Γκάιμπεν – Μπρεσλάου: Η περίεργη εμπλοκή της Ελλάδας. Γράφει ο Μάνος Ράπτης*
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (28/07/1914 – 11/11/1918 εφεξής Α’ ΠΠ), ο επονομαζόμενος και ως Μεγάλος Πόλεμος, ξεκίνησε την 28/07/1914 με την κήρυξη πολέμου της Αυστροουγγαρίας κατά της Σερβίας. Τα αντίπαλα στρατόπεδα, αρχικά, ήταν οι δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης – Entente Cordiale (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, της Αυστροουγγρικής και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια και γύρω από αυτό το δίπολο θα συνασπιστούν διάφορες δυνάμεις με σημαντικότερη αυτήν των ΗΠΑ, οι οποίες εισήλθαν στον πόλεμο το 1917 υπέρ της Αντάντ και τον έκριναν. Στο βαλκανικό μέτωπο, η κατάσταση είχε ως ακολούθως: πέραν της εξαρχής εμπλοκής της Σερβίας, η οποία, όπως είδαμε, δέχθηκε την επίθεση της Αυστροουγγαρίας στις 28/07/1914 που την θεώρησε υπεύθυνη για τη δολοφονία του διαδόχου του αυτοκρατορικού θρόνου Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της γυναίκας του Σοφίας, τόσο οι υπόλοιπες βαλκανικές δυνάμεις όσο και οι μεγάλες χώρες – πρωταγωνιστές τηρούσαν στάση αναμονής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αμφότεροι οι συνασπισμοί επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα δρόμου στο βαλκανικό μέτωπο προσεταιρισμού στις συμμαχίες τους της Τουρκίας και της Βουλγαρίας. Αυτοί ήταν, πάντα σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων, οι σημαντικοί παίκτες στην περιοχή. Ούτως εχόντων των πραγμάτων και εν αναμονή των εξελίξεων στα Βαλκάνια (ο Κρίστοφερ Κλαρκ θεωρεί τον Α’ ΠΠ σαν τον τρίτο Βαλκανικό Πόλεμο) ακολούθησε, την 01/08 η κήρυξη πολέμου της Γερμανίας κατά της Ρωσίας, την 03/08 κατά της Γαλλίας και την 04/08 της Αγγλίας κατά της Γερμανίας.
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Η έναρξη του Πολέμου βρίσκει την Ελλάδα με τον Πρωθυπουργό της Ελευθέριο Βενιζέλο να είναι φανατικός οπαδός της συμμετοχής της σε αυτόν με τις δυνάμεις της Αντάντ. Ο Βενιζέλος θεωρεί ότι η θαλασσοκράτειρα Αντάντ (πρωτίστως η Αγγλία και δευτερευόντως η Γαλλία) θα είναι η νικήτρια του Πολέμου. Επειδή, δε, θεωρεί αναπόφευκτο έναν πόλεμο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στο άμεσο μέλλον, με κύριο διακύβευμα τα νησιά του Αιγαίου Λήμνο και Χίο επιθυμεί την σύνταξη της χώρας μας με τις δυνάμεις αυτές. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αρχικά δεν έχει αντίρρηση, και τούτο αποδεικνύεται απ’ το ότι συναινεί με τον Βενιζέλο και από κοινού προσφέρουν στην Αντάντ την συμμαχία τους. Πλην, όμως, η Αντάντ την αρνείται δια μιας ευχαριστήριας απάντησης, καθότι επιδιώκει τον προσεταιρισμό πρωτίστως της Τουρκίας και της Βουλγαρίας που τις θεωρεί δυνάμεις κλειδί στα Βαλκάνια και λόγω στρατιωτικής υπεροπλίας αλλά και λόγω γεωπολιτικής ισχύος. Μόνον αργότερα, όταν θα έχουν προσχωρήσει τόσο η Τουρκία όσο και η Βουλγαρία στο συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων, θα στραφεί η Αντάντ προς την Ελλάδα και θα αναζητήσει τη συμμαχία της. Χαρακτηριστική επί του θέματος είναι η αναφορά του Κωνσταντίνου Ζαβιτζιάνου, ο οποίος λέει χαρακτηριστικά: «Η απόκρουσις της προσφοράς ταύτης γενομένη εις στιγμάς τα μάλιστα δυσχερείς δια τας δυνάμεις της Αντάντ…απετέλεσε το πρώτον χρονολογικό σφάλμα μιας πολιτικής τουλάχιστον ανοήτου, που εφήρμοσεν η Αντάντ εις τα Βαλκάνια κατά τους πρώτους μήνας του πολέμου. Η πολιτική αύτη δεν ηθέλησε ποτέ να εκτιμήση την σκληράν πραγματικότητα, ερωτοτροπούσε δε συνεχώς με τους Τούρκους και μετά την υπογραφή της συνθήκης συμμαχίας με την Γερμανίαν, και με τους Βουλγάρους μέχρι της ημέρας που εξήλθον και ούτοι εκ της ουδετερότητας εις το πλευρόν των κεντρικών αυτοκρατοριών, ενώ ήτο καταφανής, εξ απειρίας αποδείξεων, η οδός προς την οποία εστρέφοντο αμφότεραι αύται αι βαλκανικαί δυνάμεις». Εκείνη είναι και η χρονική στιγμή κατά την οποία θα αναδυθεί ο εθνικός διχασμός στην ζωή του τόπου, ο οποίος συνίστατο εσωτερικά στο ποιος κυβερνά και ασκεί την εξωτερική πολιτική της χώρας, ο εκλεγμένος από το Λαό Πρωθυπουργός ή ο ανεύθυνος Μονάρχης και εξωτερικά στο με ποιο στρατόπεδο θα συντασσόμασταν, με της Αντάντ που επιθυμούσε ο Βενιζέλος ή με των Κεντρικών Δυνάμεων που ήθελε ο βασιλιάς. Η περίφημη αυτή διαφωνία μεταξύ Βενιζέλου και Βασιλιά οδήγησε σε 2 παραιτήσεις τον Πρωθυπουργό και τη χώρα να τηρεί την δυναστική πολιτική της (φιλογερμανικής) ουδετερότητας έως τον Ιούνιο του 1917. Εν τέλει, και αφού προέκυψαν πολλά, σοβαρά και σημαντικά γεγονότα, τα οποία συνέβαλαν τα μάλα στην επίταση του εθνικού διχασμού (Παράδοση Οχυρού Ρούπελ και Κατάληψη Ανατολικής Μακεδονίας από τους Γερμανοβουλγάρους, Παράδοση του 4ου Σώματος Στρατού άνευ μάχης και αιχμαλωσία του στο Γκαίρλιτς, Κίνημα Εθνικής Άμυνας, Κράτος Θεσσαλονίκης, Νοεμβριανά, ναυτικός αποκλεισμός κ.α.) στις 28-06-1917, ήτοι 3 σχεδόν χρόνια μετά την έναρξη του Α’ ΠΠ, ο επανακάμψας στην πρωθυπουργία, με την υποστήριξη των Αγγλογάλλων, Βενιζέλος κηρύσσει τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων.
