ΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όταν Η Τηλεοπτική Οθόνη Καταπίνει Την Επώδυνη Αλήθεια Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Στην εποχή μας όπου η εικόνα κυριαρχεί της ουσίας και ο εντυπωσιασμός υπερισχύει της αλήθειας, από το Φεβρουάριο 2021 μέχρι σήμερα έχουμε βιώσει ένα θέαμα που ξεπέρασε τα όρια της ενημέρωσης και διείσδυσε στις βαθύτερες διαστάσεις της ανθρώπινης ψυχής. Η υπόθεση της «μητέρας» βρεφο-παιδοκτόνου δεν αποτέλεσε απλώς ένα δημοσιογραφικό γεγονός, αλλά εξελίχθηκε σε ένα σκοτεινό τηλεοπτικό δράμα με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα της οποίας το βλέμμα αποκάλυπτε μια ανατριχιαστική λάμψη – όχι πόνου βέβαια, αλλά ενός πολύ δυσοίωνου και δαιμονικού χαρακτήρα.

Η σύγχρονη τηλεόραση, διψασμένη για θέαμα, έχει μετατρέψει την τραγωδία σε ψυχαγωγικό προϊόν. Η συγκεκριμένη περίπτωση διαφοροποιείται όχι τόσο λόγω της φύσης του εγκλήματος – καθώς η ανθρώπινη ιστορία έχει καταγράψει και άλλες εκδηλώσεις ανάλγητης θηριωδίας – αλλά κυρίως εξαιτίας της ψυχρής υπολογιστικότητας που επέδειξε η δράστις. Επί μήνες, η κυρία αυτή παρήλαυνε στα τηλεοπτικά πλατό, επιχειρώντας μέσω συναισθηματικής χειραγώγησης, θεατρικότητας και απροκάλυπτου θράσους να διαμορφώσει ένα σατανικό επινόημα αθωότητας. Πιθανότατα, είχε πειστεί για την ίδια της τη δικαίωση, προβάλλοντας μια διεστραμμένη αγνότητα παρά το γεγονός ότι η όλη ατμόσφαιρα ανέδιδε το βαρύ άρωμα της ενοχής. Με μια αλλόκοτη ναρκισσιστική πεποίθηση, πίστευε ότι μέσω της κατάλληλης σκηνοθεσίας θα κατάφερνε να συγκινήσει και να παραπλανήσει το κοινό.

Η Υπαρξιακή Διάσταση της Τηλεοπτικής Παρουσίας

Προκύπτει, ωστόσο, ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν μια γυναίκα που είχε ήδη διαπράξει αποτρόπαιες παιδοκτονίες να κυκλοφορεί ελεύθερη, να εκφράζεται με βεβαιότητα περί «αδικίας» εις βάρος της και να λαμβάνει απεριόριστη τηλεοπτική κάλυψη; Πώς της παρεσχέθη κατ’ επανάληψη μάλιστα τηλεοπτικό βήμα χωρίς την παραμικρή δεύτερη σκέψη; Η απάντηση είναι ταυτόχρονα απλή και βαθύτατα ανησυχητική: Η σύγχρονη τηλεόραση, ιδίως των μεγάλων καναλιών της επικρατείας, στην εποχή του θεάματος, προτάσσει το δράμα έναντι της αλήθειας. Ως παντοδύναμο μέσο, διαθέτει τη δυνατότητα να διαμορφώνει αντιλήψεις, να θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, να κατασκευάζει ήρωες και θύματα ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν, ή, ακόμα χειρότερα, να μεταμορφώνει τους στυγερούς θύτες σε αξιολύπητα θύματα.

