Σαν σήμερα το βράδυ η Κέρκυρα έχασε την ψυχή της. Γράφει ο Σπύρος Ρίκος
Σαν σήμερα το βράδυ, ξημερώνοντας του Σταυρού, η πόλη της Κέρκυρας «πέθανε». Ήταν η νύχτα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου 1943, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν έναν σφοδρό βομβαρδισμό με εμπρηστικές βόμβες.
Εκείνο το φρικτό βράδυ η πόλη της Κέρκυρας έχασε την ψυχή της, χωρίς ίχνος υπερβολής. Όταν στις 14 Σεπτεμβρίου έσβησαν οι φλόγες και η στάχτη κάλυψε τα συντρίμμια των σπιτιών, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια.
Στις στάχτες θάφτηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του τόπου μας. Χάθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της ιδιαίτερης και ξεχωριστής ομορφιάς της Κέρκυρας, της αρχιτεκτονικής της ιδιαιτερότητας και της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Πολιτιστικοί θησαυροί εξαϋλώθηκαν και η πόλη κυριολεκτικά «ακρωτηριάστηκε».
Και δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν πάντοτε αντάξια αυτής της ιστορικής κληρονομιάς. Οι μετέπειτα δημοτικές αρχές, με επιλογές και παραλείψεις τους, σε ορισμένες περιπτώσεις επιδείνωσαν την κατάσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Δημοτικό Θέατρο και η Ανουντσιάτα. Στην τελευταία, το ιστορικό καμπαναριό διασώθηκε τελικά, ύστερα και από τις αντιδράσεις που προκάλεσαν τα σχέδια της τότε Δημοτικής Αρχής για την κατεδάφισή του. Δυστυχώς, όμως, το ιστορικό μοναστήρι δεν σώθηκε.
Ό,τι απέμεινε από την παλιά πόλη, συχνά έμοιαζε απλώς να θυμίζει την Κέρκυρα που υπήρχε πριν από την καταστροφή. Και με την πάροδο του χρόνου, οι παρεμβάσεις για την ανοικοδόμηση της νέας πόλης δημιούργησαν μια εικόνα ανομοιογενή, μια πόλη που σε αρκετά σημεία μοιάζει να βρίσκεται ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν της και σε ένα μέλλον που δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει ξεκάθαρη ταυτότητα.
Στις στάχτες χάθηκαν πανέμορφες γειτονιές, σπίτια και δρόμοι που προσέδιδαν στην πόλη μας εκείνη την ξεχωριστή ευρωπαϊκή αύρα, η οποία σταδιακά ξεθώριασε. Γειτονιές με πανέμορφες κατοικίες, όπως στην οδό Ζαμπέλη, στην Εβραϊκή και αλλού, αποτελούν σήμερα περισσότερο μνήμες παρά ζωντανό κομμάτι της πόλης.
Οι παλαιότεροι Κερκυραίοι, όσοι είμαστε σήμερα πάνω από 45 ετών, σίγουρα θυμόμαστε τα ερείπια της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία ανακατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Θυμόμαστε τα ερείπια της Τράπεζας της Ελλάδος, η ανακατασκευή της οποίας ολοκληρώθηκε περίπου το 1970, αλλά και τα ερείπια της Εκκλησίας των Αγίων Πατέρων, που επίσης ανακατασκευάστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Και όμως, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν χαίνουσες πληγές. Στην Εβραϊκή, στο Καμπιέλο και σε άλλες περιοχές της πόλης, τα σημάδια της καταστροφής και της εγκατάλειψης παραμένουν ορατά, σαν να μας θυμίζουν ότι η ιστορία δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φωτιές.
Θεωρώ ότι η νύχτα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου 1943 αποτελεί ίσως την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία της σύγχρονης πόλης μας. Μια σελίδα που, κατά τη γνώμη μου, δεν αξιολογήθηκε όσο θα έπρεπε από καμία δημοτική αρχή μέχρι σήμερα.
Και όμως, ακριβώς από αυτή τη μνήμη μπορεί να ξεκινήσει το νήμα για την αναγέννηση της Κέρκυρας, εφόσον πραγματικά το επιθυμούμε.
Η πόλη πρέπει να ξανακερδίσει την ψυχή της. Να ξαναβρεί την ιστορική της ταυτότητα, να γνωρίσει το παρελθόν της και να το μετατρέψει σε δύναμη για το μέλλον. Μόνο τότε θα μπορέσει να έχει πραγματικά μέλλον.
Ο μεγάλος δάσκαλος Ουμπέρτο Έκο έλεγε ότι «πρέπει να καλλιεργήσουμε τη μνήμη μας». Και θα προσθέσω ότι πάνω στη μνήμη μπορεί να εδραιωθεί και να διαμορφωθεί η συλλογική συνείδηση, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη και τη συνέχεια τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.
Χωρίς μνήμη και χωρίς συλλογική συνείδηση, καμία κοινότητα δεν έχει μέλλον. Τουλάχιστον όχι το μέλλον που οραματίζεται και που θα είναι αντάξιο του παρελθόντος της.
Και το παρελθόν της Κέρκυρας ήταν λαμπρό.
Άλλωστε, χωρίς «μνήμη» δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε ο υπολογιστής ούτε το κινητό τηλέφωνο που έχετε αυτή τη στιγμή μπροστά σας και μέσα από το οποίο διαβάζετε αυτές τις γραμμές.
