“Ρίχτε το και να φτιάξουμε το παλιό”. Ρεαλιστικό σύνθημα ή ουτοπικός στόχος; Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Με το που έγινε γνωστή η απόφαση της δημοτικής αρχής να αναστείλει την λειτουργία του Δημοτικού Θεάτρου για να γίνουν οι αναγκαίες παρεμβάσεις ξεκίνησε το γνωστό “παραμύθι”. ” Να το ρίξουμε και να φτιάξουμε το παλιό”.
Η κατεδάφιση του παλιού Δημοτικού Θεάτρου της Κέρκυρας έχει εγγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως ένα πολιτιστικό έγκλημα, ένα «άγος» που συνεχίζει να βαραίνει την πολιτιστική ζωή του τόπου. Η πρόσφατη ανακίνηση του θέματος από πολιτικά πρόσωπα και όχι μόνο, με την πρόταση για αναστήλωση του θεάτρου, μετά την τελευταία εξέλιξη, μοιάζει με μια ανέξοδη επίκληση στο συναίσθημα, περισσότερο παρά με ρεαλιστικό σχεδιασμό.
Αναρωτιέμαι αν, αντί να συντηρούμε μια ανιστόρητη και ανεδαφική φαντασίωση, θα έπρεπε να επικεντρωθούμε στις ρεαλιστικές παρεμβάσεις που έχει ανάγκη σήμερα το κέντρο της πόλης. Υπάρχει ήδη εγκεκριμένη αρχιτεκτονική μελέτη που προβλέπει εξωτερικές παρεμβάσεις για την αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση του υπάρχοντος οικοπέδου. Μάλιστα, περιλαμβάνει τη δημιουργία νέας πλατείας μεταξύ του χώρου του παλιού θεάτρου και της παλιάς Νομαρχίας – ένα έργο που θα δώσει πνοή και δημόσιο χώρο στο κέντρο. Τώρα έρχονται αυτές οι παρεμβάσεις που ελπίζω και εύχομαι να έχουν αίσιο τέλος και να ξανά – ανοίξει αναβαθμισμένο λειτουργικά το Δημοτικό Θέατρο.
Δεν αμφισβητώ τις προθέσεις των συμπολιτών και των πολιτικών που επαναφέρουν την ιδέα της αναστήλωσης. Ενδεχομένως, να κινούνται από υπερβολικό ρομαντισμό, με αναφορές σε “ένα παιδί που μετράει τα άστρα”. Όμως, η πραγματικότητα απαιτεί προσγείωση.
Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα και οι δυσκολίες. Ας δούμε ορισμένες βασικές δυσκολίες, έπειτα από συζήτηση με ειδικούς και μια πρόχειρη μελέτη:
Δεν υπάρχει πλέον το κτήριο. Η κατεδάφιση έγινε το 1952. Αν υπήρχε σήμερα το κέλυφος, θα μιλούσαμε διαφορετικά. Αναστήλωση χωρίς πρωτογενές υλικό δεν είναι αναστήλωση, είναι ανακατασκευή από το μηδέν.
Οι συνθήκες στην πόλη έχουν αλλάξει. Η περιοχή έχει πυκνή δόμηση, άλλαξε ο οδικός χάρτης, οι κυκλοφοριακές ροές, η χρήση γης. Το να χτιστεί ένα νέο θέατρο στο ίδιο σημείο ίσως έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες ανάγκες: δρόμοι, στάθμευση, προσβασιμότητα, οχλήσεις.
Το έργο θα προκαλέσει τεράστια όχληση για χρόνια: θόρυβος, σκόνη, κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Ποιος θα ανεχτεί 4-5 χρόνια εργοτάξιο στην καρδιά του εμπορικού και διοικητικού κέντρου της πόλης;
Το κόστος; Ασύλληπτο. Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν το έργο στα 50-70 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι καθυστερήσεις, οι ενστάσεις, τα νομικά εμπόδια, οι υπερβάσεις. Όταν δυσκολευόμαστε να εξασφαλίσουμε 10 εκατομμύρια για βελτιωτικέ παρεμβάσεις, πώς θα υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαθήριο;
Υπάρχουν προτεραιότητες. Ποιος θα ξεκινήσει την ανακατασκευή ενός θεάτρου που δεν υπάρχει καν ως κέλυφος, όταν δεν έχουμε καταφέρει να αναστηλώσουμε τον Φοίνικα, που υφίσταται ακόμα, ως κτήριο, όσο βρίσκεται τέλος πάντων, δεν βρίσκεται επίσης στο κέντρο, και χρειάζεται μόνο 5 εκατομμύρια για να αποκατασταθεί;
Ναι, είναι τεχνικά εφικτό – αλλά… Η τεχνολογία και η τεκμηρίωση ίσως να επιτρέπουν την ανακατασκευή. Όμως η τεχνική δυνατότητα δεν είναι από μόνη της επιχείρημα υπέρ της υλοποίησης. Χρειάζεται, επαρκής τεκμηρίωση και σχεδιασμός, Χρηματοδότηση, λέω εγώ,
Κοινωνική και πολιτική αποδοχή, χρονικός ορίζοντας πάνω από 5 χρόνια.
Και τελικά, το κρίσιμο ερώτημα: θα έχει πολιτιστικό, κοινωνικό ή οικονομικό όφελος αντίστοιχο του κόστους; Προσωπικά, είμαι πεπεισμένος πως όχι.
Συμπέρασμα: ας σοβαρευτούμε. Η αναστήλωση του Δημοτικού Θεάτρου είναι τεχνικά εφικτή, αλλά, Είναι οικονομικά δυσβάστακτη, είναι κοινωνικά αμφιλεγόμενη, είναι λειτουργικά ασύμβατη με τη σημερινή μορφή της πόλης.
Ας μην αναλωνόμαστε σε ανέξοδους ρομαντισμούς και συμβολικές υποσχέσεις. Ας προχωρήσουμε στα ρεαλιστικά έργα που μπορεί πράγματι να υλοποιηθούν και να αναβαθμίσουν το κέντρο της πόλης – αισθητικά, λειτουργικά, πολιτιστικά.
Η πραγματική τιμή στην ιστορία του Δημοτικού Θεάτρου δεν είναι να φτιάξουμε ένα φάντασμα του παρελθόντος. Είναι να δώσουμε πνοή σε έναν νέο δημόσιο χώρο, που να υπηρετεί το σήμερα και όχι τη νοσταλγία του χθες.