Η ψύχραιμη, κατά κανόνα, παρουσία της, η ετοιμότητα να δακρύζει κάθε στιγμή που πιεζόταν, η δυναμικότητα που επεδείκνυε όταν έπρεπε να μας πείσει ότι αόρατες δυνάμεις την πολεμούσαν – όλα αυτά συνέθεταν ένα προσεκτικά οργανωμένο παραμύθι. Ένα μυθολόγημα που τα μέσα ενημέρωσης, κατά πλειονότητα, επέτρεψαν να οικοδομηθεί, αδιαφορώντας για το αν πίσω από την θεατρινίστικη «αδικία» κρυβόταν μια δολοφονική προσωπικότητα. Αυτό αποτελεί το πιο τρομακτικό στοιχείο: ότι επιτρέψαμε σε ένα φρικαλέο πρόσωπο όχι απλώς να ζει ανάμεσά μας, αλλά να διαθέτει άφθονο τηλεοπτικό χρόνο, ενώ οριακά δεν θα έπρεπε να του παρέχεται ούτε χώρος για να αναπνεύσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά αποτελεί σίγουρα μία από τις πιο έντονες στιγμές που το τηλεοπτικό τοπίο απέδειξε ότι παρέχει χώρο στον οποιονδήποτε – χωρίς αποστάσεις, χωρίς έλεγχο, χωρίς ενδοιασμούς –, λαμπικάροντας το τελικό μήνυμα που φθάνει στην κοινή γνώμη. Μια δολοφόνος υποδυόταν το θύμα και εμείς την παρακολουθούσαμε, συχνά χωρίς να αντιδρούμε. Ακόμα κι όταν κάτι στο εσωτερικό μας υποψιαζόταν κάθε φορά που το βλέμμα της απέφευγε την άμεση επαφή, κάθε φορά που ο νους της πάσχιζε να εναρμονίσει το ψέμα με την αλήθεια που γνώριζε. Αυτή η σιωπηλή συναίνεση, η παθητική αποδοχή του θεάματος, εγείρει ένα επιπλέον υπαρξιακό ερώτημα: Πόσο βαθιά έχουμε βυθιστεί στην παθητικότητα, πόσο εύκολα παραδινόμαστε στο επιφανειακό φεγγοβόλημα της οθόνης, αφήνοντας την κριτική μας σκέψη να νεκρώνει;

Ο Ρόλος των ΜΜΕ και η Επικινδυνότητα του Θεάματος

Κάποια στιγμή, πρέπει να επαναξιολογήσουμε ποιος μιλάει και για ποιον λόγο. Ποιος έχει φώτα και μικρόφωνα στραμμένα πάνω του. Και ποιος είναι – ή ποιος οφείλει να είναι – ο ρόλος των ΜΜΕ σε τέτοιες υποθέσεις. Είναι ο ρόλος τους να τροφοδοτούν την σκοτεινή απόλαυση που προκαλεί η κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων; Να εξαπατούν το κοινό με δράμα, συγκίνηση και φόβο, ανεξάρτητα από την αλήθεια; Ή μήπως οφείλουν να θέτουν όρια, να διατυπώνουν ερωτήματα, να καλλιεργούν την αμφιβολία και την αμφισβήτηση απέναντι στον ύποπτο; Οφείλουν να λειτουργούν ως φάροι αλήθειας, ή ως μεγεθυντικοί φακοί του ψέματος;

Η φιλοσοφική διάσταση αυτής της κατάστασης είναι κατάδηλη. Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα έχει υποκαταστήσει την ουσία, όπου η αλήθεια θυσιάζεται στο βωμό του εντυπωσιασμού. Η υποκρισία απλώνεται παντού, καθώς η τηλεόραση, ιδίως των μεγάλων εθνικής εμβέλειας καναλιών, που κάποτε προοριζόταν να ενημερώνει και να διαπαιδαγωγεί, έχει μεταλλαχθεί σε ένα εργαλείο χειραγώγησης του κοινού. Αντί να προασπίζεται την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και των θυμάτων, χαμοσέρνει τον ιστό της ενημέρωσης στον βόρβορο μιας αποκρουστικής χυδαιότητας. Έχει εξελιχθεί σε ένα εργαλείο που αντικατοπτρίζει τις πιο σκοτεινές μας επιθυμίες για βδελυρό θέαμα, ακόμη κι αν αυτό το θέαμα είναι η ανθρώπινη τραγωδία.

Γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να θίξουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν ορισμένες τηλεοπτικές εκπομπές, τύπου «πρωινάδικων» και «μεσημεριανάδικων», στην υπόθεση της παιδοκτονίας που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Αντί να συμβάλλουν στην ψύχραιμη και εμπεριστατωμένη πληροφόρηση, πολλές από αυτές τις εκπομπές επιδίδονται σε ένα όργιο «ξεκατινιάσματος», όπου η ανάγκη για θέαμα υπερτερεί κατά πολύ της ηθικής δεοντολογίας και του σεβασμού προς τα θύματα και την τραγωδία. Η ακόρεστη δίψα για υψηλά νούμερα τηλεθέασης τις οδηγεί στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου, στην αναπαραγωγή φημών και στην προβολή αχρείαστων λεπτομερειών, ακόμη και των πιο αποκρουστικών, μετατρέποντας μια σοβαρή υπόθεση σε ένα αγελαίο τηλεοπτικό σόου. Αυτή η προσέγγιση όχι μόνο εκτρέπει την κοινή γνώμη από την ουσία του προβλήματος, αλλά ταυτόχρονα συμβάλλει στη αδιαφάνεια και την παραπληροφόρηση, θολώνοντας τα όρια μεταξύ ενημέρωσης και χυδαίας διαπόμπευσης. Είναι καιρός να αναρωτηθούμε αν η τηλεόραση, στην προσπάθειά της να «αναλύσει» κάθε πτυχή ενός εγκλήματος, τελικά υπονομεύει την ίδια την αλήθεια και την αξιοπρέπεια όσων επηρεάζονται.

