“Ανεπίδοτα Γράμματα”. Του Νίκου Κουρκουμέλη
Τα ποιήματα του Νίκου Κουρκουμέλη κινούνται ανάμεσα στη μνήμη και την απώλεια, στον έρωτα και στη φθορά, στην καθημερινότητα και στο αθέατο βάθος των πραγμάτων. Είναι ποιήματα που ξεκινούν συχνά από μια απλή, σχεδόν ασήμαντη λεπτομέρεια —ένα άρωμα στο δέρμα, ένα κόκκινο πουλόβερ, μια φωτογραφία, ένα βότσαλο στο σανδάλι, ένα ποτήρι καφέ, ένα παράθυρο— για να οδηγηθούν σε ερωτήματα πολύ μεγαλύτερα: τι μένει από όσα ζήσαμε, πώς κατοικούν οι άνθρωποι μέσα στις αναμνήσεις μας και πόσο δύσκολο είναι να συμφιλιωθούμε με τον χρόνο.
Ο έρωτας εδώ δεν εμφανίζεται μόνο ως παρουσία. Είναι κυρίως απουσία, ίχνος, προσδοκία, επιστροφή. Οι σχέσεις δοκιμάζονται από τη σιωπή, τις αναβολές, τις λανθασμένες επιλογές και όσα δεν ειπώθηκαν εγκαίρως. Έτσι, ένα «ανεπίδοτο γράμμα» μπορεί να γίνει ολόκληρη η ζωή μιας σχέσης, ενώ μια μισή φωτογραφία να κρατά περισσότερο από ένα ολόκληρο παρελθόν.
Παράλληλα, η φύση λειτουργεί ως δεύτερη γλώσσα του ποιητή. Η θάλασσα, η βροχή, το μελτέμι, τα δέντρα, η άμμος, τα λουλούδια, τα βουνά και τα άστρα δεν αποτελούν απλώς σκηνικό· καθρεφτίζουν την ανθρώπινη κατάσταση. Μέσα τους ο ποιητής αναγνωρίζει τον χρόνο που περνά, την ομορφιά που επιμένει, αλλά και την αναπόφευκτη φθορά.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μελαγχολία υπάρχει τρυφερότητα, χιούμορ, αυτοσαρκασμός και μια επίμονη διάθεση να αναζητηθεί η ομορφιά. Από το προσωπικό στο συλλογικό, από τον έρωτα στην απώλεια, από τη Δωδώνη και την Ιωνία έως το καφενείο, το σπίτι και την παραλία, τα ποιήματα συγκροτούν έναν κόσμο όπου το παρελθόν δεν έχει πραγματικά τελειώσει. Συνεχίζει να επιστρέφει, άλλοτε σαν άρωμα, άλλοτε σαν ήχος, άλλοτε σαν όνειρο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το βαθύτερο νήμα αυτής της συλλογής: πως ζούμε μέσα σε όσα ζήσαμε και πως, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί, κάτι επιμένει να αφήνει το αποτύπωμά του πάνω μας.
Και αυτό το αποτύπωμα είναι η μνήμη.
“ΑΝΕΠΙΔΟΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σου γράφω
όσο ο ιδρώτας ποτίζει ακόμη το μαξιλάρι
και το βαθούλωμα στο στρώμα
συγκρατεί το άρωμά σου.
Όσο το σεντόνι
παραμένει πεταμένο στο πάτωμα
μαζί με περιτυλίγματα σοκολάτας, ένα άδειο μπουκάλι,
τη φανέλα μου.
Σου γράφω
πριν τα λόγια ξεχαστούν
και οι εικόνες ξεθωριάσουν,
γιατί άχρονες γίνονται οι μνήμες
και πετρώνουν τα αισθήματα.
ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΣΟΥ
Εκείνο που μ’ αρέσει
Και φοβάμαι σ’ εσένα
Είναι το άρωμά σου στο δέρμα μου.
Όχι μη με μυρίσουν οι άλλοι
και καταλάβουν πως χθες βράδυ
κοιμήθηκες στην αγκαλιά μου
Αλλά μην εισχωρώντας
από τους πόρους μου
κατακτήσεις αδυσώπητη
αυτά που ζηλότυπα κρατώ για εμένα.
