ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Η Αρχιτεκτονική της Νεοελληνικής Παράνοιας: Ο Στέλιος Ράμφος, οι Επιτάφιοι Επικριτές του και η Αυταπάτη του «Συστήματος». Άμεση Ανάλυση: Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Αφιερώνεται στη μνήμη του σπουδαίου Έλληνα στοχαστή και συγγραφέα Στέλιου Ράμφου (1939–2026), ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 10 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του μια ανεξίτηλη παρακαταθήκη οξυδερκούς ανάλυσης της νεοελληνικής ταυτότητας και κοινωνίας.

Η διανοητική προσφορά του Στέλιου Ράμφου συμπυκνώνεται στην πρωτοφανή τόλμη του στοχασμού του. Αρνούμενος συστηματικά να «ξεπατικώνει» έτοιμες κομματικές ρετσέτες, συνέδεε την ψυχαναλυτική θεωρία και τη φιλοσοφία με τη βυζαντινή πατερολογία και τα βιώματα της νεοελληνικής πραγματικότητας, διαλύοντας τις συλλογικές μας αγκυλώσεις. Ασκεί συστηματική κριτική στη νεοελληνική νοοτροπία, περιγράφοντάς την ως εγκλωβισμένη σε ένα «προ-μοντέρνο» ή «συναισθηματικό» στάδιο, όπου το άτομο ορίζεται κυρίως μέσα από τη φατρία, την οικογένεια, τις πελατειακές σχέσεις και την ομάδα («εμείς»), αδυνατώντας να συγκροτηθεί ως αυτόνομο, ορθολογικό υποκείμενο με ατομική ευθύνη. Αναλύει διεξοδικά πώς η ελληνική ψυχοσύνθεση λειτουργεί με όρους έξωθεν επιβεβαίωσης και «ντροπής»/«φιλότιμου» / συμμόρφωσης απέναντι στο οικείο ποιμνιοστάσιο, αντί για εσωτερικευμένους κανόνες δικαίου και καθολικής ηθικής. Στη σκέψη του Ράμφου, το άτομο στην Ελλάδα δυσκολεύεται να συγκροτηθεί ως αυτόνομη μονάδα με προσωπικά αφομοιωμένο ηθικό/ορθολογικό κανόνα. Αντίθετα, αντλεί την ταυτότητα και την ασφάλειά του από την ένταξη στην περίκλειστη ομάδα («εμείς»).

Στο πλαίσιο της Μεταπολιτευτικής Αριστεράς, αυτό μεταφράστηκε ως εξής:

Ο «Ορθόδοξος» δογματισμός: Το μαρξιστικό/λενινιστικό αφήγημα λειτούργησε ως μια μορφή «κοσμικής θρησκείας». Η απόκλιση από τα δόγματα δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως διαφωνία, αλλά ως «αίρεση» ή «προδοσία».

Ο μηχανισμός της «ντροπής»: Ο μεγαλύτερος φόβος για το στέλεχος ή τον διανοούμενο της Αριστεράς δεν ήταν η εσωτερική ενοχή για την αλήθεια των πραγμάτων, αλλά η κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση από την ομάδα («τι θα πουν οι σύντροφοι», ο φόβος του να χαρακτηριστεί κανείς «συμβιβασμένος», «δεξιός» ή «νεοφιλελεύθερος»).

Η αναζήτηση έξωθεν επιβεβαίωσης: Η επιβεβαίωση της πολιτικής ύπαρξης δεν ερχόταν από την αντικειμενική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μιας πολιτικής στην πραγματικότητα, αλλά από τη συμφωνία με την αυθεντία του ιδεολογικού ιερατείου και των συνθημάτων.

Γι’αυτό, η πρόσφατη απώλειά του δεν πυροδότησε μόνο αναστοχασμό, αλλά έφερε στην επιφάνεια τα αντανακλαστικά μιας εγχώριας στενοκέφαλης διανόησης που αδυνατεί να συγχωρήσει την ανεξαρτησία της σκέψης. Πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι των επικήδειων, οι επιτάφιοι επικριτές του —ακαδημαϊκοί, ιδεολογικά περιχαρακωμένοι δημοσιογράφοι και εκπρόσωποι μιας αριστερής ορθοδοξίας— έσπευσαν να βάλουν εναντίον του. Με υπαινιγμούς και εύκολους αφορισμούς, του καταλόγισαν την εγκατάλειψη του νεανικού του μαρξισμού και την «ψυχολογικοποίηση» των εγχώριων παθογενειών. Χαρακτηριστική υπήρξε η στάση εκείνων που βολικά και γρήγορα μετακινήθηκαν πολιτικά από τον εκσυγχρονιστικό χώρο στον αριστερό λαϊκισμό, αποδεικνύοντας ότι η άρνηση του Ράμφου δεν αφορά τη μεθοδολογία του, αλλά την άρνησή του να προσφέρει ιδεολογική κάλυψη στις προσωπικές μας ευθύνες.

