ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ρεκόρ αφίξεων, ρεκόρ εσόδων, αλλά η αγορά «στενάζει»: Γιατί δεν φτάνει το τουριστικό χρήμα στην τοπική οικονομία; Γράφει η Ανδριάνα Βλάχου

Η εικόνα μοιάζει αντιφατική. Από τη μία πλευρά, τα στοιχεία για τον ελληνικό τουρισμό συνεχίζουν να καταγράφουν ιστορικά υψηλές επιδόσεις. Οι αφίξεις επισκεπτών από το εξωτερικό κινούνται σε επίπεδα-ρεκόρ, ενώ και τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνουν ότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις καταγράφουν νέα υψηλά.

Από την άλλη πλευρά, σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς, όπως η Κέρκυρα, αλλά και σε νησιά και ηπειρωτικές περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, οι επιχειρηματίες της εστίασης και του λιανεμπορίου περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Οι τζίροι σε πολλές επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένοι, η κατανάλωση χαρακτηρίζεται υποτονική και τα παράπονα πληθαίνουν.

Το ερώτημα είναι εύλογο: πού πηγαίνουν τελικά τα χρήματα του τουρισμού;

Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα, αλλά δεν λένε όλη την αλήθεια

Τα στοιχεία για τις αφίξεις και τις τουριστικές εισπράξεις αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα της χώρας. Δεν δείχνουν όμως πώς κατανέμεται αυτή η οικονομική δραστηριότητα.

Ένας προορισμός μπορεί να υποδέχεται περισσότερους επισκέπτες από ποτέ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ωφελούνται εξίσου τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα εμπορικά καταστήματα και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις της τοπικής αγοράς.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσοι τουρίστες έρχονται, αλλά πού ξοδεύουν τα χρήματά τους.

Η άνοδος των πεντάστερων μονάδων

Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στην Κέρκυρα, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις σε πολυτελή ξενοδοχεία και ολοκληρωμένα τουριστικά συγκροτήματα.

Η αναβάθμιση αυτή άλλαξε το τουριστικό προϊόν του νησιού, προσελκύοντας επισκέπτες υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου.

Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει περισσότερα χρήματα στην τοπική οικονομία.

Στην πράξη όμως δεν είναι τόσο απλό.

Πολλά ξενοδοχεία διαθέτουν πλέον εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας, ιδιωτικές παραλίες, spa, εμπορικά καταστήματα, οργανωμένες δραστηριότητες και ολοκληρωμένες υπηρεσίες, περιορίζοντας την ανάγκη του επισκέπτη να αναζητήσει υπηρεσίες εκτός της μονάδας.

Όσο περισσότερο καταναλώνει ο επισκέπτης μέσα στο ξενοδοχείο, τόσο μικρότερο είναι το οικονομικό αποτύπωμα στην τοπική αγορά.

Άλλαξε και ο ίδιος ο ταξιδιώτης

Ο σημερινός επισκέπτης διαφέρει σημαντικά από εκείνον πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.

Οι κρατήσεις γίνονται ψηφιακά, οι δραστηριότητες προπληρώνονται πριν από το ταξίδι, οι μετακινήσεις οργανώνονται μέσω εφαρμογών και μεγάλο μέρος της συνολικής τουριστικής δαπάνης πραγματοποιείται πριν ακόμη ο ταξιδιώτης φτάσει στον προορισμό.

Παράλληλα, η διεθνής ακρίβεια έχει επηρεάσει και τους τουρίστες. Ακόμη και όσοι επιλέγουν ακριβότερες διακοπές εμφανίζονται περισσότερο συγκρατημένοι στις καθημερινές αγορές τους.

Έτσι, μπορεί να πληρώσουν περισσότερα για το ξενοδοχείο τους, χωρίς όμως να ξοδέψουν ανάλογα ποσά σε εστιατόρια ή καταστήματα της περιοχής.

Μήπως η αγορά δεν ακολούθησε;

Υπάρχει όμως και ένα δύσκολο ερώτημα που τίθεται ολοένα και συχνότερα.

Μήπως η τοπική αγορά δεν προσαρμόστηκε στις νέες απαιτήσεις του επισκέπτη;

Ένας τουρίστας που επιλέγει να διαμείνει σε ένα ξενοδοχείο πέντε αστέρων αναζητά συνήθως εμπειρίες υψηλού επιπέδου. Αναμένει ποιοτικές υπηρεσίες, σύγχρονους χώρους, υψηλή αισθητική, επαγγελματική εξυπηρέτηση και προϊόντα που δικαιολογούν το κόστος.

Αν το επίπεδο υπηρεσιών εκτός ξενοδοχείου δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες αυτές, είναι πιθανό να προτιμήσει να παραμείνει μέσα στη μονάδα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τοπική αγορά συνολικά υστερεί. Σημαίνει όμως ότι ο ανταγωνισμός έχει αλλάξει και οι απαιτήσεις είναι πλέον πολύ υψηλότερες.

Ένα σημαντικό μέρος των τουριστικών εσόδων δεν παραμένει στον προορισμό. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεβ πρέπει να την αγνοήσουμε.

Προμήθειες διεθνών πλατφορμών, tour operators, αεροπορικές εταιρείες, εισαγόμενα προϊόντα, διεθνείς ξενοδοχειακές αλυσίδες και συμβάσεις διαχείρισης απορροφούν σημαντικό μέρος της συνολικής δαπάνης.

Έτσι, τα στοιχεία καταγράφουν υψηλές ταξιδιωτικές εισπράξεις για τη χώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ίδιο ποσοστό χρημάτων κυκλοφορεί στις τοπικές επιχειρήσεις.

Ο ανταγωνισμός των καταλυμάτων

Ταυτόχρονα, η συνεχής αύξηση των ξενοδοχειακών κλινών και των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει δημιουργήσει έναν εντονότερο ανταγωνισμό.

Περισσότεροι επισκέπτες δεν σημαίνουν απαραίτητα μεγαλύτερη κατανάλωση ανά επιχείρηση.

Αντίθετα, πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται πλέον την ίδια τουριστική “πίτα”, γεγονός που οδηγεί αρκετούς επαγγελματίες στο να αισθάνονται ότι, παρά την αυξημένη επισκεψιμότητα, ο τζίρος τους δεν ακολουθεί.

Το ζητούμενο δεν είναι οι αφίξεις

Η τουριστική επιτυχία δεν μπορεί πλέον να μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των επισκεπτών ή ακόμη και με το ύψος των συνολικών εισπράξεων.

Το πραγματικό στοίχημα είναι πόσο από αυτόν τον πλούτο διαχέεται στην τοπική οικονομία, πόσες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ωφελούνται και αν ο τουρισμός δημιουργεί πραγματική προστιθέμενη αξία για τις τοπικές κοινωνίες.

Για την Κέρκυρα, αλλά και για πολλούς ακόμη δημοφιλείς προορισμούς, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει τουρισμός. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι υπάρχει και μάλιστα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το νέο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης επιτρέπει στο τουριστικό ευρώ να κυκλοφορεί στην τοπική αγορά ή αν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του παραμένει εγκλωβισμένο μέσα σε ένα πιο «κλειστό» σύστημα φιλοξενίας.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία των επιχειρήσεων της εστίασης και του λιανεμπορίου, αλλά και το κατά πόσο οι τοπικές κοινωνίες θα συνεχίσουν να βλέπουν τον τουρισμό ως μοχλό ευημερίας και όχι απλώς ως μια δραστηριότητα που σπάει κάθε χρόνο τα στατιστικά ρεκόρ, χωρίς να μεταφράζεται σε αντίστοιχο οικονομικό όφελος για όλους.