ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ποιος σχεδιάζει την Κέρκυρα και για ποιον; Η μαρίνα mega yacht, ο κυβερνητικός σχεδιασμός και ο ρόλος του ΤΕΕ. Του Γιάννη Λασθιωτάκη

Η ανακοίνωση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας – Περιφερειακού Τμήματος Κέρκυρας για τη μαρίνα mega yacht στο λιμάνι της Κέρκυρας ανοίγει ένα ουσιαστικό ζήτημα: με ποια κριτήρια σχεδιάζονται οι υποδομές του νησιού και ποιες ανάγκες μπαίνουν τελικά σε προτεραιότητα;

Το ΤΕΕ χαρακτηρίζει το έργο «στρατηγική επένδυση», υπογραμμίζει την ανάγκη να τηρηθεί η κυρωμένη σύμβαση και να μη

διακινδυνεύσει η έγκαιρη υλοποίησή της, ενώ αντιμετωπίζει ζητήματα όπως η λειτουργία των καρνάγιων, η στάθμευση και η πρόσβαση στο παραλιακό μέτωπο ως προβλήματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν με συμπληρωματικές παρεμβάσεις.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα υλοποιηθεί μια επένδυση, αλλά αν αυτή υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες του τόπου, ποιους ωφελεί και ποιες άλλες ανάγκες μένουν πίσω.

Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη επένδυση. Η μαρίνα mega yacht δεν προέκυψε ξαφνικά ούτε αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική πρόταση που εξετάζεται σήμερα. Εντάσσεται σε συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση για την αξιοποίηση των λιμενικών και τουριστικών υποδομών με κριτήριο την προσέλκυση επενδύσεων.

Αυτό αποδεικνύεται από τα ίδια τα επίσημα κυβερνητικά κείμενα:

  • Το κυβερνητικό σχέδιο για τα Ιόνια Νησιά, με τίτλο «Εμβληματικά έργα και συνεκτικές πολιτικές για τα Ιόνια Νησιά», εντάσσει τη μαρίνα στον σχεδιασμό για τις λιμενικές και τουριστικές υποδομές της περιοχής.
  • Το Υπουργείο Ναυτιλίας, στην ανακοίνωσή του για την υπογραφή της σύμβασης υποπαραχώρησης στις 30 Οκτωβρίου 2024, παρουσιάζει την επένδυση ως αποτέλεσμα μιας πολυετούς διαδικασίας προώθησης, με συμμετοχή κρατικών και αυτοδιοικητικών φορέων.
  • Το Ετήσιο Σχέδιο Δράσης 2024 του Υπουργείου Ναυτιλίας εντάσσει την αξιοποίηση της μαρίνας στον στόχο της επενδυτικής αξιοποίησης επιλεγμένων λιμένων.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η μαρίνα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής επιλογής. Δεν είναι, επομένως, ουδέτερη η συζήτηση γύρω από αυτήν: αφορά το μοντέλο ανάπτυξης που προωθείται και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να προωθήσει τη συγκεκριμένη επένδυση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αυτή η επιλογή απαντά στις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας των κατοίκων και των εργαζομένων της Κέρκυρας ή αν προτεραιότητα αποκτά η δημιουργία πεδίων κερδοφορίας για επιχειρηματικούς ομίλους.

Όταν η επένδυση γίνεται δεδομένη και οι ανάγκες αναζητούν εκ των υστέρων λύσεις.

Η ανακοίνωση του ΤΕΕ Κέρκυρας δεν μπορεί να κριθεί μόνο από τις επιμέρους τεχνικές παρατηρήσεις της. Χρειάζεται να εξετάσουμε τη συνολική της προσέγγιση.

Όταν ως βασική προτεραιότητα τίθεται να προχωρήσει απρόσκοπτα η επένδυση και οι συνέπειες για την πόλη αντιμετωπίζονται ως ζητήματα που θα διευθετηθούν με συμπληρωματικές παρεμβάσεις, τότε η συζήτηση ξεκινά από μια δεδομένη παραδοχή: ότι το έργο πρέπει να γίνει και στη συνέχεια θα αναζητηθούν λύσεις για τις επιπτώσεις του.

Όμως, ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός οφείλει να εξετάζει από την αρχή όλες τις εναλλακτικές, τις ανάγκες που υπάρχουν, τις συνέπειες κάθε επιλογής και το συνολικό κόστος για την κοινωνία. Οφείλει να απαντά όχι μόνο στο αν μια επένδυση είναι τεχνικά εφικτή ή οικονομικά ελκυστική, αλλά και στο αν είναι η κατάλληλη επιλογή για τον συγκεκριμένο τόπο.

Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε έναν σχεδιασμό που έχει ως αφετηρία την εξυπηρέτηση μιας επένδυσης και σε έναν σχεδιασμό που ξεκινά από τις ανάγκες της κοινωνίας.

Τι σημαίνει αυτό για τα καρνάγια και το παραλιακό μέτωπο;

Τα ζητήματα των καρνάγιων, της στάθμευσης και της πρόσβασης στο παραλιακό μέτωπο δεν είναι λεπτομέρειες που μπορούν να παραπεμφθούν απλώς σε μελλοντικές παρεμβάσεις.

Τα καρνάγια συνδέονται με την παραδοσιακή ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα, την εργασία και τη δυνατότητα των ανθρώπων που τη στηρίζουν να συνεχίσουν να δουλεύουν. Η πρόβλεψη για έναν νέο χώρο δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται να εξεταστεί αν εξασφαλίζει ουσιαστικά τις προϋποθέσεις λειτουργίας της δραστηριότητας, με κατάλληλες υποδομές, προσβασιμότητα και όρους που δεν μετατρέπουν την επιβίωσή της σε αβέβαιη υπόθεση.

