ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Μάριος Παγκράτης: «Δεν έχει αλλάξει τόσο ο άνθρωπος, όσο ο κόσμος μέσα στον οποίο προσπαθεί να σταθεί»

O Σπύρος Σκιαδόπουλος μίλησε στο analyseto με τον Κερκυραίο Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή Μάριο Παγκράτη για τις σύγχρονες προσκλήσεις που απευθύνουν στους ανθρώπους αλλά και στο χώρο της ψυχοθεραπείας οι συνεχείς τεχνολογικές, γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, αλλά και ο τρόπος αλληλεπίδρασης με την τεχνολογία.

Έχει αλλάξει το «προφίλ» των θεραπευόμενων και τα προβλήματά τους;
Τα τελευταία χρόνια οι αλλαγές που βιώνουμε είναι έντονες, απότομες και συχνά αποσταθεροποιητικές. Η πανδημία, οι πόλεμοι, η οικονομική πίεση, η ακρίβεια, αλλά και οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον πιο σύνθετο και πιο ρευστό.

Δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει ριζικά ο πυρήνας των δυσκολιών με τις οποίες έρχονται οι άνθρωποι στην ψυχοθεραπεία. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να δυσκολεύονται με το άγχος, την καταθλιπτική διάθεση, τις σχέσεις, την αυτοεκτίμηση, τις ενοχές, τους φόβους ή την αίσθηση ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται αυτές οι δυσκολίες. Πολλοί άνθρωποι καλούνται να προσαρμοστούν γρήγορα σε νέες συνθήκες, να ανταποκριθούν σε πολλούς και σύνθετους ρόλους και να αντέξουν μια καθημερινότητα με περισσότερη αβεβαιότητα.

Μέσα από τη δουλειά μου παρατηρώ συχνότερα ένα μείγμα άγχους, κόπωσης, πίεσης και δυσκολίας νοηματοδότησης. Πολλοί δεν έρχονται μόνο με ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα, αλλά με μια συνολική αίσθηση ότι «δεν προλαβαίνω», «είμαι μπερδεμένος» ή «δεν είμαι αρκετός».

Ιδιαίτερα η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται σημαντικά. Όταν οι απαιτήσεις είναι πολλές και οι προσδοκίες υψηλές, ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να αρχίσει να νιώθει ανεπαρκής. Συγκρίνεται, πιέζεται, προσπαθεί να ανταποκριθεί σε πολλούς ρόλους ταυτόχρονα και συχνά χάνει την επαφή με τις πραγματικές του ανάγκες.

Δεν έχει αλλάξει τόσο ο άνθρωπος, όσο ο κόσμος μέσα στον οποίο προσπαθεί να σταθεί. Και η ψυχοθεραπεία λειτουργεί συχνά ως ένας χώρος όπου μπορεί να σταματήσει, να κατανοήσει τι του συμβαίνει και να ξαναβρεί έναν πιο σταθερό τρόπο να σχετίζεται με τον εαυτό του και με τους άλλους.

Πώς βλέπετε την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο της ψυχικής υγείας;
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια εξέλιξη που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Όπως κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή, δημιουργεί δυνατότητες, αλλά και σημαντικά ερωτήματα. Στο χώρο της ψυχικής υγείας μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά, αρκεί να κατανοούμε τα όριά της.

Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν εργαλεία ΑΙ για να αναζητήσουν πληροφορίες, να βάλουν σε σειρά τις σκέψεις τους ή να καταλάβουν καλύτερα αυτό που τους συμβαίνει. Σε αυτό το επίπεδο, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι χρήσιμη. Μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πρώτο εργαλείο ψυχοεκπαίδευσης ή ως ένας τρόπος να οργανώσει κάποιος ένα ερώτημα που τον απασχολεί.