Εμείς, όμως ως θεατές, φέρουμε την ευθύνη να μην παρασυρόμαστε. Να μην αποδεχόμαστε αβασάνιστα ό,τι μας σερβίρεται. Να αμφισβητούμε, να διερευνούμε, να ασκούμε κριτική σκέψη.

Η Αναγκαιότητα της αμφιβολίας

Η υπόθεση της της «μητέρας» βρεφο-παιδοκτόνου πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι εγρήγορσης. Ως σήμα για τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των μέσων ενημέρωσης και, κυρίως, του δικού μας ρόλου ως πολιτών και θεατών. Να απαιτήσουμε όχι απλώς ενημέρωση, αλλά αλήθεια. Όχι απλώς θέαμα, αλλά κριτική σκέψη. Γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρουμε να διαχωρίσουμε το φως από τη σκιά, την αλήθεια από το ψέμα, και να μην επιτρέψουμε ποτέ ξανά στα αποφώλια τέρατα να διαθέτουν τηλεοπτικό χρόνο, παρουσιαζόμενα ως θύματα, εκφυλίζοντας έτσι την ίδια την έννοια της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, παραμένει η μόνη οδός προς την αυθεντική γνώση και την ουσιαστική κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει. Το τηλεοπτικό παλκοσένικο της ζοφερότητας πρέπει κάποτε να τελειώσει.

*Επισημειωτική Παρατήρηση: Η Άρνηση Κατονομασίας: Μια Πράξη Ηθικής Απαξίωσης των Θηριωδών Θυτών

Είναι μια βαθιά ηθική επιταγή να αρνούμαστε την ονομαστική αναφορά σε ανθρώπους που έχουν διαπράξει πράξεις απόλυτης θηριωδίας. Το όνομα δεν είναι απλώς μια ετικέτα. Συμβολίζει την ταυτότητα, την αξιοπρέπεια και, κυρίως, ένα ελάχιστο επίπεδο ανθρωπινότητας. Όταν κάποιος διαπράττει εγκλήματα που ξεπερνούν κάθε όριο λογικής και ενσυναίσθησης, καθίσταται υποκείμενο ηθικής απαξίωσης και αποβάλλει το δικαίωμα να αναγνωρίζεται ως μέλος της ανθρώπινης κοινότητας.

Η άρνηση χρήσης του ονόματός τους, η αντιμετώπισή τους ως απρόσωπες οντότητες, άμορφες και απεχθείς, δεν είναι πράξη αδιαφορίας. Αντιθέτως, είναι μια δυναμική δήλωση: μια άρνηση να τους παραχωρήσουμε οποιαδήποτε αναγνώριση, οποιαδήποτε «τιμή» στην ιστορία, έστω και αρνητική. Με αυτόν τον τρόπο, αρνούμαστε να τους προσφέρουμε την αναγνώριση που επιζητούν ή να τους χαρίσουμε την αθανασία της φρίκης που ίσως επιδιώκουν.

Η εστίαση πρέπει να παραμένει στα θύματα, στην οδύνη τους και στην ανάγκη για δικαιοσύνη, όχι στην προσωπική προβολή των δραστών. Αφήνοντας τους θύτες στο σκοτάδι της ανωνυμίας, επιβεβαιώνουμε την ηθική καταδίκη των πράξεών τους και επαναφέρουμε το επίκεντρο εκεί που πραγματικά ανήκει: στον ανθρώπινο πόνο και στην ανάγκη για αποτροπή παρόμοιων κτηνωδιών στο μέλλον. Αυτή η προσέγγιση είναι μια πράξη συλλογικής μνήμης που απλά δεν συγκατατίθεται να προβάλει την φρίκη τόσο αδιανόητων εγκλημάτων.