ΓενικάΕΙΔΗΣΕΙΣΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ψευδο-Προοδευτισμός: Η Μάσκα Ενός Ανομολόγητου Συντηρητισμού Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Υπάρχουν έννοιες που χρησιμοποιούνται τόσο συχνά, ώστε η ίδια τους η καθημερινότητα αρχίζει να υπονομεύει τη σημασία τους. «Πρόοδος», «δικαιώματα», «κοινωνική ευαισθησία»· λέξεις που κυκλοφορούν στο δημόσιο λόγο με την ευκολία που κυκλοφορεί το νόμισμα – φθαρμένες από την πολλαπλή χρήση, ύποπτα άδειες από το νόημα που άλλοτε μετέφεραν.

Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ο ψευδο-προοδευτισμός δεν εμφανίζεται ως γραφικότητα ή εξαίρεση· δεν είναι καν μειονοτικό φαινόμενο. Αντιθέτως, φέρει τα χαρακτηριστικά ενός επικρατούντος ήθους: πρόθεση χωρίς ευθύνη, επίκληση χωρίς συνέπεια, στάση χωρίς κόστος. Μια μορφή ηθικού αυτοματισμού, μέσω του οποίου ο φορέας του οριοθετεί τον εαυτό του ως «ανοιχτόμυαλο», «ανθρωπιστή» ή «σύγχρονο», χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσει ούτε για τις πράξεις του, ούτε για τις παραλείψεις του.

Όταν η πρόθεση εξαντλεί την πράξη

Η κρίση της ελληνικής πολιτικής σκέψης μετά το 2010 δεν είναι μόνο οικονομική ή θεσμική – είναι κρίση γλώσσας και κατανόησης. Οι πολιτικές έννοιες μετατράπηκαν σε σήματα ηθικής υπαγωγής, και ο προοδευτισμός σε ένδυμα κοινωνικής αποδοχής. Το να είσαι «προοδευτικός» είναι πλέον λιγότερο υπόθεση θέσεων και περισσότερο δήλωση πρόθεσης, αυτοπαρουσίασης, υπαρξιακής ένταξης σε έναν φαντασιακό συλλογικό ηθικό χώρο.

Μα η πρόοδος δεν είναι αισθητική ούτε μόδα. Απαιτεί επαναξιολόγηση των βεβαιοτήτων, έκθεση στον κίνδυνο του λάθους, συγκρούσεις με συμφέροντα και στερεότυπα. Ο ψευδο-προοδευτισμός, αντίθετα, είναι ανέξοδος: αρκείται σε συνθήματα, δήλωση φρονήματος και συμβολισμούς. Δεν συγκρούεται πραγματικά με την εξουσία· ενίοτε, τη στολίζει με πρόσημο “ηθικής προόδου” για να παραμείνει αλώβητη.

Η γνώση ως υποψία, η παιδεία ως κενό

Αν ο γνήσιος προοδευτισμός έχει ρίζες στον Διαφωτισμό, τότε είναι αδιανόητος χωρίς κριτική σκέψη, μορφωτική καλλιέργεια και ιστορική επίγνωση. Στην Ελλάδα, το εκπαιδευτικό μας υπόβαθρο καλλιεργεί ελάχιστα τη διαλεκτική και την ευθύνη της κρίσης. Ο πολίτης μαθαίνει να επαναλαμβάνει, όχι να συνθέτει· να πιστεύει, όχι να ερευνά· να επιλέγει στρατόπεδο, όχι να στέκεται δημιουργικά απέναντι στο αβέβαιο.

Ο ψευδο-προοδευτισμός βρίσκει σε αυτό το μορφωτικό κενό το ιδανικό έδαφος. Δεν απαιτεί γνώση· απαιτεί ‘’σωστή’’ στάση. Δεν χρειάζεται επιχειρήματα· αρκούν οι σωστές λέξεις. Δεν χτίζει διάλογο· περιχαρακώνει πεδία ταυτότητας. Είναι, τελικά, ένας συναισθηματικός αναλφαβητισμός ντυμένος με ρητορικές ανθρωπισμού.