Αλίμονο αν απ’ τις ρωγμές μου
αναβλύζεις εσύ.
H ΠΛΗΜΜΥΡΑ
Απόψε που θά-ρθει η θάλασσα, να πλημμυρίσει τα αλίπεδα
και φουσκώνοντας τα νερά θα ξεπλύνει τα χορταριασμένα βράχια
στο κλειστό λιμάνι,
μύχιες ελπίδες θα βγουν ξυπόλητες
να σεργιανίσουν στα μάρμαρα του μουράγιου
κι’ όνειρα σαν άμυαλα παιδιά
θα τσαλαβουτήσουν στην άκρη του γιαλού.
*
΄Ισως τότε, λέω ίσως, τα κύματα,
ισιώνοντας την άμμο, γραμμή παρά γραμμή,
ξεβράσουν τo πείσμα σου, ανάμεσα σε άδεια κοχύλια
και πεθαμένους αστερίες,
μπλεγμένο στα μακριά μαλλιά και στα πετρωμένα δάκρυά σου.
*
Απόψε που θα-ρθει η θάλασσα
και θα ξεκορμίσει στην άκρη της κίτρινο φεγγάρι,
πατώντας τα άδεια κοχύλια
και κλωτσώντας τους ξεραμένους αστερίες,
μη φοβηθείς τον μονότονο χτύπο της στις χρωματιστές καρίνες,
ούτε την μοναξιά των κόκκων της αχνοφωτισμένης άμμου
που ετερόφωτα στραφταλίζουν.
*
Γιατί να ξέρεις
ζούμε μέσα σε όσα ζήσαμε
κι ονειρευόμαστε με εκείνα που πονέσαμε.
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Την φοβόμουν πάντα αυτή την μέρα
των απαραίτητων συστάσεων:
ο Κύριος …. η Κυρία….
Φοράς ακόμη το ρολόι μου
κι’ εγώ το κόκκινο πουλόβερ
που μου χάρισες στη γιορτή μου.
Κι’ αν χίλιες φορές το σκέφτηκα
κι άλλες τόσες το σχεδίασα,
να χαμογελάσω ευγενικά
ν’ απλώσω το χέρι λέγοντας:
με την Κυρία νομίζω γνωριζόμαστε,
δεν μπορώ
παρά να σε κοιτάξω κατάματα,
ψάχνοντας το τι θα απαντήσεις.
Δάκρια στάζει το κόκκινο πουλόβερ
κι’ ακίνητοι μένουν οι δείχτες του ρολογιού.
ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΝ
Λόγια,
ξανά ειπωμένα,
ξανά-γραμμένα,
ξανά-τυπωμένα.
Το παλίμψηστον
της αγωνίας σου:
«πόσο μ’αγαπάς»;
ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΦΕΤΟΣ
Ξαφνικά εφέτος
άρχισα να παρατηρώ τα δένδρα.
Το πόσο άσπρισε ο κέδρος μας,
τα μωβ λουλούδια της τζακαράντα,
την κοραλλένια μπουκαμβίλια μας.
Ύστερα διέκρινα
έναν κυματισμό ρυτίδας
στις άκρες των χειλιών σου
και κάποιες άσπρες τρίχες
κρυμμένες στους κροτάφους μου.
Ξαφνικά εφέτος
άρχισα να παρατηρώ
εμάς.
ΗΧΟΙ
Ήχοι,
κουδουνίσματα του τηλεφώνου,
χτυπήματα στα παράθυρα,
μισοπνιγμένα βήματα στο γρασίδι,
που σκίζοντας το σκοτάδι
φωτίζουν το μυαλό,
σαν βεγγαλικά το Πάσχα.
Ήχοι,
εραστές της ανωνυμίας,
πλάσματα της φαντασίας,
που ζουν ασίγαστοι μακριά μας,
αποκτούν μορφή και κίνηση
τα βράδια
κι’ έρχονται να κουρνιάσουν,
στο πάνω κάγκελο του κρεβατιού μας,
μ’ ένα ποτήρι παγωμένης μπύρας
κι’ ένα αρωματικό αμερικάνικο τσιγάρο.