ΤΟ ΣΥΜΒΑΝ “ΓΚΑΙΜΠΕΝ – ΜΠΡΕΣΛΑΟΥ”
Την 01/08/1914 ο Ναύαρχος Σουσόν, ο οποίος είχε υπό τας διαταγάς του τα 2 Γερμανικά καταδρομικά πλοία “Γκαίμπεν” και “Μπρεσλάου” (ένας από τους νεραούς αξιωματικούς του οποίου ήταν και ο μετέπειτα Ναύαρχος του Γερμανικού Στόλου και διάδοχος του Χίτλερ στην εξουσία Καρλ Ντένιτζ) και τα οποία βρισκόντουσαν στη Μεσόγειο, όντας τα μόνα Γερμανικά Πολεμικά Πλοία στη θάλασσα αυτή, ελάμβανε ένα τηλεγράφημα το οποίο τον ενημέρωνε ότι η Γερμανία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Ρωσία και, σύντομα, θα τον κήρυττε και στην Γαλλία. Εκ των 2 ως άνω καταδρομικών, το «Γκαίμπεν» εθεωρείτο το καλύτερο καταδρομικό πλοίο τη εποχής του. Επί μήνες, ο ναύαρχος ελάμβανε μυστικές οδηγίες τις οποίες και θα εκτελούσε σε περίπτωση πολέμου με τη Γαλλία, οι οποίες συνίσταντο στην αρχική επίθεση κατά γαλλικών στρατιωτικών στόχων σην Αλγερία, στα λιμάνια Φιλιπβίλ και Μπόνα και στην εν συνεχεία ενσωμάτωσή τους στον Γερμανικό Στόλο στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Πράγματι, ο Σουσόν απέπλευσε με το “Γκαίμπεν” από το λιμάνι της Πόλα στην Ιταλία, υπό Αυστροοουγγρική κατοχή τότε, χώρας συμμάχου με τη Γερμανία, και εν συνεχεία αφού ενώθηκε νοτιότερα με το “Μπρεσλάου” κατευθύνθηκε προς την Αλγερία, όταν την 03/08/1914 και ενώ βρισκόταν δυτικά της Σικελίας έλαβε την είδηση περί κηρύξεως πολέμου κατά της Γαλλίας. Παράλληλα, έλαβε και κατά τι τροποποιημένες τις αρχικές διαταγές: μετά το βομβαρδισμό των αλγερινών λιμένων και των εκεί ευρισκομένων γαλλικών στόχων διετάχθη να κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη και να μην πάει στον Βόρειο Ατλαντικό. Κατόπιν αυτών των νέων εντολών και μετά την επίθεση στους γαλλικούς στόχους (με σημαία Ρωσίας κατά παραβίαση των Διεθνών Συνθηκών) έπλευσε προς την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να πείσει την, έτι τελούσα ουδετέρα, Τουρκική Κυβέρνηση να εισέλθει στον Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Η απόσταση ήταν μεγάλη και τα καταδρομικά πλοία θα χρειαζόταν να ανεφοδιαστούν δύο φορές. Ο πρώτος ανεφοδιασμός θα μπορούσε να γίνει στην ουδέτερη Ιταλία και ο δεύτερος θα γινόταν στην, επίσης ουδέτερη, Ελλάδα. Η πορεία των δύο πλοίων τα έφερε αντιμέτωπα με τον αγγλικό στόλο της Μεσογείου, ο οποίος ήταν αγκυροβολημένος στα νότια της Σικελίας. Η Αγγλία ήταν ακόμη ουδέτερη, όλοι γνώριζαν, όμως, ότι σύντομα επρόκειτο να κηρύξει και αυτή τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Βάσει του διεθνούς δικαίου, ο Ναύαρχος του Αγγλικού Στόλου στη Μεσόγειο Σερ Άρτσιμπαλντ Μπέρκλευ Μιλν μπορούσε να καταδιώξει αλλά όχι να επιτεθεί στα γερμανικά πλοία. Οι οδηγίες, δε, που είχε ήταν να τα εντοπίσει και να τα παρακολουθεί. Υπό την παρακολούθηση των Άγγλων το “Γκαίμπεν” και το “Μπρεσλάου” εισήλθαν στο λιμάνι της Μεσσίνας, όπου τα περίμεναν γερμανικά εμπορικά πλοία για να τα ανεφοδιάσουν με κάρβουνο. Ανήσυχοι οι Ιταλοί, τους έδωσαν 24 ώρες προκειμένου να ανεφοδιαστούν και να φύγουν. Εν τω μεταξύ, ο Μιλν τηρώντας το γράμμα του νόμου δεν εισήλθε στα ύδατα του ουδέτερου κράτους. Αντιθέτως, διέταξε τα καταδρομικά του να αράξουν δυτικά του λιμένα της Μεσσίνας, όπου ανεφοδιαζόταν τα γερμανικά πλοία. Θεωρώντας ότι ο Σουσόν θα επέλεγε είτε το λιμάνι της Πόλας είτε την πορεία προς τον Β. Ατλαντικό, ο Μιλν απέτυχε να σταματήσει την πορεία των Γερμανών προς την Τουρκία. Την ώρα που απέπλεαν τα γερμανικά καταδρομικά από τον ιταλικό λιμένα, αργά το βράδυ της 4ης προς την 5η Αυγούστου, η Αγγλία κήρυττε τον πόλεμο στην Γερμανία.
