Μασκ, Λεπέν Και Η Ολιγαρχία Των Δικτύων: Η Καθοριστική Διάκριση Της Ιδιοκτησίας Και Η Δημοκρατική Άμυνα Του Σπύρου Άνδρεϊτς
Η πρόσφατη, ηχηρή παρέμβαση του Ίλον Μασκ, ο οποίος έχρισε τη Μαρίν Λεπέν ως την «τελευταία ελπίδα της Γαλλίας» για τις προεδρικές εκλογές, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο γραφικότητας ενός εκκεντρικού δισεκατομμυριούχου. Αντιθέτως, φέρνει με τον πιο δραματικό τρόπο στην επιφάνεια τον πυρήνα μιας από τις πιο θεμελιώδεις διακρίσεις στην πολιτική οικονομία και τη φιλοσοφία του δικαίου: τη διαφορά ανάμεσα στην μικρή ιδιοκτησία για βιοτική χρήση (personal property) και την κολοσσιαία ιδιοκτησία ως μέσο παραγωγής, ισχύος και ασύδοτης πολιτικής επιβολής (private/capitalist property).
Αυτή η διάκριση είναι κομβική, διότι συχνά η δημόσια συζήτηση θολώνεται σκόπιμα. Όταν προτείνονται μέτρα περιορισμού του ανεξέλεγκτου γιγαντιαίου πλούτου, οι υποστηρικτές της απόλυτης ελευθερίας των αγορών παρουσιάζουν αυτά τα μέτρα ως απειλή για το κατοικία ή τις πενιχρές οικονομίες του απλού πολίτη, προκαλώντας σύγχυση και φόβο στον μέσο πολίτη.
- Η Προσωπική Ιδιοκτησία ως Θεμέλιο Αυτονομίας
Για να γίνει κατανοητή η λύση απέναντι στην επέλαση του νέου ολιγαρχικού αυταρχισμού, πρέπει πρώτα να ορίσουμε ξεκάθαρα αυτά τα δύο μεγέθη.
Από τη μία πλευρά, η περιουσία βιοτικής χρήσης ή η μικρή προσωπική ιδιοκτησία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία, ένα χαμηλού κόστους αυτοκίνητο, τα προσωπικά αντικείμενα, τις μικρές αποταμιεύσεις μιας οικογένειας ή ένα μικρό κομμάτι γης για ιδιοκατοίκηση και βιοπορισμό. Ο σκοπός της είναι η εξασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης, της ασφάλειας, της αυτονομίας και της ελευθερίας του ατόμου.
Έχει χαρακτήρα ξεκάθαρα μη εκμεταλλευτικό, καθώς δεν χρησιμοποιείται για να ελέγξει τις ζωές άλλων ανθρώπων ούτε για να υπαγορεύσει νόμους. Αντιθέτως, προστατεύει τον πολίτη από τον εκβιασμό της ανάγκης και του επιτρέπει να στέκεται όρθιος, με δικό του πρόσωπο και φωνή, μέσα στην κοινωνία.
- Ο Πελώριος Πλούτος Ως Μηχανισμός Πολιτικού Εκβιασμού
Από την άλλη πλευρά, οι κολοσσιαίες ιδιοκτησίες, δηλαδή το συσσωρευμένο κεφάλαιο και τα μονοπώλια, αφορούν πολυεθνικούς ομίλους, ψηφιακές πλατφόρμες παγκόσμιας εμβέλειας (όπως το X, η Meta και η Google), υποδομές ζωτικής σημασίας (όπως η ενέργεια και τα δίκτυα), καθώς και αμύθητα επενδυτικά κεφάλαια.
Ο σκοπός τους είναι η αέναη μεγιστοποίηση του κέρδους και, κατ‘ επέκταση, η συσσώρευση κοινωνικής και πολιτικής ισχύος. Ο χαρακτήρας αυτών των κτήσεων είναι δομικά εκβιαστικός.
Όταν ένας άνθρωπος ή μια ελάχιστη ελίτ ελέγχει τις υποδομές μέσω των οποίων ενημερώνεται, εργάζεται και επικοινωνεί η κοινωνία, αποκτά τη δύναμη να «γονατίσει» δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Μπορεί να απαιτήσει σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές υπό την απειλή της φυγής κεφαλαίων και, κυρίως, να χρησιμοποιήσει την ιδιωτική του ισχύ για να επιβάλει ακροδεξιές, εθνικιστικές ή άλλες ευνοϊκές για αυτήν πολιτικές, όπως ακριβώς κάνει ο Μασκ στηρίζοντας τη Λεπέν.
- Η Συμμαχία του Ψηφιακού Φεουδαρχισμού και της Ακροδεξιάς
Η στήριξη του ιδιοκτήτη της πλατφόρμας Χ στην υποψήφια του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού αποκαλύπτει μια βαθύτερη πολιτική σύγκλιση. Η ακροδεξιά, ιστορικά αλλά και σήμερα, προσφέρει στους ολιγάρχες το ιδανικό πολιτικό περιβάλλον μέσω των εξής μεθόδων:
- Κατακερματισμό της Κοινωνίας: Μέσα από την καλλιέργεια του ακραίου εθνικισμού (κι όχι του υγιούς αμυντικού πατριωτισμού) καθώς και του μίσους για τον «άλλον», αποτρέπεται η ταξική και κοινωνική αλληλεγγύη των υποτελών στρωμάτων.
