιπόν, σε προχωρημένη ηλικία ο εμβληματικός Γάλλος ηθοποιός Αλαίν Ντελόν. Ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ του Γαλλικού σινεμά, που άφησε εποχή και ως σύμβολο του σεξ της Ευρώπης. Ο ηθοποιός που συνδύαζε την υποκριτική με την γοητευτική του εμφάνιση. Τον θαύμαζαν και οι άντρες και οι γυναίκες, άλλα ιδιαίτερα οι γυναίκες τον λάτρευαν.
Η απόλυτη γοητεία, το ανδρικό πρότυπο. Ο άνθρωπος με το “αγγελικό πρόσωπο”.
Ήταν όμως και ο άνθρωπος που χωρίς να το ξέρει, αλλά και χωρίς βέβαια να το επιζητά, προκάλεσε “τεκτονικούς σεισμούς” στην μικρή σκακιστική μας παρέα του Ακταίον, εκεί γύρω στη δεκαετία του 70.
Ήμασταν λοιπόν στο Ακταίον, πάνω από τον ΝΑΟΚ, στο kafe bar και restaurant το Ακταίον, που φιλοξενούσε, τους σκακιστές του ΣΠΖ Κερκύρας τους καλοκαιρινούς μήνες. Το Ακταίον που από τα μέσα του περασμένου αιώνα λειτουργούσε ως θερινός κινηματογράφος και στη συνέχεια είχε μετατραπεί σε αναψυκτήριο.
Αφού είχαμε γυρίσει ως σύγχρονοι “νομάδες” την … μισή Κέρκυρα, βλέπετε δεν ήμασταν και η πιο ήσυχη, ούτε η πιο καταναλωτική παρέα, βρέθηκε επιτέλους ο καλός άνθρωπος, να μας παραχωρήσει ένα μικρό χώρο κάτω απο τα δένδρα. Ισα -ισα για να βάλουμε πέντε έξι τραπεζάκια και να περνάμε ευχάριστα τις απογευματινές μας ώρες, με το αγαπημένο μας παιγνίδι, το σκάκι.
Ο μοναδικός όρος πού μας είχε θέσει ο καταστηματάρχης, ήταν η συμφωνημένη μίνιμουμ κατανάλωση για κάθε τραπέζι.
Μετά από … σκληρές διαπραγματεύσεις συμφωνήσαμε στους δύο ελληνικούς καφέδες ως μίνιμουμ κατανάλωση ανά τραπέζι, ανεξάρτητα από το πόσοι θα κάθονται γύρω από το τραπέζι για να παρακολουθούν την παρτίδα.
Έτσι το συνηθίζαμε. Δύο να παίζουν και πέντε, έξι να παρακολουθούν, να σχολιάζουν και να περιμένουν την ευκαιρία για τα πειράγματα.
Έτσι ωραία περνούσαν οι μέρες και τα καλοκαίρια για την σκακιστική μας παρέα στο Ακταίον.
Ιδιαίτερα τις Κυριακές που “το μαγαζί” έφτιαχνε τυροπιτάκια άλλα και μεζέδες για το ουζάκι, παίζαμε υπό τον ήχο των φιλαρμονικών που έδιναν τις καλοκαιρινές τους συναυλίες δίπλα μας, στο κιόσκι της πάνω πλατείας και όλα ήταν υπέροχα.
Τις καθημερινές, από νωρίς το απόγευμα “μέσα στη ζέστη” ο ένας από το δρόμο της Γαρίτσας, ο άλλος από την πιάτσα, έκαναν την εμφάνιση τους οι σκακιστές. Προσπαθούσαν να έρθουν από νωρίς για να προλάβουν να καθίσουν στα τραπέζια που ήταν τοποθετημένα κάτω από τα δένδρα με τον βαθύ ίσκιο, αλλιώς όπως έλεγαν θα τους “έτρωγε” ο ήλιος.
Ο κυρ Γιάννης συνήθως ερχόταν από τους πρώτους.
Μόλις είχε πάρει τη σύνταξη του, δεν είχε και άλλη δουλειά να κάνει, και που τον έχανες που τον έβρισκες όλο στο σκάκι ήταν.