Αναγνώριση μέσω συμμόρφωσης

Σε μια εποχή κατά την οποία η δημόσια παρουσία συνδέεται άμεσα με την ανάγκη αναγνώρισης, ο λόγος μετατρέπεται σε παράσταση. Το πρόσωπο που μιλάει δεν απευθύνεται για να πείσει ή να μοιραστεί· απευθύνεται για να επιβεβαιώσει τη θέση του στο ηθικό τοπολόγιο του κοινού του.

Ο ψευδο-προοδευτισμός, έτσι, δεν είναι τίποτα άλλο από μια μορφή δημόσιας συμμόρφωσης, προσαρμοσμένης στις αξίες του κυρίαρχου μικρόκοσμου. Όποιος μιλάει διαφορετικά, όποιος αμφιβάλλει ή απορρίπτει την τρέχουσα ηθική γλώσσα, αποβάλλεται ως “οπισθοδρομικός” ή “τοξικός”. Η πολιτική καθίσταται τελετουργία· η υπαγορευμένη ‘’προοδευτικότητα’’, όρος ένταξης.

Η μάσκα της κοινωνικής ευαισθησίας και η σιωπή της εξουσίας

Ένα από τα πιο ανθεκτικά παράδοξα του ψευδο-προοδευτισμού είναι η ικανότητά του να συγκαλύπτει την εξουσία, ενώ την καταγγέλλει. Πόσες φορές η «κοινωνική ευαισθησία» δεν χρησιμοποιείται για να αποσιωπηθεί η απόλυτη αναξιοκρατία, ο κομματισμός, ο κραυγαλέος παρασιτισμός και η κρατικοδίαιτη αναπαραγωγή ανισοτήτων; Πόσες φορές η ρητορική περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν χρησιμοποιείται ως αισθητικό προκάλυμμα της αποτελμάτωσης και της αδράνειας;

Ο λόγος αυτός – που μοιάζει “ριζοσπαστικός”, μα ποτέ δεν θίγει τα βασικά συμφέροντα – είναι ο κατεξοχήν ψευδο-προοδευτικός λόγος: διακοσμητικός, ανώδυνος, αδρανής. Το άσυλο αλητοκακούργων να διατηρείται, η κρατική μηχανή να δυσλειτουργεί, τα σχολεία να υποαποδίδουν, οι θεσμοί να φθείρονται· αρκεί όμως να ξεφωνιστεί το σωστό μότο την κατάλληλη στιγμή, και το αίσθημα του «ηθικώς πράττειν» αποκαθίσταται.

Η απουσία αυτοκριτικής και ο πολιτισμικός ναρκισσισμός

Ίσως το πιο ανησυχητικό γνώρισμα του ψευδο-προοδευτισμού να είναι η απώλεια κάθε δυνατότητας αυτοκριτικής. Το «προοδευτικό» υποκείμενο –συχνά προερχόμενο από χώρους της εγχώριας παπαγαλικής διανόησης– μοιάζει τόσο σίγουρο για τη θέση του, που δεν νιώθει πια την ανάγκη να ελέγξει τα όριά της. Αντί για αμφιβολία, συναντάμε πεισματική απολυτότητα. Αντί για προβληματισμό, φανατισμό. Η κριτική αντιμετωπίζεται όχι ως συμβολή, αλλά ως απειλή· η διαφωνία όχι ως προτροπή για διάλογο, αλλά ως αποστασία από το “σωστό”.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ‘’πρόοδος’’ μετατρέπεται σε λογοκριτικό εργαλείο, και η ανοιχτοσύνη σε μηχανισμό ελέγχου. Ένας νέος ηθικός συντηρητισμός προβάλλεται πίσω από «δημοκρατικές» υποδείξεις – και η κοινωνία, αντί να προοδεύει, αναπαράγει την ακαμψία, αυτή τη φορά στο όνομα της “προόδου”. Εδώ προστίθεται και η περίεργη για «προοδευτικούς» πολίτες πουριτανική σεμνοτυφία, η δήθεν υπέρτατη ευλάβεια προς ορισμένους χώρους και τόπους της νεότερης μάλιστα ιστορίας, οι οποίοι εκ των υστέρων με αυθαίρετες βολικές αναγωγές καθαγιάζονται τόσο ώστε να ηχήσει η προσχηματική δυσανασχέτηση ότι κάποιοι ανοσιουργούν απέναντι στα ιερά και τα όσια της φυλής.