Ωστόσο, αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την ψυχοθεραπεία. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι απλώς παροχή πληροφοριών ή συμβουλών. Είναι μια ζωντανή ανθρώπινη σχέση, μέσα στην οποία ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ακούγεται, κατανοείται και μπορεί να επεξεργαστεί βαθύτερα τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, αισθάνεται και σχετίζεται.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν ζητήματα αξιοπιστίας, ιδιωτικότητας και ευθύνης. Ένα ψηφιακό εργαλείο είναι σε θέση να παρέχει μια χρήσιμη πληροφορία, αλλά μπορεί και να δώσει μια γενική ή ακατάλληλη απάντηση. Δε γνωρίζει πραγματικά την ιστορία του ανθρώπου, δεν έχει θεραπευτική ευθύνη και δεν μπορεί να αξιολογήσει με ασφάλεια τη σοβαρότητα μιας κατάστασης.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θεραπευτική σχέση. Το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπίσουμε την τεχνολογία φοβικά, αλλά ώριμα: με κριτική σκέψη, επίγνωση των ορίων της και σαφή διάκριση ανάμεσα στην ενημέρωση και στη θεραπεία.

Τα social media επηρεάζουν ψυχολογικά τους χρήστες;
Τα social media δεν επηρεάζουν όλους τους χρήστες με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι από μόνα τους πάντα αρνητικά. Μπορούν να προσφέρουν επικοινωνία, ενημέρωση, αίσθηση συμμετοχής και σε κάποιες περιπτώσεις, υποστήριξη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιούνται, τι περιεχόμενο καταναλώνει ο χρήστης και σε τι ψυχική κατάσταση έρχεται σε επαφή με αυτό το περιβάλλον.

Ένα από τα πιο σημαντικά φαινόμενα που συνδέονται με τα social media είναι η κοινωνική σύγκριση. Ο άνθρωπος ανέκαθεν συνέκρινε τον εαυτό του με τους γύρω του. Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα όμως, είναι η ένταση και η συχνότητα της σύγκρισης. Παλαιότερα συγκρινόμασταν κυρίως με ανθρώπους του άμεσου περιβάλλοντός μας. Σήμερα ο χρήστης μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να συγκριθεί με εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους που παρουσιάζουν επιλεγμένες, επεξεργασμένες και συχνά εξιδανικευμένες εκδοχές της ζωής τους.

Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι ο πήχης ανεβαίνει συνεχώς. Κάποιος μπορεί να νιώθει ότι οι άλλοι είναι πιο επιτυχημένοι, πιο όμορφοι, πιο κοινωνικοί ή πιο ευτυχισμένοι. Το πρόβλημα είναι ότι συγκρίνει την εσωτερική του πραγματικότητα με την εξωτερική εικόνα που επιλέγει να παρουσιάσει κάποιος άλλος. Αυτή είναι μια άνιση σύγκριση.

Ένα ακόμη φαινόμενο που βλέπουμε συχνότερα αφορά τη δυσκολία συγκέντρωσης. Πολλοί περιγράφουν ότι δυσκολεύονται να διαβάσουν, να παρακολουθήσουν μια ταινία, να μείνουν σε μια εργασία ή ακόμη και να αντέξουν στιγμές ησυχίας χωρίς να πιάσουν το κινητό τους.

Δεν θα το ονόμαζα απαραίτητα διαταραχή ελλειμματικής προσοχής. Μοιάζει περισσότερο με μια εκπαιδευμένη δυσκολία του νου να παραμένει συγκεντρωμένος σε κάτι σταθερό και πιο αργό. Τα σύντομα βίντεο, οι ειδοποιήσεις, τα likes και το ατελείωτο scroll προσφέρουν συνεχώς μικρά και γρήγορα ερεθίσματα. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος συνηθίζει να αναζητά την επόμενη μικρή ανταμοιβή.

Το ζητούμενο δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε τα social media, αλλά να κατανοήσουμε τη σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος μαζί τους. Μπορούν να συνδέουν, αλλά μπορούν και να εξαντλούν. Μπορούν να ενημερώνουν, αλλά μπορούν και να ενισχύουν τη σύγκριση, την ανασφάλεια και τη διάσπαση.

Μήπως τελικά η τελειοθηρία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ανάπτυξης;
Η τελειοθηρία μπορεί να μοιάζει με εργαλείο ανάπτυξης, αλλά χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Άλλο είναι η υγιής επιδίωξη της εξέλιξης και άλλο το κυνήγι του «άψογου». Εδώ να τονίσουμε ότι λέγοντας άψογα ή τέλεια αναφερόμαστε στη θέσπιση υπερβολικά υψηλών στόχων και όχι απαραίτητα στην παντελή απουσία λάθους.