Με την έξοδο από την Μεσσίνα ο Μιλν διέταξε ένα ελαφρύ καταδρομικό, το “Γκλόστερ” να ακολουθήσει τους Γερμανούς, κατόπιν, δε, διέταξε τον υπαρχηγό του, Ναύαρχο Τρούμπριτζ, με άλλα 4 ελαφρά πλοία να ενισχύσουν αυτήν την καταδίωξη. Όταν τα γερμανικά πλοία μπήκαν στη θάλασσα του Αιγαίου, όπου και ο Σουσόν είχε ήδη κανονίσει να ανεφοδιαστούν, ο Μιλν θεώρησε ότι τα είχε παγιδεύσει και έστειλε κάποια από τα πλοία στη διώρυγα του Σουέζ για να την περιφρουρήσουν από πιθανή γερμανική επίθεση! Το “Γκαίμπεν” και το “Μπρέσλαου” έφτασαν στις 10 Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οι Γερμανοί και οι Άγγλοι διπλωμάτες συναντήθηκαν παρασκηνιακά με την τουρκική κυβέρνηση. Μόλις οι Γερμανοί έμαθαν ότι τα πλοία τους είχαν φτάσει, κατάφεραν και έπεισαν του Τούρκους να τους επιτρέψουν να εισέλθουν στο λιμάνι. Αναμένοντας Τουρκική αντίσταση ο Ναύαρχος Σουσόν εξεπλάγη από την ευπρόσδεκτη υποδοχή που του επεφύλασσαν οι Τούρκοι. Μόλις, δε, άραξαν στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, τόσο τα πλοία, όσο και οι αξιωματικοί τους ντύθηκαν “τουρκικά”, καθότι επικαλέστηκαν την αγορά τους από τους Τούρκους και μετονομάστηκαν σε “Γιαβούζ Σουλτάν Σελίμ” και “Μιντιλί”, ο, δε, Σουσόν αναγορεύτηκε σε Αρχιναύαρχο του Τουρκικού Στόλου.
Ο ρόλος των συγκεκριμένων καταδρομικών απεδείχθη καθοριστικός για την εξέλιξη του πολέμου μόνον βραχυπρόθεσμα, καθότι βομβάρδισαν προκαλώντας σοβαρότατες απώλειες τις ρωσικές πόλεις της Σεβαστούπολης, της Οδησσού και του Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα. Την 30-10-1914 η Τουρκία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας.
Το ως άνω επεισόδιο επέφερε και το τέλος της καριέρας τόσο του Μίλν όσο και του Τρούμπριτζ. Ο Μίλν υπηρέτησε το υπόλοιπο της θητείας του κατά τη διάρκεια του Πολέμου παροπλισμένος και με τον μισό μισθό, στον δε Τρούμπριτζ για το υπόλοιπο, επίσης, του Πολέμου ανατέθηκαν καθήκοντα κατώτερα του βαθμού του σε υπηρεσίες ξηράς.
Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Πώς, όμως, κατάφερε η χώρα μας να εμπλακεί σε αυτό το συμβάν; Μα, φυσικά, όταν απετέλεσε σταθμό ανεφοδιασμού στο ταξίδι των 2 γερμανικών καταδρομικών προς την Κωνσταντινούπολη! Πράγματι, όπως είδαμε και παραπάνω, αφού ανεχώρησαν από τον κόλπο της Μεσσίνας στην Ιταλία τα ξημερώματα της 05/08/1914, τα δύο πλοία πλέοντας προς την Τουρκία αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν την επόμενη στάση τους στη νησίδα Δονάση της Νάξου. Εκεί ανέμεναν το πλοίο, το οποίο θα τους ανεφοδίαζε με τα απαραίτητο κάρβουνο – καύσιμο. Σημειωτέον, ότι λόγω της γενικότερης εμπόλεμης κατάστασης και της Ανταντοφιλίας του Βενιζέλου είχαν κατασχεθεί όλοι οι γερμανικοί γαιάνθρακες που βρισκόντουσαν στο λιμάνι του Πειραιά και οι οποίοι ανήκαν στον γερμανικό εμπορικό οίκο Πλοκ. Υπήρχε, λοιπόν, αντικειμενική δυσκολία, σαφώς μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνέβη προηγουμένως στην Ιταλία και στο λιμάνι της Μεσσίνας, ως προς τον ανεφοδιασμό των συγκεκριμένων σκαφών. Σε μία προσπάθεια εξεύρεσης λύσης ο Γερμανός Πρέσβης στην Αθήνα εσπευσμένα το βράδυ της 5ης προς 6η Αυγούστου προσέτρεξε στην πρωθυπουργική κατοικία, με τον αστικό μύθο να διαδίδει ότι τον βρήκε να κοιμάται. Τόσο αιφνιδιάστηκε με το κατεπείγον του αιτήματος ο Βενιζέλος, το οποίο είχε μεταμφιεστεί εκ μέρους των Γερμανών σε ανάγκη ανεφοδιασμού εμπορικών πλοίων, ώστε έδωσε, πάντα κατά μίαν εκδοχή, την εντολή επί του επισκεπτηρίου του και με την υπογραφή του, προκειμένου να φορτωθούν 800 τόνοι κάρβουνο από τον Πλοκ στο εμπορικό πλοίο “Μπόγαμπος” για να ανεφοδιαστούν τα “εμπορικά” πλοία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και επειδή ανεφοδιάσθησαν τη αδεία της Βενιζελικής Κυβερνήσεως, το “Γκαίμπεν” και το “Μπρεσλάου” κατάφεραν να συνεχίσουν ανενόχλητα τον πλουν προς την Κωνσταντινούπολη και να επιφέρουν τις ζημιές που επέφεραν στην Αντάντ.
Η υπόθεση αυτή ανακινήθηκε από τον γαλλικό τύπο το 1923 και προκάλεσε μέχρι και την παρέμβαση του Άγγλου Υφυπουργού Εξωτερικών Μακ – Ναίηλ, ο οποίος δήλωσε ότι υπήρξε ανεφοδιασμός των γερμανικών πολεμικών πλοίων με διαταγή του Βενιζέλου, κατόπιν συνεννοήσεως με την Βρετανία, η οποία και συνήνεσε προς αυτό, εφαρμόζοντας, σχετικώς, τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Ίδια υπήρξε και η θέση του εγνωσμένου κύρους Διεθνολόγου Νικολάου Πολίτη, ο οποίος είχε γνωματεύσει ότι “Το Γκαίμπεν και το Μπρεσλάου ήσαν σκάφη εμπόλεμα καθ’ ην ώραν ευρέθησαν εις τα ελληνικά ύδατα. Απέναντι αυτών η Ελλάς ήτο κράτος ουδέτερον. Δυνάμει του άρθρου 19 της ΧΙΙΙ συμβάσεως της Χάγης του 1907, η Ελλάς είχε πλήρη ελευθερίαν να επιτρέψη την εφ’ άπαξ ανθράκευσιν αυτών”.
Όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο απολογητής του Ελευθερίου Βενιζέλου Γεώργιος Βεντήρης στο κλασσικό του έργο “Η Ελλάς του 1910-1920” και ο οποίος, προς τιμήν του, παραθέτει τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν εναντίον του Βενιζέλου γι’ αυτήν του την ενέργεια: “Υπεράνω των διεθνών τύπων κείται η ουσία. Αι σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας ήσαν γνωσταί. Ο εκ τούτων κίνδυνος της Ελλάδος φανερός. Επομένως ο Βενιζέλος υπεχρεώνετο να προίδη ότι οι (σ.σ. γερμανικής προέλευσης) γαιάνθρακες Πειραιώς ίσως ανεφωδίαζαν το “Γκαίμπεν” και Μπρεσλάου και να αρνηθή την επί τούτω άδειαν, παραμερίζων το διεθνές δίκαιον. Αυτό του κατηγορούν οι πολιτικοί επικριταί του”.
ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΜΕΤΑΞΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Σε μία ύψιστης ιστορικής σημασίας αρθρογραφία που θα επακολουθήσει είκοσι χρόνια μετά το συμβάν, μέσα από τις στήλες των εφημερίδων “Ελευθέρου Βήματος” και ‘Καθημερινής”, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ιωάννης Μεταξάς θα διασταυρώσουν τα ξίφη τους για τα αίτια και τους υπαιτίους του Εθνικού Διχασμού μέσω 34 άρθρων ο πρώτος και 70 άρθρων ο δεύτερος. Ο τελευταίος είναι και από τους πρωτοστάτες του αντιβενιζελισμού. Ως προς το επεισόδιο αυτό, των γερμανικών καταδρομικών πλοίων, ο Μεταξάς, με ευφυέστατα σκωπτικό ύφος, αναφέρει στο 8ο άρθρο του στις 26-10-1934 στην εφημερίδα “Καθημερινή”: “Ήδη ο κ. Βενιζέλος εις το τελευταίον του άρθρον (σ.σ. εννοεί το από 24-10-1934 άρθρο του Βενιζέλου στο Ελεύθερο Βήμα) απαντά ότι δεν εγνώριζεν ότι οι γαιάνθρακες προωρίζοντο δια το “Γκαίμπεν” και το “Μπρεσλάου”, αλλά δια το γερμανικόν εμπορικόν (το “Μπόγαμπος” δηλαδή”). Και φαντάζεται κανείς ότι ο πρέσβυς της Γερμανίας αυτοπροσώπως εξύπνησε τον Πρωθυπουργόν νύκτα, τον ήγειρε της κλίνης του ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΖΗΤΗΣΕΝ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ διαταγήν προς τον λιμενάρχην Πειραιώς εφοδιασμού γαιανθράκων, εντός της νυκτός, ενός απλού εμπορικού και τόσον επειγόντως, ώστε ο κ. Βενιζέλος μη έχων προχειρότερον μέσον έγραψε την διαταγήν ταύτην εφ’ απλού επισκεπτηρίου του; και πρέπει να πιστεύσωμεν, ότι ο πρέσβης της Γερμανίας δεν έκαμε ουδέ νύξιν εις τον Πρωθυπουργόν περί “Γκαίμπεν” και “Μπρεσλάου”, τουλάχιστον δια να δικαιολογήση την τοιαύτην έκτροπον νυχτερινήν ενόχλησιν ενός Πρωθυπουργού, και ότι ούτε από τον νουν του κ. Βενιζέλου επέρασεν ουδεμία υποψία, ενώ ήτο γνωστή εις το υπουργείο των Ναυτικών η δίωξις των “Γκαίμπεν” και “Μπρεσλάου” υπό αγγλικών σκαφών αφού και κανιοβολισμοί αντηλλάγησαν μεταξύ των παρά το Ταίναρον; Και ότι επίστευσεν ο κ. Βενιζέλος ότι το γερμανικόν εμπορικόν πλοίον “Μπόγαμπος”, το οποίον ευρίσκετι εν πλήρη ασφαλεία εν Πειραιεί εζήτη γαιάνθρακας δια να εξέλθη εις το Αιγαίον αυλακιζόμενον υπό αγγλικών σκαφών, δια να πλεύση κατά το διεθνές δίκαιον εις τον πλησιέστερον γερμανικόν ή αυστριακόν λιμένα, δηλαδή την τεργέστην ή εις την Νότιον Αφρικήν δια του Σουέζ!”. Ο Μεταξάς εγείρει πολύ σοβαρά ερωτήματα ως προς την άγνοια του Βενιζέλου, η οποία αγγίζει, στην καλύτερη γι’ αυτόν περίπτωση, τα όρια της προκλητικής αμέλειας και στη χειρότερη της απόλυτης γνώσης. Διότι πώς ήταν δυνατόν και με την γενικευμένη ευρωπαική σύρραξη να είναι ante portas και ενώ οι γερμανικοί γαιάνθρακες είχαν κατασχεθεί για την αποφυγή αυτών των περιστατικών, τον ανεφοδιασμό, δηλαδή, του εν δυνάμει εχθρικού στόλου (η Αγγλία την οποία στήριζε ο Βενιζέλος την προηγούμενη μέρα είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία) ο πολυμήχανος Βενιζέλος να συμπεριφέρεται με τόσο προκλητική αφέλεια; Μέσα από την ως