Η θεμελιώδης ένσταση των αρνητών του συμπυκνώνεται σε μια δογματική εμμονή: ισχυρίζονται ότι ο Ράμφος, εστιάζοντας στην ατομική ευθύνη, απάλλαξε τις πολιτικές ελίτ και τις παραγωγικές σχέσεις από τις δικές τους ιστορικές ευθύνες. Πρόκειται για την κλασική παλαιομαρξιστική καραμέλα που αποδίδει τα πάντα (ακόμη και την ευκοιλιότητα και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, αν θυμάστε…) στις «σχέσεις παραγωγής», στην «ταξική συγκρότηση» και στην «εξαρτημένη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας». Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο Νεοέλληνας δεν ευθύνεται καθόλου για τις πράξεις του και τις επιλογές του. Είναι μονίμως το αιώνιο θύμα απρόσωπων μηχανισμών, ιμπεριαλιστικών δολοπλοκιών και συστημικών καταναγκασμών.

Όταν ο Ράμφος επεσήμαινε ότι ζούμε σε μια κοινωνία με «ισχυρά στοιχεία παράνοιας», δεν αναφερόταν σε κλινική ταξινόμηση, αλλά σε μια δομική ποιότητα του δημόσιου βίου που επιβραβεύει την καχυποψία, κανονικοποιεί την επιθετικότητα και αποσαθρώνει το θεσμικό περίβλημα της κοινωνικής συμβίωσης. Πώς ακριβώς ερμηνεύουν οι σχέσεις παραγωγής τη γενικευμένη υποσκαφή της εμπιστοσύνης; Η έλλειψη εμπιστοσύνης εκδηλώνεται τόσο οριζόντια, ως μόνιμη καχυποψία των πολιτών μεταξύ τους, όσο και κατακόρυφα, ως απαξίωση προς τους θεσμούς. Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε πεδίο διαρκούς μάχης, από την χυδαία οδική συμπεριφορά μέχρι τις κακοήθεις συκοφαντίες τον ψηφιακό διάλογο.

Παράλληλα, παρατηρείται μια θεσμοποίηση της επιθετικότητας, όπου οι άνθρωποι προβάλλουν στο εξωτερικό περιβάλλον τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και ματαιώσεις. Αυτή η επιθετικότητα διοχετεύεται στον ψηφιακό δημόσιο χώρο ως τοξικότητα και κουλτούρα της ακύρωσης, στην καθημερινότητα ως λεκτική βία και απουσία ενσυναίσθησης, στις κοινοβουλευτικές ομιλίες ως κούφιος καταγγελτικός λόγος στριγκλισμάτων και τσιρίδων, και στα μέσα ενημέρωσης ως λαϊκισμός και συνωμοσιολογία. Η προβολή της εσωτερικής σύγκρουσης στους «άλλους» επιτρέπει στο άτομο να διατηρεί την αυταπάτη της δικής του αθωότητας.

Η αποκορύφωση αυτής της διαδρομής είναι η ανομία ως κανονικότητα. Ο κανόνας αντιμετωπίζεται όχι ως εγγύηση ελευθερίας, αλλά ως αυθαίρετος περιορισμός που οφείλει κανείς να παρακάμψει. Αυτό που βαφτίστηκε «εξυπνάδα», αποτελεί τη συστηματική αποσυναρμολόγηση του κοινωνικού συμβολαίου. Όταν ο νόμος του ισχυρότερου αντικαθιστά το δίκαιο, δημιουργείται το περιβάλλον του «άγριου θηρίου» (homo homini lupus), όπου η επιβίωση γίνεται το μοναδικό κριτήριο. Από την πολεοδομική αυθαιρεσία μέχρι τη μόλυνση του περιβάλλοντος, τη λυσσαλέα άρνηση της αξιολόγησης, τη φοροδιαφυγή, το ρουσφέτι και την καταστροφή των δημόσιων χώρων, η ανομία έχει καταστεί μια σιωπηρή συναινετική πρακτική.

Η επίκληση του «συστήματος» ως καθολικού αιτίου αποτελεί έναν φτηνό μηχανισμό ψυχολογικής και ηθικής αποποίησης ευθυνών. Επιτρέπει στο άτομο να αυθαιρετεί, να λαδώνει και να αδρανεί, διατηρώντας μια καθαρή ιδεολογική συνείδηση, αφού για όλα «φταίει το σύστημα». Κανένα σύστημα όμως δεν είναι μια αφηρημένη, εξωκοσμική οντότητα. Το σύστημα δεν έχει αυτόνομη βούληση, ούτε ηθική υπόσταση και φυσικά ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ποτέ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝ, ΤΟ ΣΤΕΛΕΧΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΧΟΝΤΑΙ.

Το σύστημα υγείας δεν καταρρέει από μια αόρατη κατάρα: καταρρέει όταν ο γιατρός απαιτεί φακελάκι. Το πανεπιστήμιο δεν απαξιώνεται από αφηρημένες δυνάμεις: απαξιώνεται όταν ο καθηγητής ‘’φωτογραφίζει’’ ακατάλληλους και ανεπαρκείς ημετέρους, ο φοιτητοπατέρας εμπορεύεται πτυχία και ο συνδικαλιστής εκπαιδευτικός παρεμποδίζει την αξιολόγηση. Το φορολογικό σύστημα δεν αφήνει μαύρες τρύπες από μόνο του: τις δημιουργεί ο φορολογούμενος που αποκρύπτει εισοδήματα και ο εφοριακός που χρηματίζεται. Το κράτος δεν χρεοκόπησε τυχαία (αθέτηση πληρωμών / default το 2015): χρεοκόπησε επειδή μια ολόκληρη κοινωνία αντάλλαξε την ψήφο της με δανεική ευημερία, διορισμούς, σοκαριστικά πρόωρες συντάξεις και αδικαιολόγητα συντεχνιακά προνόμια. Πόσο μάλλον όταν η ίδια αριστερή διανόηση, που κατηγόρησε τον Ράμφο για συντηρητισμό, υπήρξε ο βασικός απολογητής αυτού του κρατικοδίαιτου παρασιτισμού, μεταλλασσόμενη από «Αριστερά της θυσίας» σε προκλητικό υπερασπιστή κάθε αργόμισθου βολέματος.

Αυτός ο ιδεολογικός και κυρίως ο οικονομικός δικαιωματισμός χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς δεσμεύσεις απέναντι στην κοινωνία και τους ανασφαλείς εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα δημιούργησε μια βαθιά θεσμική σκλήρυνση. Αντί οι δημόσιοι πόροι να επενδύονται παραγωγικά, σπαταλήθηκαν στην εξαγορά κομματικών στρατών. Το αποτέλεσμα είναι μια γηρασμένη κοινωνία, με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, παραγωγική απογύμνωση, δημογραφική κατάρρευση και τεράστιο εμπορικό έλλειμμα.

Η ίδια ηθική αφασία αποκαλύπτεται και στο διεθνές πεδίο, όπου η αμηχανία ή η σιωπή απέναντι στον στυγνό αυταρχισμό του καθεστώτος Πούτιν —με τις συστηματικές εξοντώσεις πολιτικών αντιπάλων όπως ο Αλεξέι Ναβάλνι, ο Μπόρις Νεμτσόφ και η Άννα Πολιτκόφσκαγια— αποδεικνύει ότι όταν η ανάλυση αποσυνδέεται από την ηθική ευθύνη του προσώπου, μετατρέπεται σε ένα φτηνό γεωπολιτικό καιροσκοπισμό.

Ο Στέλιος Ράμφος είχε την τόλμη να αναδείξει αυτό που οι επιτάφιοι επικριτές του πασχίζουν να συγκαλύψουν: ότι η ρίζα του νεοελληνικού αδιεξόδου είναι πρωτίστως πολιτισμική και ψυχική. Αν η κοινωνική παράνοια είναι μια κατασκευή, η θεραπεία της απαιτεί διπλή υπέρβαση: θεσμική αποκατάσταση μέσω ενός κράτους δικαίου που εμπνέει σεβασμό με την ισονομία, αλλά κυρίως ατομική και πολιτισμική ευθύνη. Η μετάβαση από την αμυντική καχυποψία στην υπεύθυνη συμμετοχή προϋποθέτει την παραδοχή των δικών μας εσωτερικών συγκρούσεων και την άρνηση μετατροπής του συνανθρώπου σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Δεν υπάρχει συλλογική προκοπή χωρίς εξατομικευμένη προσωπική ωρίμανση. Όσες θεσμικές μεταρρυθμίσεις κι αν εισαχθούν, η χώρα θα παραμένει εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της ανομίας όσο ο κάθε πολίτης ξεχωριστά αρνείται να αναλάβει την ατομική του ευθύνη. Η παρακαταθήκη του Στέλιου Ράμφου παραμένει ζωντανή ακριβώς επειδή μας αναγκάζει να κοιτάξουμε στον καθρέφτη χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες. Το σύστημα δεν είναι κάποιος μακρινός εξωτερικός μας εχθρός: είναι η πιστή αντανάκλαση των επιλογών, των σιωπών και των συμβιβασμών μας. Η αποστομωτική απάντηση στους αρνητές του συμπυκνώνεται στην παραδοχή της αυτόδηλης αλήθειας: για να αλλάξει το σύστημα, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε εμείς και μάλιστα ο καθένας προσωπικά.