Το να θέτει κάποιος υψηλούς στόχους, να προσπαθεί, να οργανώνεται και να θέλει να βελτιώνεται δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Αντίθετα, μπορεί να είναι στοιχείο ανάπτυξης και δημιουργικότητας. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο άνθρωπος δεν προσπαθεί απλώς να κάνει κάτι καλά, αλλά αισθάνεται ότι πρέπει να το κάνει τέλεια για να αξίζει.

Εκεί η προσπάθεια παύει να είναι ελεύθερη επιλογή και γίνεται εσωτερικός καταναγκασμός. Δεν λειτουργεί πλέον ως κίνητρο, αλλά ως πίεση. Η τελειοθηρία συχνά συνδέεται με σκέψεις όπως «αν κάνω λάθος, αποτυγχάνω», «αν δεν είμαι άψογος, δεν είμαι αρκετός», «αν οι άλλοι δουν την αδυναμία μου, θα με απορρίψουν». Έτσι, το λάθος δεν βιώνεται ως μέρος της μάθησης, αλλά ως απειλή για την αυτοεκτίμηση.

Αυτό το βλέπουμε συχνά στο γραφείο. Άνθρωποι ικανοί, λειτουργικοί και πολλές φορές επιτυχημένοι, εσωτερικά βιώνουν έντονη πίεση. Εξωτερικά μπορεί να φαίνεται ότι «τα καταφέρνουν», αλλά μέσα τους κυριαρχεί η αγωνία, η αυτοκριτική και ο φόβος μήπως αποτύχουν ή εκτεθούν.

Εργαλείο ανάπτυξης είναι η προσπάθεια για βελτίωση, όχι το κυνήγι του άψογου. Η υγιής προσπάθεια λέει: «θέλω να εξελιχθώ». Η τελειοθηρία λέει: «πρέπει να είμαι τέλειος για να είμαι επαρκής». Η πρώτη μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική ανάπτυξη. Η δεύτερη αναπόφευκτα γεννά άγχος, εξουθένωση και απομάκρυνση από τις πραγματικές μας ανάγκες.

Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια ή τους υψηλούς στόχους. Χρειάζεται όμως να τους αποσυνδέσουμε από την αυτοεκτίμησή μας. Η εξέλιξη προϋποθέτει και το δικαίωμα στο λάθος.

Πως βλέπετε την απαγόρευση της πρόσβασης των ανηλίκων (κάτω των 15 ετών) στα social media από το 2027;
Η θέσπιση ηλικιακού ορίου πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών είναι ένα μέτρο που χρειάζεται να το δούμε με σοβαρότητα, αλλά και με ρεαλισμό. Δεν είναι μια μαγική λύση. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως ένα σημαντικό προστατευτικό όριο.

Τα παιδιά κάτω των 15 ετών βρίσκονται σε μια αναπτυξιακά ευαίσθητη περίοδο. Η εικόνα του εαυτού, η ανάγκη αποδοχής από τους συνομηλίκους, η σχέση με το σώμα, η αυτοεκτίμηση και η συναισθηματική ρύθμιση είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Όταν ένα παιδί εκτίθεται καθημερινά σε περιβάλλοντα συνεχούς σύγκρισης, άμεσης επιβράβευσης, εξιδανικευμένων εικόνων και αλγοριθμικού περιεχομένου, είναι δύσκολο να έχει την ψυχική ωριμότητα να το επεξεργαστεί με ασφάλεια.

Δεν είναι μόνο το περιεχόμενο που βλέπει το παιδί. Είναι και ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες αυτές οι πλατφόρμες. Το ατελείωτο scroll, οι ειδοποιήσεις, τα likes, τα σύντομα βίντεο και η συνεχής εναλλαγή ερεθισμάτων κρατούν το παιδί σε μια κατάσταση διαρκούς διέγερσης. Αυτό μπορεί να επηρεάσει τη συγκέντρωση, τον ύπνο, την ανοχή στη ματαίωση και τη δυνατότητα να αντέχει πιο αργές αλλά ουσιαστικές δραστηριότητες.

Πολλά παιδιά και έφηβοι δυσκολεύονται να αποσυνδεθούν. Δεν είναι πάντα θέμα «ανυπακοής» ή «κακής συμπεριφοράς». Συχνά είναι αποτέλεσμα ενός περιβάλλοντος που έχει σχεδιαστεί για να κρατά την προσοχή τους όσο το δυνατόν περισσότερο. Και όσο μικρότερη είναι η ηλικία, τόσο πιο δύσκολο είναι για το παιδί να βάλει μόνο του όρια.

