ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

«Αγάπη Παράνομη» του Ντίνου Θεοτόκη σε Παράσταση για ένα Ρόλο. Γράφει ο Κώστας Βέργος.

Αντώνυμο της τιμής είναι η ατιμία. Στην περίπτωση όμως των διηγημάτων και μυθιστορημάτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αντώνυμο της τιμής είναι η ατίμωση. Ατίμωση, μάλιστα, χωρίς να έχει διαπραχθεί ατιμία εκ μέρους του ατιμασθέντος ή της ατιμασθείσης. Αν έχει διαπραχθεί ατιμία, έχει διαπραχθεί από αυτόν που θα διαφύγει τελικά την κρίση της κοινωνίας. Οι ατιμασμένοι και οι ατιμασμένες θα δεχθούν παθητικά την φοβερή τους μοίρα, χωρίς να έχουν την φωνή να υπερασπισθούν τον εαυτό τους. Ο φόβος τούς παραλύει, κάνοντάς τους να νιώθουν ανήμποροι να αρθρώσουν έστω και μια ελάχιστη αντίρρηση. Η ατιμασμένη γυναίκα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, στα χωριά της εποχής στην βόρεια Κέρκυρα, αφήνεται έρμαιο μιας αδίστακτης πατριαρχίας, χωρίς την δυνατότητα οποιασδήποτε καταφυγής και λύτρωσης.
Η εκκλησία δεν μπορεί να ανατρέψει την κοσμική τάξη. Μια κοσμική τάξη που έχει βαθιά ριζωμένες τις πεποιθήσεις περί της αυστηρής ιεραρχίας αξιών και ανθρώπων. Είχε, εν πολλοίς, και η εκκλησία συμβάλει σ’ αυτό το βαθύ ρίζωμα και τώρα δεν μπορεί παρά να ακολουθεί ως ποίμνιο η ίδια τον κοσμικό ποιμένα. (Τι αντιστροφή, αλήθεια;) Όταν ένας καλός παπάς θα θελήσει να λυτρώσει μια νεαρή γυναίκα από το φονικό χέρι ενός πατέρα, θα πρέπει να αμαρτήσει ο ίδιος. Να μεταλάβει την νεαρή γυναίκα για να δείξει στον εξαγριωμένο πατέρα ότι η κόρη του είναι «αγνή» – ενώ από την εξομολόγηση ξέρει ότι δεν είναι. Η επιταγή του κόσμου τούτου είναι να μη την μεταλάβει ενώ η άλλη επιταγή, η επιταγή του άλλου κόσμου, είναι να την μεταλάβει, παραβιάζοντας τούς επί γης κανόνες (που λένε να μη μεταλαμβάνουν οι μη «αγνές»).
«Και η λειτουργία ήταν τώρα προς το τέλος. Είχαν ειπεί το Πιστεύω και το Πάτερ Ηµών, οι ψάλτες έψαλλαν και ο τιμημένος γέροντας επρόβαλε στη µεσινή θύρα καλώντας τους πιστούς να μεταλάβουν. Τα χέρια του έτρεµαν, σαν να ήταν πάρα πολύ βαρύ το ασημένιο ποτήρι. Της έριξε µια ματιά κι άρχισε να κοινωνάει τον κόσμο, που κατά το συνήθειο ήταν πολύς αυτή την ημέρα. Και εκοινωνούσαν πρώτοι οι γέροντες και κατόπι οι επίλοιποι οι άντρες και τέλος οι γυναίκες. Και ανάμεσά τους ήταν και εκείνη. Κάθε τόσο ο παπάς την εκοίταζε. Μα έβλεπε κι όλας πως και ο γέροντας πατέρας όλο ανησυχούσε περισσότερο. Βλέποντας να αφήνει να διαβαίνουν άλλες μπροστά της, τον είδε να παρατηρεί προσεχτικός την κόρη του και να ζυγώνει σιµά της. Κι αυτή ωχρή, µε δειλό βήμα και σαν αλαλιασµένη, έβαζε το πόδι της στο πρώτο σκαλί. Ο πατέρας σιµά της την εκοίταζε. Και µε αναγάλλιασή του είδε τον άγιο γέροντα να της βάζει, ατάραχος τώρα, τη λαβίδα µε την κοινωνιά στο στόµα, ενώ µε την ψιλή του φωνή επρόφερνε τα τυπικά: Εις άφεσιν αµαρτιών και εις ζωήν αιώνιον.» («Αμάρτησε;» Καρουσάδες 1912. Με το «αμάρτησε;» να αφορά τον παπά.)