- Απορρύθμιση και Ασυδοσία: Πίσω από τα μεγάλα λόγια για την προστασία του έθνους, τα ακροδεξιά καθεστώτα ιστορικά ευνόησαν παντού και πάντα τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας μικρής κλίκας ευνοούμενων επιχειρηματιών. Ακολουθεί η τεκμηρίωση:
- 1. Ο Ναζισμός στη Γερμανία (Αδόλφος Χίτλερ)
Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε το όνομα «Εθνικοσοσιαλιστικό» κόμμα, αλλά στην πράξη ο ναζισμός υπήρξε ο μεγαλύτερος προστάτης των γερμανικών μονοπωλίων.
Οι πρωτοπόροι των ιδιωτικοποιήσεων: Τη δεκαετία του 1930, ενώ όλος ο κόσμος λόγω της Μεγάλης Ύφεσης στρεφόταν στον κρατικό έλεγχο (π.χ. New Deal στις ΗΠΑ), η Ναζιστική Γερμανία ήταν η μόνη χώρα που πραγματοποίησε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις. Κρατικές τράπεζες, σιδηρόδρομοι, χαλυβουργίες και ναυτιλιακές εταιρείες που είχαν κρατικοποιηθεί κατά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, πουλήθηκαν σε ιδιώτες.
Η «κλίκα» των βιομηχάνων: Δημιουργήθηκε μια στενή ελίτ επιχειρηματιών που πλούτισαν μυθικά στηρίζοντας το καθεστώς. Κολοσσοί όπως η IG Farben (χημικά/φάρμακα), η Krupp και η Thyssen (χάλυβας/όπλα) έλαβαν αποκλειστικά κρατικά συμβόλαια για τον επανεξοπλισμό της χώρας.
Κατάργηση εργατικών δικαιωμάτων: Το 1933 οι Ναζί απαγόρευσαν όλα τα ανεξάρτητα εργατικά συνδικάτα, πάγωσαν τους μισθούς και απαγόρευσαν τις απεργίες. Οι εργάτες υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο κρατικό «Γερμανικό Μέτωπο Εργασίας» (DAF), το οποίο ουσιαστικά εξασφάλιζε στους βιομηχάνους φθηνή και απόλυτα πειθαρχημένη εργατική δύναμη.
Καταναγκαστική εργασία: Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι μεγάλες γερμανικές εταιρείες χρησιμοποίησαν εκατομμύρια σκλάβους εργάτες (αιχμαλώτους πολέμου και κρατούμενους από στρατόπεδα συγκέντρωσης) για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, με τις ευλογίες των SS.
- Ο Φασισμός στην Ιταλία (Μπενίτο Μουσολίνι)
Ο Μουσολίνι εισήγαγε το σύστημα του «Κορπορατιβισμού» (Συντεχνιασμού), το οποίο παρουσιάστηκε ως ένας τρίτος δρόμος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα, ήταν ένας μηχανισμός υποταγής της οικονομίας στους μεγαλοεργοδότες.
Η συμμαχία με την Confindustria: Για να σταθεροποιήσει την εξουσία του, ο Μουσολίνι συμμάχησε αμέσως με την Confindustria (την ένωση των Ιταλών βιομηχάνων) και τους μεγαλογαιοκτήμονες του Νότου. Πρώτος του υπουργός Οικονομικών ήταν ο Alberto de’ Stefani, ένας οικονομολόγος που ιδιωτικοποίησε τα δίκτυα τηλεφωνίας, τις ασφάλειες και τις κρατικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις.
Το Σύμφωνο του Palazzo Vidoni (1925): Με το σύμφωνο αυτό, το φασιστικό καθεστώς αναγνώρισε τα φασιστικά συνδικάτα ως τα μόνα νόμιμα. Οι εργάτες έχασαν το δικαίωμα να εκλέγουν δικούς τους εκπροσώπους. Οι απεργίες κηρύχθηκαν παράνομες.
Διάσωση με κρατικό χρήμα (IRI): Όταν ήρθε η κρίση του 1929, ο Μουσολίνι ίδρυσε το IRI (Ινστιτούτο Βιομηχανικής Ανασυγκρότησης). Το κράτος αγόρασε τις μετοχές των προβληματικών εταιρειών και τραπεζών, φορτώνοντας τις ζημιές στους φορολογούμενους, αλλά άφησε τη διοίκηση και τα μετέπειτα κέρδη στους ίδιους μεγαλοεπιχειρηματίες (όπως οι οικογένειες Agnelli της Fiat και Pirelli).