Κατέβαινε από τους πρώτους, έφερνε τη σκακιέρα με τα σκακιστικά κομμάτια, τα άπλωνε στο “καλό” τραπέζι κάτω απο το δένδρο με τον παχύ ίσκιο και περίμενε το θύμα του όπως έλεγε χαμογελώντας.
– Ελα Σπύρο κάτσε να σε μάθω πως παίζεται το καλό σκάκι. Κάτσε να σου κάνω κάνα μάθημα. Μη ξεχνάς εγώ έχω κερδίσει γκράν μαιτρ έλεγε χαμογελώντας.
Εννοούσε βέβαια κάτι πού είχε συμβεί πριν από πολλά πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή έπαιξε με τον δεκάχρονο Σπύρο που αργότερα μεγαλώνοντας έγινε γκράν μαιτρ μα ισχυριζόταν πώς τον είχε κερδίσει. Ασε πού και αυτό ακόμα ήταν υπό αμφισβήτηση γιατί δεν το θυμόταν κανένας.
Περνούσε η ώρα, σιγά σιγά γέμιζαν τα τραπέζια, τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν και είχαν αρχίσει τα “Γαλλικά” τους.
– Ζουέ μον μπουμπούν στο ένα τραπέζι, σε ελεύθερη μετάφραση…παιζε μπουμπούνα!
– Είσαι ντα λαφροκρέμ λε ζατρικί, σε ελεύθερη μετάφραση…εισαι στην αφρόκρεμα του ζατρικίου στο άλλο τραπέζι.
Πού και πού ακούγονταν και κάποια σκακιστικά βογγητά, σήμαινε πως δεν θα είχε καλή θέση, η, φωνές του τύπου “παίχτο, το ακούμπησες”, η άστο το κομμάτι κάτω μη σου.. κόψω το χέρι.
Υπήρχαν και κάποιοι που όσο έπαιζαν σιγοτραγουδούσαν διάφορα άσματα. Αυτό σήμαινε πως είτε κέρδιζαν η είχαν καλή θέση.
Του κυρ Βαγγέλη του είχε κολλήσει το τραγούδι του Θέμη Ανδρεάδη που έκανε θραύση εκείνη την εποχή και ήταν σχεδόν στα χείλη όλων μας. Ταίριαζε άλλωστε και στην περίπτωση.
Είμαι πολύ ωραίος
Βεβαίως βεβαίως
Είμαι πολύ ωραίος
Είμαι Αλαίν Ντελόν
Περνούσαν αυτοί οι στίχοι από στόμα σε στόμα μέχρι που έφτασαν και στον Κυρ Γιάννη που καμαρωτός καμαρωτός το σιγοτραγουδούσε διαφημίζοντας την σκακιστική του τέχνη, παράλληλα με την … γοητεία του και τον ανδρισμό του.
– Τελικά είσαι πολύ ωραίος κυρ Γιάννη. Είσαι Αλαίν Ντελον τον πείραζαν οι άλλοι σκακιστές αλλά δεν τον ενοχλούσε. Αντίθετα του άρεσε να του λένε πως μοιάζει με τον γοητευτικό σταρ του σινεμά. Και πες πες λίγο ήθελε ακόμα για να το πιστέψει ο φίλος μας.
Εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα έφθασε θορυβωδώς όπως πάντα πατώντας απότομα τα φρένα ο Νικήτας με το άσπρο Citroen του . Πάρκαρε άτσαλα όπως το συνήθιζε ακουμπώντας το πεζοδρόμιο δίπλα στο Ακταίον, για να μην χρειαστεί να κάνει ούτε δύο βήματα με τα πόδια και εκανε την εμφάνιση του κρατώντας στο ένα χέρι το καλοκαιρινό του σακάκι και στο άλλο το αιώνια αναμμένο τσιγάρο.
– Για πού ετοιμάζεσαι κουστουμαρισμένος με τόση ζέστη Νικήτα, τον ρωτά ο κολλητός του Σπύρος Κ.
– Α. Απόψε έχει σινεμά στον καλοκαιρινό του Palace. Εχει ένα πολύ ωραίο έργο με πρωταγωνιστή τον Αλαίν Ντελόν και την Ρομυ Σνάιντερ. Παιζει το La Piscine.
– Ωραία κάτσε τώρα να παίξουμε και μας λες αύριο τις εντυπώσεις σου.