Αντίστοιχα, το παραλιακό μέτωπο και οι κοινόχρηστοι χώροι δεν είναι απλώς στοιχεία που πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις μιας επένδυσης. Αποτελούν μέρος της ζωής της πόλης και πρέπει να εξετάζονται με γνώμονα την πρόσβαση των κατοίκων, τις καθημερινές μετακινήσεις, τις ανάγκες των εργαζομένων και τη λειτουργία του λιμανιού.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν προβλήματα και να υποσχόμαστε ότι θα αντιμετωπιστούν. Πρέπει να εξετάζουμε αν η ίδια η επιλογή του έργου δημιουργεί ή επιδεινώνει αυτά τα προβλήματα και αν υπάρχουν εναλλακτικές που υπηρετούν καλύτερα το σύνολο των αναγκών.

Ποιος είναι ο ρόλος του ΤΕΕ;

Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας δεν είναι ούτε επενδυτής ούτε όργανο που αποφασίζει μόνο του για την ακύρωση μιας σύμβασης. Είναι, όμως, θεσμοθετημένος τεχνικός σύμβουλος της Πολιτείας και έχει ιδιαίτερη ευθύνη να συμβάλλει με επιστημονική τεκμηρίωση στη διαμόρφωση του σχεδιασμού.

Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος του δεν εξαντλείται στην επισήμανση επιμέρους τεχνικών δυσκολιών ή στην αναζήτηση τρόπων για να προχωρήσει ένα έργο. Περιλαμβάνει την εξέταση των εναλλακτικών λύσεων, των πολεοδομικών και περιβαλλοντικών συνεπειών, της λειτουργίας της πόλης και των κοινωνικών επιπτώσεων.

Γι’ αυτό και η δημόσια παρέμβαση του ΤΕΕ έχει σημασία. Όταν το ίδιο το Επιμελητήριο δίνει έμφαση στην τήρηση της σύμβασης και στην έγκαιρη υλοποίηση της επένδυσης, χωρίς να θέτει στο επίκεντρο της ανακοίνωσής του το συνολικό ερώτημα αν η συγκεκριμένη επιλογή υπηρετεί τις ανάγκες της Κέρκυρας, δημιουργείται μια σαφής σύγκλιση με την κυβερνητική κατεύθυνση ως προς την αποδοχή και την προτεραιότητα του έργου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο φορείς έχουν τον ίδιο θεσμικό ρόλο ή ότι αποδεικνύεται κάποια συνεννόηση μεταξύ τους. Σημαίνει, όμως, ότι η στάση του ΤΕΕ πρέπει να κρίνεται με βάση τις θέσεις που δημόσια διατυπώνει και τις προτεραιότητες που αναδεικνύει.

Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό: θα συμβάλει το ΤΕΕ σε έναν συνολικό σχεδιασμό με κριτήριο τις ανάγκες του νησιού ή θα περιοριστεί στην υποστήριξη της υλοποίησης μιας ήδη δρομολογημένης επένδυσης και στη διαχείριση των συνεπειών της;

Ανάπτυξη για ποιον;

Η Κέρκυρα δεν έχει ανάγκη μόνο από τουριστικές επενδύσεις. Έχει ανάγκη από σύγχρονες υποδομές που να καλύπτουν τις ανάγκες των κατοίκων και των εργαζομένων της όλο τον χρόνο.

Έχει ανάγκη από ασφαλές και επαρκές δίκτυο ύδρευσης, δίκτυο αποχέτευσης, από δημόσιες δομές Υγείας με προσωπικό και εξοπλισμό, από φθηνή κατοικία, από σύγχρονα και ασφαλή σχολεία, από ασφαλές οδικό δίκτυο, από ουσιαστικές συγκοινωνίες και από έργα που βελτιώνουν την καθημερινότητα και την προστασία της ζωής των ανθρώπων στον 21ο αιώνα.

Οι ανάγκες αυτές δεν είναι αφηρημένες. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα για χιλιάδες εργαζόμενους και λαϊκές οικογένειες. Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι στις κατασκευές γνωρίζουν καλά ότι η ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο από το ύψος των επενδύσεων και τα οικονομικά μεγέθη, αλλά και από το ποιος καρπώνεται τα αποτελέσματα, με ποιους όρους δουλεύουν οι εργαζόμενοι και αν τα έργα βελτιώνουν ουσιαστικά τη ζωή του λαού.

Η αντιπαράθεση, λοιπόν, δεν είναι ανάμεσα στην ανάπτυξη και στην άρνηση κάθε έργου. Είναι ανάμεσα σε μια ανάπτυξη με κριτήριο την κερδοφορία και σε έναν σχεδιασμό που έχει στο επίκεντρο τις κοινωνικές ανάγκες.

Η Κέρκυρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο επενδυτικών ευκαιριών, ενώ οι βασικές ανάγκες των κατοίκων της παραμένουν σε δεύτερη μοίρα.

Γι’ αυτό χρειάζεται να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για το σύνολο των υποδομών του νησιού, με  πλήρη τεκμηρίωση και συμμετοχή των εργαζομένων, των κατοίκων και των φορέων τους. Μια συζήτηση που δεν θα ξεκινά από το τι εξυπηρετεί καλύτερα την επένδυση, αλλά από το τι χρειάζεται πραγματικά η κοινωνία.

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Ανάπτυξη για ποιον; Για τα κέρδη των λίγων ή για τις ανάγκες των πολλων;

*Του Γιάννη Λασθιωτάκη, μέλους της Διοίκησης της Ομοσπονδίας Οικοδόμων Ελλάδας και Πρόεδρος του Συνδικάτου Οικοδόμων Κέρκυρας.