Ο Ουμπέρτο Έκο χρησιμοποιεί μια εξαιρετική παρομοίωση για τη σχέση μας με το παρελθόν. Λέει, ουσιαστικά, ότι στη ζωή ερχόμαστε όπως μπαίνουμε σε μια κινηματογραφική αίθουσα για να παρακολουθήσουμε μια ταινία που έχει ήδη ξεκινήσει. Αν κάποιος δεν σου «ψιθυρίσει» τι έχει συμβεί μέχρι τη στιγμή που μπήκες στην αίθουσα, δύσκολα θα καταλάβεις την υπόθεση και είναι πολύ πιθανό να οδηγηθείς σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις κοινωνίες.
Αν δεν γνωρίζουμε τι συνέβη πριν από εμάς, αν δεν γνωρίζουμε τι χάθηκε, τι καταστράφηκε, τι διασώθηκε και ποιοι αγωνίστηκαν για να διατηρηθεί η ιστορική μνήμη, τότε είναι βέβαιο ότι θα βλέπουμε μόνο ένα κομμάτι της «ταινίας».
Γι’ αυτό, λοιπόν, κάνω έκκληση στη Δημοτική Αρχή να καλύψει το μεγάλο κενό που έχουν αφήσει οι προηγούμενες και να θεσμοθετήσει, σε συνεργασία με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, τα πολιτιστικά και πνευματικά σωματεία της πόλης, ετήσιες διήμερες πολιτιστικές, καλλιτεχνικές και επιστημονικές εκδηλώσεις αφιερωμένες στη μνήμη της καταστροφής της Κέρκυρας.
Δεν πρέπει η 13η Σεπτεμβρίου να είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Πρέπει να γίνει ημέρα ιστορικής μνήμης, περισυλλογής, γνώσης και πολιτισμού.
Το 2009, τελευταίο έτος της Δημαρχίας Μικάλεφ, μαζί με μια ομάδα φίλων είχαμε διοργανώσει, με αφορμή αυτή τη μαύρη επέτειο, εκδήλωση για τη συγκέντρωση υπογραφών με αίτημα την αναστήλωση της Ανουντσιάτας. Είχε παρευρεθεί και ο ίδιος ο Δήμαρχος, όπως και αρκετός κόσμος.
Θυμάμαι μάλιστα ότι την ίδια ώρα πραγματοποιούνταν πορεία του ΚΚΕ και οι συγκεντρωμένοι στη δική μας εκδήλωση ήταν πολλαπλάσιοι.
Στη συνέχεια πραγματοποιήσαμε πορεία προς το Γερμανικό Προξενείο, όπου τοιχοκολλήσαμε διαμαρτυρία ζητώντας αποζημιώσεις για τις θηριωδίες των Ναζί.
Κάθε χρόνο, το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου, θα πρέπει ένα ανθρώπινο «ποτάμι» να διαπερνά τα σημεία που επλήγησαν από τις εμπρηστικές βόμβες των Ναζί. Να περνά από τις γειτονιές που κάηκαν, από τα σημεία όπου κάποτε υπήρχαν σπίτια, εκκλησίες, θέατρα, ιστορικά κτίρια και ολόκληρες ζωές.
Και στη συνέχεια να πραγματοποιούνται εκδηλώσεις στις γειτονιές της πόλης, με τη συμμετοχή ιστορικών, πανεπιστημιακών, καλλιτεχνών, μαθητών, πολιτιστικών φορέων και, κυρίως, των ίδιων των Κερκυραίων.
Μια τέτοια εκδήλωση, όμως, δεν θα πρέπει να εμπνέεται από αισθήματα μισαλλοδοξίας ή εκδίκησης. Θα πρέπει να στηρίζεται στις αρχές και στις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού: στην ειρήνη, στη δημοκρατία, στην ελευθερία, στη μνήμη και στη συναδέλφωση των λαών.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι στην πρώτη σειρά της πορείας, μαζί με τη Δημοτική Αρχή, θα πρέπει να βρίσκεται και ο Πρέσβης της Γερμανίας στη χώρα μας. Και στις εκδηλώσεις θα μπορούσαν να προσκαλούνται πολιτιστικοί φορείς και σωματεία από τη Γερμανία.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα πρέπει να απεμπολήσουμε το δικαίωμά μας να διεκδικούμε τις γερμανικές αποζημιώσεις. Αντιθέτως. Η μνήμη και η διεκδίκηση μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν. Η συμφιλίωση των λαών δεν σημαίνει λήθη ούτε παραίτηση από την ιστορική αλήθεια.
Ίσως όλα αυτά να ακούγονται κοινότοπα.
Όμως δεν είναι.
Γιατί ένας λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του ή επιλέγει να την ξεχνά, αργά ή γρήγορα χάνει την ταυτότητά του. Και ένας τόπος που χάνει την ιστορική του μνήμη, χάνει ένα σημαντικό κομμάτι της ψυχής του.
Η Κέρκυρα δεν μπορεί να ξαναγίνει αυτή που ήταν.
Μπορεί, όμως, να ξαναβρεί αυτό που έχασε.
Τη μνήμη της.
Την ταυτότητά της.
Την ψυχή της.
Και πάνω σε αυτά να χτίσει το μέλλον της.
Γιατί μια πόλη που γνωρίζει το παρελθόν της και το σέβεται, γνωρίζει και που θέλει να πάει.