– Δεν έρχεσαι κι εσύ, ωραία θα είναι συνέχισε ο Νικήτας.
– Εντάξει θα πάμε παρέα
Ο Νικήτας λοιπόν με τον Σπύρο ήταν αχώριστοι φίλοι αλλά τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες.
Ο Νικήτας ήταν από “απέναντι” όπως περιπαιχτικά του έλεγε ο άλλος ο Κορφιάτης. Κλασσικός μεσοαστός με πολλά από τα χαρακτηριστικά της Ηπειρωτικής καταγωγής του. Με πηγαίο χιούμορ, κοινωνικός, του άρεσε πολύ το σκάκι αλλά ταυτόχρονα του άρεσαν οι πλάκες και τα χωρατά με τους άλλους σκακιστές. Σε αυτό έμοιαζε πολύ με τον Σπύρο Κ.
Ο Σπύρος Κ. κλασσικός δημοτικός υπάλληλος είχε όλα τα χαρακτηριστικά του Κερκυραίου Βενετσιάνου. Χαμογελαστός , ευγενικός, αλλά ταυτόχρονα και το κρυφό πειραχτήρι.
Μάλιστα, όταν μας μιλούσε για τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, λυνόταν όλη η παρέα στα γέλια.
Τότε αμέσως μετά τον πόλεμο όταν είχε έλθει στην Κέρκυρα ο Νικήτας σκάκι παιζόταν στο γνωστό στέκι του Ζήσιμου.
Εμφανίζεται λοιπόν ένας καλοστεκούμενος κύριος ο Νικήτας, συστήνεται και ζητά να παίξει σκάκι. Μετά τίς συστάσεις προθυμοποιείται ο Σπύρος Κ. και παίζουν σκάκι.
Αυτό ήταν. Έτσι ξεκίνησε η φιλία τους.
Την επόμενη μέρα έρχεται ξανά ο Νικήτας και πριν καθίσουν να παίξουν βγάζει από την τσάντα του ένα καλό διπλωμένο δώρο.
– Στο έφερα για να σε ευχαριστήσω για την χθεσινή σου υποδοχή
– Σε ευχαριστώ πολύ. Δεν ηταν ανάγκη.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το σπίτι του, ανοίγει το δεματακι ο Σπύρος Κ. και βλέπει ένα ωραίο καλό δεμένο βιβλίο.
“Ταδε εφη Ζαρατούστρας του Φριντριχ Νίτσε” διαβάζει. Τι είναι αυτό ψελλίζει!
Την επόμενη μέρα το απόγευμα συναντώνται ξανά στού Ζήσιμου.
– Πως σου φάνηκε το βιβλίο ο Νικήτας..
– Πολύ ενδιαφέρον. Εξαιρετικός ο Νίτσε. Περιττό βέβαια να σας πω οτι είχε μείνει στην πρώτη σελίδα μας έλεγε αργότερα..
Μετά από λίγες μέρες ξανά ο Νικήτας .
– Σου έφερα και ένα άλλο βιβλίο. Να το διαβάσεις για να το συζητήσουμε
Παίρνει το βιβλίο το ανοίγει και ήταν “η πανούκλα” του Αλμπέρ Καμύ.
– Κακό βιολί ανοίξαμε σκέφτηκε. Πρέπει να σταματήσει αυτή η ιστορία γιατί κάποια στιγμή θα χρειαστεί να συζητήσουμε γι αυτά τα βιβλία.
Την επόμενη φορά που συναντήθηκαν ο Σπύρος Κ. τα είχε όλα ετοιμάσει.
– Γεια σου Νικήτα.
– Γεια σου Σπύρο
– Απόψε Νικήτα είναι η σειρά μου . Σού έχω φέρει εγώ ένα πολύ ωραίο βιβλίο, αλλά να το ανοίξεις όταν πας στο σπίτι σου.
– Σε ευχαριστώ Σπύρο.
Παίρνει το βιβλίο και όταν φθάνει σπίτι του γεμάτος χαρά φωνάζει την γυναίκα του.
– Ξέρεις αυτός ο ευγενικός κύριος που γνώρισα απόψε ήθελε να μας ανταποδώσει το δώρο και μας χάρισε αυτο το βιβλίο. Άνοιξε το.