Μείωση μισθών: Κατά τη διάρκεια της φασιστικής εικοσαετίας, οι πραγματικοί μισθοί των Ιταλών εργατών και αγροτών μειώθηκαν σταθερά, ενώ τα κέρδη των μεγάλων μονοπωλίων προστατεύονταν μέσω κρατικών επιδοτήσεων και δασμών.
- Έλεγχο του Λόγου: Η μετατροπή των μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης σε ιδιωτικά φέουδα επιτρέπει τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, καθώς ο αλγόριθμος προωθεί συστηματικά τον φόβο, την οργή και τη μανιχαϊκή πόλωση.
- Τρεις Άξονες για τη Δημοκρατική Ανατροπή
Αν αποδεχτούμε τον διαχωρισμό ανάμεσα στην περιουσία βιοτικών αναγκών και την γιγάντια καπιταλιστική ιδιοκτησία, η πολιτική και νομοθετική δράση δεν στοχεύει πλέον τυφλά στην ιδιοκτησία γενικά, αλλά επικεντρώνεται στοχευμένα στην ολιγαρχική ισχύ. Οι λύσεις που προτείνονται διεθνώς για την αποτροπή αυτού του ψηφιακού ολοκληρωτισμού κινούνται σε τρεις βασικούς άξονες:
Α. Η Φορολογία του Ακραίου Πλούτου
Στο πεδίο της φορολογίας, η νέα αυτή προσέγγιση μεταφράζεται στην εισαγωγή ενός προοδευτικού φόρου στον ακραίο πλούτο (Wealth Tax) και στα υπερκέρδη των μονοπωλίων. Τα έσοδα αυτά πρέπει να κατευθύνονται στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, της παιδείας και της υγείας. Παράλληλα, εξασφαλίζεται η πλήρης απαλλαγή ή η εξαιρετικά χαμηλή φορολόγηση για την πρώτη κατοικία και τα μεσαία ή χαμηλά εισοδήματα, θωρακίζοντας την προσωπική ιδιοκτησία των πολλών.
Β. Ο Δημοκρατικός Έλεγχος των Ψηφιακών Υποδομών
Όσον αφορά τις ψηφιακές υποδομές, προωθείται η αντιμετώπιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των μηχανών αναζήτησης ως υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (public utilities) με αυστηρούς κανόνες δημοκρατικού ελέγχου. Δεν μπορεί η παγκόσμια δημόσια σφαίρα να εξαρτάται από τις ιδιοτροπίες και τις πολιτικές επιδιώξεις ενός και μόνο ανθρώπου. Πρέπει να διασφαλιστεί το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και η ελεύθερη έκφραση του απλού χρήστη, μακριά από αλγοριθμικές λογοκρισίες ή σκοπίμως προωθούμενες προπαγάνδες.
Γ. Η Θωράκιση του Πολιτικού Συστήματος
Στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος, επιβάλλεται η πλήρης απαγόρευση της χρηματοδότησης κομμάτων και πολιτικών από εταιρείες–φαντάσματα και μεγάλα επιχειρηματικά κεφάλαια (Super PACs), καθώς και ο αυστηρός περιορισμός του lobbying (την παρασκηνιακή άσκηση πίεσης). Την ίδια στιγμή, πρέπει να διευκολυνθεί η συμμετοχή των πολιτών, των σωματείων και των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των αποφάσεων, αποκαθιστώντας την κυριαρχία του λόγου έναντι της ισχύος του χρήματος.
- Η Ελευθερία απέναντι στην Ολιγαρχία
Το ηθικό και πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: η προστασία της μικρής, προσωπικής περιουσίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημοκρατία, καθώς δίνει στον πολίτη την υλική ανεξαρτησία να μην είναι έρμαιο των πιέσεων. Αντίθετα, η ανοχή στην κολοσσιαία ιδιοκτησία των λίγων καταλύει τη δημοκρατία, μετατρέποντάς τη σταδιακά σε τυραννική ολιγαρχία και ψηφιακή φεουδαρχία.
Ο διαχωρισμός αυτός είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα για να αποδομηθεί το επιχείρημα ότι κάθε ρύθμιση της αγοράς αποτελεί δήθεν επίθεση στην ατομική ελευθερία. Η ελευθερία του Ίλον Μασκ να αγοράζει τη δημόσια σφαίρα και να υπαγορεύει τις πολιτικές εξελίξεις της Ευρώπης σημαίνει την άρνηση της ελευθερίας και την πολιτική φίμωση όλων των υπολοίπων.
Απέναντι στις συμμαχίες των δισεκατομμυριούχων με τη δεσποτεία και τον ακραίο εθνικισμό, οφείλουμε να υπερασπιστούμε το ανθρώπινο πρόσωπο, τη δημοκρατία του ελεύθερου φρονήματος και την κοινή λογική. Η ελευθερία δεν μπορεί να είναι το προνόμιο των λίγων να εκμεταλλεύονται και να χειραγωγούν, αλλά το δικαίωμα των πολλών να
ορίζουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια, ισότητα και αληθινή αυτονομία.