Επομένως, ένα ηλικιακό όριο έχει νόημα. Όχι γιατί τα παιδιά πρέπει να αποκλειστούν από την τεχνολογία, αλλά γιατί χρειάζονται χρόνο για να ωριμάσουν πριν εκτεθούν σε τόσο ισχυρά ψηφιακά περιβάλλοντα.

Από την άλλη πλευρά, η απαγόρευση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται εκπαίδευση των παιδιών, στήριξη των γονέων, σαφείς κανόνες, ψηφιακός γραμματισμός και ευθύνη των ίδιων των πλατφορμών. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μείνει ένα τυπικό μέτρο ή να οδηγήσει απλώς σε τρόπους παράκαμψης.

Το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά φοβισμένα απέναντι στην τεχνολογία, αλλά παιδιά που θα μπορούν να τη χρησιμοποιούν αργότερα με περισσότερη ωριμότητα, ελευθερία και ψυχική ανθεκτικότητα.

6 . Εργάζεστε ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής για αρκετά χρόνια. Έχετε παρατηρήσει αλλαγές στις ηλικίες των ανθρώπων που αναζητούν ψυχοθεραπευτική υποστήριξη; Οι μεγαλύτερες ηλικίες αντιμετωπίζουν την ψυχική υγεία με τον ίδιο τρόπο όπως οι νεότεροι;

Στα περίπου 15 χρόνια που εργάζομαι ψυχοθεραπευτικά, έχω την αίσθηση ότι έχει αλλάξει αρκετά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν την ψυχική υγεία. Η αλλαγή αυτή διακρίνεται πιο έντονα στις νεότερες γενιές, οι οποίες μοιάζουν να αντιμετωπίζουν το θέμα με μεγαλύτερη ευαισθησία και εξοικείωση.

Οι νεότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται περισσότερο την ψυχική υγεία ως μέρος της συνολικής υγείας. Δεν τη βλέπουν μόνο ως κάτι που αφορά την κρίση ή τη μεγάλη δυσκολία, αλλά και ως φροντίδα, πρόληψη και προσωπική εξέλιξη.

Μέσα από τη δουλειά μου βλέπω νέους, ακόμη και σε ηλικίες 20 ή 30 ετών, να επιλέγουν συνειδητά να επενδύσουν χρόνο, ενέργεια και χρήματα στη φροντίδα της ψυχικής τους υγείας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Πολλοί δεν έρχονται μόνο επειδή «δεν αντέχουν άλλο», αλλά επειδή θέλουν να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να διαχειριστούν το άγχος τους, να θέσουν όρια ή να διεκδικήσουν μια ζωή πιο κοντά στις ανάγκες και στις αξίες τους.

Μια ακόμη σημαντική αλλαγή είναι ότι και περισσότεροι άνδρες επιτρέπουν στον εαυτό τους να ζητήσει ψυχοθεραπευτική υποστήριξη. Παραδοσιακά, οι άνδρες μεγάλωναν συχνά με την ιδέα ότι πρέπει να αντέχουν, να μη δείχνουν ευαλωτότητα και να λύνουν μόνοι τους τις δυσκολίες τους. Αυτό αρχίζει σταδιακά να αλλάζει. Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Πολλές φορές είναι ένδειξη ευθύνης.

Οι μεγαλύτερες ηλικίες, από την άλλη, συχνά έχουν μεγαλώσει σε ένα διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο. Σε πολλές περιπτώσεις έμαθαν να σιωπούν, να αντέχουν ή να θεωρούν ότι τα ψυχικά ζητήματα πρέπει να λύνονται «μόνα τους» ή μέσα στην οικογένεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ανάγκη ή ότι δεν μπορούν να ωφεληθούν από την ψυχοθεραπεία. Σημαίνει όμως ότι συχνά χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επιτρέψουν στον εαυτό τους να ζητήσει βοήθεια.

Η μεγάλη αλλαγή δεν αφορά μόνο τις ηλικίες που επισκέπτονται το γραφείο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ψυχική υγεία. Όλο και πιο συχνά, αρχίζει να αντιμετωπίζεται λιγότερο ως αδυναμία και περισσότερο ως φροντίδα.