Αφορμή αυτού του σημειώματος η παράσταση προ ημερών, στην Κέρκυρα, στο «Πολύτεχνο», του έργου του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Αγάπη Παράνομη». Διασκευή και σκηνοθεσία Πέτρου Αυγερινού, με την Δώρα Παπανικολάου στο ρόλο της Διαμάντως και, υπαινικτικώς και αντιστικτικώς, την ίδια στους λοιπούς ρόλους. Άθλος θεατρικός. Μεταφορά στον Δαφνίλα των χρόνων εκείνων και στην ατμόσφαιρα των φτωχικών σπιτιών του. Πάθη, αμαρτίες κατ’ εξακολούθηση, η κοινωνία που καιροφυλακτεί, το φονικό που επικρέμεται, η αποπνικτική ατμόσφαιρα για όλους και η Διαμάντω που διαχειρίζεται το μυστικό της μεγάλης ντροπής της οικογένειας και που στο τέλος γίνεται ένας παθητικός μάρτυρας δύο θανάτων και μιας αυτοεξορίας.
Σοσιαλιστής ο Θεοτόκης, ανατόμος όχι μόνο των οικονομικών σχέσεων, όπως στους «Σκλάβους στα Δεσμά τους» και στην «Τιμή και το Χρήμα», αλλά και όλης της βαριάς παθολογίας μιας γερασμένης κοινωνίας, που πρέπει επιτέλους να απελευθερωθεί από τα δεσμά που η ίδια θέλησε να επιβάλει στον εαυτό της. Η αγάπη είναι παρούσα, όμως δεν είναι αυτή που θα αλλάξει τα πράγματα. Ο Τουρκόγιαννος του «Κατάδικου» θα πάρει στους ώμους του τον φόνο που δεν διέπραξε και θα το κάνει αυτό για χάρη της αγαπημένης του, αλλά αυτό δεν φτάνει. Και το ότι αυτό δεν φτάνει το ξέρει, πρώτος από όλους, ο ίδιος ο συγγραφέας. Στόχος μοναδικός του Θεοτόκη είναι να αποκαλύψει τα τρομερά κρυμμένα μυστικά της κοινωνίας. Μόνο με την αποκάλυψη του ψεύδους και της υποκρισίας ο κόσμος μπορεί να λυτρωθεί. Να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη, τον συγγραφικό καθρέφτη του Θεοτόκη, και να αλλάξει ρότα.
ΥΓ: Το γεγονός ότι η ηθογραφία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη μιλάει για την ψυχή της κοινωνίας όπως αυτή πράγματι είναι, κυρίως δε για τα βαθύτερα σκοτάδια της, τον κατατάσσει στην ρεαλιστική αφηγηματική σχολή. Το γεγονός ότι παρουσιάζει τους ήρωες και τις ηρωίδες του ως μη δυνάμενους να αποφύγουν την φοβερή τους μοίρα – και λοιπές υπέρτερες δυνάμεις – τον κατατάσσει στην λεγόμενη νατουραλιστική σχολή (αυτή που είχε εγκαινιάσει με την «Νανά» ο Ζολά). Είναι σαν οι ήρωες και οι ηρωίδες να μην έχουν ελεύθερη βούληση. Όλο το βάρος της ελεύθερης βούλησης πέφτει στον συγγραφέα και, βεβαίως, στους αναγνώστες του. Η τέχνη αυτή είναι με τον τρόπο της «στρατευμένη».