Η ιδεολογία ως επιτελεστική 1 ταυτότητα: αντί της πράξης το σήμα

Ο ψευδο-προοδευτισμός συχνά εκδηλώνεται μέσα από μια ρητορική ηθικής υπεροχής, η οποία δεν συνοδεύεται απαραίτητα ούτε από ιστορική επίγνωση ούτε από συνεκτική πολιτική πράξη. Η επίκληση, για παράδειγμα, μιας επιφανειακής “αριστεροφροσύνης” λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο επίδειξης —ως ένα είδος κοινωνικού σήματος αρετής (virtue signaling)— παρά ως έκφραση συνειδητής πολιτικής στάσης ή έμπρακτης δέσμευσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδεολογία δεν λειτουργεί τόσο ως σύστημα ιδεών προς κατανόηση και αμφισβήτηση, αλλά ως επιτελεστική πράξη: ως δημόσια απόδοση ταυτότητας, ως τελετουργία υπαγωγής στο “ορθό” στρατόπεδο. Η ψευδο-προοδευτική στάση αποκτά έτσι χαρακτήρα ομολογιακό, σχεδόν θρησκευτικό — δεν πείθει, δηλώνει. Δεν επιχειρηματολογεί, επιβάλλεται μέσα από τη ρητορική της κανονικότητας και της πολιτικής ηθικής. Το άτομο δεν “είναι” προοδευτικό επειδή στοχάζεται ή πράττει προς μια κατεύθυνση κοινωνικής αλλαγής, αλλά επειδή ενδύεται τα σύμβολα και τις λέξεις του προοδευτισμού, καταλαμβάνοντας με αυτά μια θέση δηθενικού κύρους στον δημόσιο χώρο.

Έτσι, ο ψευδο-προοδευτισμός δεν είναι απλώς παραποίηση ή εκφυλισμός κάποιας αυθεντικής ιδεολογίας. Είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής θέσμισης, μια τεχνολογία του εαυτού που διαμορφώνεται και επιβραβεύεται από τις δομές της επιτελεστικής πολιτικής ορθότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η “ορθή” στάση δεν αφορά την ουσία των ιδεών, αλλά τη σκηνοθεσία τους — την πιστότητα στην επιτελεστική φόρμα, ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Επίμετρο: Η αλήθεια χωρίς προσωπείο

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από ιδανικά, ηθικά πρότυπα και αξίες. Μα όταν τα ιδανικά αυτά καθίστανται αδιαπραγμάτευτα σύμβολα, όταν λειτουργούν ως μέσα επιτήρησης αντί για εφαλτήρια στοχασμού, τότε δεν οδηγούν προς την πρόοδο αλλά προς ένα νέο είδος σκοταδισμού – έναν σκοταδισμό όπου το φως της “ορθότητας” τυφλώνει περισσότερο από όσο φωτίζει.

Η απελευθέρωση από τον ψευδο-προοδευτισμό δεν είναι άρνηση της προόδου· είναι απαίτηση να την πάρουμε (την πρόοδο) στα σοβαρά. Να πάψουμε να την ευτελίζουμε με ευκολίες, συμμορφώσεις και καθαγιασμούς. Και να την επανεξετάζουμε διαρκώς— δύσκολα, επίπονα, αλλά ειλικρινά.

Γιατί αν η πρόοδος έχει κάποιο πραγματικό νόημα, δεν είναι άλλο από την αξίωση και διεκδίκηση του ανθρώπου να απελευθερωθεί — κυρίως από τα ίδια του τα προεγκατεστημένα στερεότυπα.

Υποσημείωση 1: επιτελεστική = μια πράξη που δεν περιγράφει απλώς μια ιδεολογία ή ταυτότητα, αλλά κυριολεκτικά τη συγκροτεί μέσω της επανάληψης συγκεκριμένων λόγων, τυποποιημένων φράσεων, στάσεων και συμβόλων.