Παίρνει το βιβλίο με χαρά η καλή γυναίκα, το ξεδιπλώνει προσεκτικά και τι να δεί..
Στο εξώφυλλο ένας μαύρος άνδρας ολόγυμνος όπως τον γέννησε η μάνα του με τίτλο “Ο Έρως παρά της μαύρης” του Πιτιγκρίλι.
Αυτό βέβαια ήταν και το τελευταίο βιβλίο που αντάλλαξαν.
Την επόμενη μέρα η ζωή στη μικρή κοινωνία του Ακταίον περνούσε ίδια μονότονα.
Οι σκακιστές είχαν πάρει τις θέσεις τους, είχαν παραγγείλει τα καφεδάκια τους, άλλοι έπαιζαν άλλοι σχολίαζαν τις παρτίδες και άλλοι συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων.
Ο κυρ Γιάννης είχε πάρει θέση από νωρίς ήταν μπροστά στο σκορ και όπως το συνήθιζε σιγοτραγουδούσε.
Είμαι πολύ ωραίος
Βεβαίως βεβαίως.
Είμαι πολύ ωραίος
Είμαι Αλαίν Ντελόν
Ο Νικήτας με τον Σπύρο Κ. καθόταν δίπλα και δήθεν συζητούσαν αμέριμνα.
– Αλήθεια πως σου φάνηκε το χθεσινό έργο;
– Πολύ ωραία ταινία. Με πολύ ωραίες ερμηνείες. Πολύ μεγάλος ηθοποιός ο Αλαίν Ντελόν και πόσο γοητευτικός!!
Το ακούει ο κυρ Γιάννης και γυρνώντας προς το μέρος τους συνεχίζει
.
– Είμαι πολύ ωραίος
– Είμαι Αλαιν Ντελόν
Συνεχίζουν τη συζήτηση τους ο Νικήτας με τον Σπύρο Κ. δήθεν αμέριμνα.
– Ξέρεις όμως μου έκανε εντύπωση αυτο που έλεγαν για τον Αλαίν Ντελόν.
– Και μένα το πιστεύεις αλήθεια;
– Τι να σού πω. Όλα μπορείς να τα δεις στις μέρες μας.
Γυρίζει προς το μέρος τους ο κυρ Γιάννης και γεμάτος περιέργεια τους ρωτά τι ήταν αυτό που τούς έκανε τόση εντύπωση.
– Ξέρεις Γιάννη λέγανε ότι ο Αλαίν Ντελόν είναι “τοιούτος” του απαντά ο Νικήτας.
– Τοιούτος λέει απορημένος ο κυρ Γιάννης τι σημαίνει αυτό.
– Να δεν είναι και τόσο φανατικός άνδρας. Έτσι δεν λέγανε Σπύρο;
– Έτσι λέγανε και κάτι θα ξέρουν. Γι αυτό και συ Γιάννη πρόσεχε μη λες συνέχεια “είμαι Αλαίν Ντελον” και σε περάσουν για “τοιούτο”.
Έξαλλος ο κυρ Γιάννης φωνάζοντας τούς διαβεβαιώνει ότι δεν πρέπει να αμφιβάλλουν για τον ανδρισμό του.
– Μα Γιάννη δεν αμφιβάλλουμε για σένα για τον Αλαίν Ντελον μιλάμε.
Εσυ ισχυρίζεσαι ότι είσαι Αλαίν Ντελόν. Και τώρα που σε βλέπω καλά νομίζω πως αλήθεια του μοιάζεις. Έχεις δίκιο.
Τι ήταν να το πει αυτό. Έφυγαν τραπέζια, σκακιέρες, καφέδες ποτήρια . Ο κυρ Γιάννης έξαλλος απειλούσε θεούς και δαίμονες αν τον τον ξανά φωνάξουν Αλαίν Ντελόν.
Έφυγε βρίζοντας και απειλώντας και ξανά εμφανίστηκε μετά από μεγάλο διάστημα όταν πήρε τη διαβεβαίωση οτι ο Αλαίν Ντελόν δεν ήταν “τοιούτος”.
Και βέβαια το τραγούδι του Θέμη Ανδρεάδη πού ήταν η αιτία για την “μεγάλη έκρηξη” δεν ξανακούστηκε ποτε στο Ακταίον.