άνω αρθρογραφία τους, ο Μεταξάς ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο ένας εκ των λόγων που επικαλέστηκε ο Βενιζέλος για την αναγκαιότητα εισόδου της Ελλάδος στον Α’ΠΠ στο πλευρό της Αντάντ και που ήταν η αναπόφευκτη πολεμική σύγκρουση στο εγγύς μέλλον, μετά το πέρας του Α’ΠΠ, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ήταν παντελώς αβάσιμη. Και τούτο αποδεικνύεται περίτρανα από την στάση που τήρησε στην περίπτωση των δύο γερμανικών πολεμικών καταδρομικών και που επέτρεψε τον ανεφοδιασμό τους. Διότι, επιχειρηματολογεί ο Μεταξάς, δεν είναι δυνατόν να θεωρούσε ότι ο πόλεμος είναι προ των πυλών και να προέβαινε σε μία τόσο επιζήμια κίνηση για την Ελλάδα, τον ανεφοδιασμό, δηλαδή, των σκαφών αυτών, προκειμένου να πλεύσουν στην Κωνσταντινούπολη και να γίνουν μέρος του Τουρκικού στόλου αλλάζοντας το συσχετισμό του πολεμικού ναυτικού στο Αιγαίο υπέρ της Τουρκίας!
Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Από την άλλη πλευρά, τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας της αφέλειας και της εξαπάτησης του Βενιζέλου, με την εκ των υστέρων (ή και εκ των προτέρων αν ήταν, όπως ισχυρίζεται ο Μακ Νέιλ, μικρή σημασία είχε) αποδοχή εκ μέρους των συμμάχων της Αντάντ της εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και της ανθράκευσης των σκαφών. Οι σύμμαχοι, επαναλαμβάνω, ως πρώτη στόχευση είχαν μία ενδεχόμενη συμμαχία είτε με την Τουρκία είτε με τη Βουλγαρία, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, που τις θεωρούσαν πολυτιμότερες προκειμένου να ελέγχουν τις οδούς προς τις Ινδίες και τη Μέση Ανατολή, αλλά και για να αποτελούσαν έναν μοχλό απειλής και πίεσης στο μαλακό υπογάστριο των Κεντρικών Δυνάμεων ενόψει πολέμου, περικυκλώνοντάς τες κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η Ελλάδα εθεωρείτο για την Αντάντ υποδεέστερης γεωπολιτικής ισχύος και γι’ αυτό απέρριψαν, αρχικά, την συμμαχία της. Ο Βενιζέλος στο 8ο άρθρο του στο “Ελεύθερο Βήμα” της 23-10-1934, στα πλαίσια της αρθρογραφικής αντιπαράθεσης με τον Ιωάννη Μεταξά για τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού υιοθετεί απόλυτα τη θέση περί άγνοιας εκ μέρους του της ύπαρξης γερμανικών πολεμικών πλοίων στο Αιγαίο που αναζητούσαν άδεια ανεφοδιασμού. Δηλώνει, ότι πίστεψε τα λεγόμενα του Γερμανού Πρέσβη και έδωσε την άδεια ανεφοδιασμού δύο εμπορικών γερμανικών πλοίων, ως ενημερώθηκε, ευρισκομένων στο Αιγαίο, σύμφωνα με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Χαρακτηριστική είναι η θέση του Βενιζέλου όπως εκφράζεται στην από 25-12-1930 επιστολή του προς τον Γ. Βεντήρη (όπως ο ίδιος ο Βεντήρης την παραθέτει στο έργο του «Η Ελλάς του 1910-1920» και ο Κωνσταντίνος Ζαβιτζιάνος την επαναλαμβάνει στο έργο του «Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε 1914-1922»): «Η αντίφασις μεταξύ της βεβαιώσεως του Μακ-Νέιλ και της ιδικής μου, φυσικωτέραν εξήγησιν δύναται να έχει την εξής: ότι την επιούσαν (της χορηγήσεως αδείας προς ανθράκευσιν των γερμανικών) ο πρέσβυς της Αγγλίας ήλθε να με ίδη και του ανεκοίνωσα την άδειαν της ανθρακεύσεως που έδωκα δια τα δύο γερμανικά εμπορικά, και μου είπεν ότι η άδεια αυτή δεν ημπορούσε παρά να δοθεί. Τώρα μάλιστα που γράφω αυτήν την υπόθεσιν, σαν να ενθυμούμαι αμυδρώς ότι ούτω συνέβη το πράγμα. Εκτός αν πρόκειται περί αθελήτου αυθυποβολής. Φιλικώτατα, Υμέτερος. Υπ. Ελ. Βενιζέλος». Τόσο ο Βενιζέλος, όσο και ο Άγγλος Υφυπουργός Εξωτερικών, με την ως άνω αναφερθείσα διαφοροποίηση, έχουν το ίδιο αφήγημα περί άγνοιας και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου, θέση την οποία υιοθετούν και οι φιλοβενιζελικοί παράγοντες, δημοσιογραφικοί, ιστορικοί και πολιτικοί.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Εν τέλει, εκ των υστέρων ιδωμένο, το περιστατικό των “Γκαίμπεν” και “Μπρεσλάου” μάλλον επιτάχυνε τις δρομολογημένες εξελίξεις. Ήταν αποτέλεσμα της συμφωνίας συμμαχίας μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, η οποία μυστικώς συνήφθη από την 02/08/1914, και δεν την προκάλεσε, όπως τόνισε και ο Βεντήρης. Η συμμαχία της Τουρκίας, αρχικώς, και της Βουλγαρίας, εν συνεχεία, με τις Κεντρικές Δυνάμεις έκανε επιθυμητή την συμμαχία της Ελλάδος από την πλευρά της Αντάντ. Η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ήταν πρόσκαιρη και δεν επηρέασε ούτε ουσιαστικά ούτε σε βάθος χρόνου το συσχετισμό δυνάμεων και το αποτέλεσμα του πολέμου είτε γενικά είτε στο μέτωπο της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου. Κραταιές ναυτικές δυνάμεις στη Μεσόγειο καθ’ όλη τη διάρκεια του Α΄ΠΠ υπήρξαν οι δυνάμεις της Αντάντ, Αγγλία, Γαλλία και (εκ των υστέρων) Ιταλία. Τα δύο γερμανικά καταδρομικά, πέραν των ζημιών που προκάλεσαν στις ρωσικές πόλεις της Οδησσού της Σεβαστούπολης και του Νοβοροσίσκ ουδεμία περαιτέρω σημαντική επίδραση είχαν επί του πολέμου. Ειδικά ως προς την Ελλάδα, πέρα από την περίεργη εξέλιξη αυτών καθ’ εαυτών των γεγονότων της ανθράκευσης των πλοίων, εν γνώσει ή εν αγνοία της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Ελευθερίου Βενιζέλου προσωπικά, αυτά δεν επηρέασαν μεσομακροπρόθεσμα την ελληνική ναυτική υπεροπλία στο Αιγαίο έναντι της Τουρκίας, καθώς ουδέποτε ετέθη εν αμφιβόλω από την τελευταία η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, ακόμη και κατά την εξαιρετικά δύσκολη για τη χώρα μας περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Christopher Clark: The Sleepwalkers, How Europe went to War in 1914
“The pursuit of the Goeben and the Breslau” by Paul Chrastina and Old News.
“Η Ιστορία του Εθνικού Διχασμού”. Τα άρθρα του Ε. Βενιζέλου και του Ι. Μεταξά στις εφημερίδες “Ελεύθερον Βήμα” και “Η Καθημερινή” (εκδόσεις Ελληνική Πρωτοπορία).
“Η Ελλάς του 1910-1920” του Γεωργίου Βεντήρη εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ.
Κωνσταντίνου Ζαβιτζιάνου “Αι αναμνήσεις του εκ της Ιστορικής Διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε” Αθήναι 1946
Μάνος Ράπτης
Δικηγόρος