Ήχοι,
προσκλητήριο όσων πιστεύουμε
πως αδικαιολόγητα ζουν μακριά μας,
πνιγμένων πόθων
και ξεχασμένων ελπίδων,
που η νύχτα,
ως σκοτεινό κανάλι διαχρονικών ταξιδιών,
εκπέμπει αναίσχυντα:
Κέλομαί σε…
Πέφανθι.
ΑΜΜΟΣ
Μου λες πως μοιάζω στο νερό,
ξεφεύγω μέσα από τα δάχτυλα
κι’ αφήνω σταγόνες στη χούφτα.
Εγώ όμως νοιώθω πως είμαι
σαν την άμμο.
Αδιαμόρφωτος,
σε μικρούς ακανόνιστους κόκκους,
ακατάλληλος για να οικοδομήσω,
αλλά ευκίνητος,
ικανός
να ομορφύνω με γραμμές την έρημο
και να αγκαλιάσω κομψές οάσεις.
ΜΟΝΟΗΜΕΡΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Σπίτια που κατοικούνται
από τις φωτογραφίες μας.
Νεκρικοί θάλαμοι
ταριχευμένων αναμνήσεων,
τραυματίζουν κάθε επιστροφή,
προκαλώντας φόβους
για την κατάληξή μας.
ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ
Να που ήρθε ο καιρός
να τακτοποιήσω, επιτέλους, το γραφείο.
να ταξινομήσω τα λεξικά,
να κρύψω φωτογραφίες,
να σκίσω κάτι αχρείαστες σημειώσεις
και τηλέφωνα.
Το δικό σου δεν ξέρω
πως θα μπορούσα να ξεχάσω,
αφού όπως ήρθαν τα πράγματα δεν τηλεφωνιόμαστε,
αλλά δεν βιάζομαι
έζησα και πριν χωρίς εσένα.
Αύριο θα αλλάξω λουλούδια στο βάζο σου.
Αύριο όμως.
Τώρα κλείνω λογαριασμούς
τέλους εποχής.
ΑΦΟΥ ΘΕΛΕΙΣ
Αφού θέλεις να ταξιδέψουμε χώρια,
γιατί νοιάζεσαι
για το μπλε κοστούμι των επισκέψεων
και την στολή του πιερότου
με τα κουδουνάκια.
Ξέχασες πως μας προσμένουν καράβια
σε μόλους όπου οι αέρηδες στέκονται,
παίζοντας τα κομπολόγια τους;
Βιάσου, λοιπόν και πάρε
το πιο χοντρό πουλόβερ σου
το βάζο το γλυκό με τα δαμάσκηνα
και την φωτογραφία της εκδρομής στα Κύθηρα
Εκείνη που στο περιθώριο γράφει:
~984, του Οκτώβρη 24, Τετάρτη.
ΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΩ
Αν δεν μιλώ
για τις απότομες βροχές μεσ’ το σκοτάδι,
είναι γιατί τις νύχτες συζητώ
στη γλώσσα των αγγέλων.
Κι’ αν δεν μπορώ
του φεγγαριού τις επισκέψεις απ’ τις γρίλιες,
είναι που με τρομάζουν
του κρεββατιού η άπλα
και τ’ άσπρα κεντητά σεντόνια.
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Αναρωτιέμαι πάντα
τι νά-γινε η φωτογραφία,
που τυχαία βρεθήκαμε στο πλάνο
του τότε άγνωστου κυρίου
και μας την ταχυδρόμησε καθυστερημένα,
νομίζοντας πως συνεχίζαμε να είμαστε μαζί.
Είπε πως την έστειλε
στην παλιά μας διεύθυνση,
εκεί όμως κατοικούν μόνο
πατημένοι όρκοι,
παρατημένες αποφάσεις,
κάτι ξεχασμένα όνειρα,
βιβλία,
σερβίτσια,
το κρεββάτι μας.
Ήχος δικός μας κανείς.
Ούτε γέλια,
ούτε φωνές,
ούτε κλάματα.
Νέκρα.
Έξω από τα κλειστά παράθυρα
ξενιτεμένα πουλιά έφτιαξαν φωλιά,
αγαπηθήκανε,
κάνανε άλλα πουλιά
και ξαναγυρίσανε στον ζεστό τόπο τους
για τον Χειμώνα.
Στην άκρη των κεραμιδιών μας
φυτρώνει μια κίτρινη μαργαρίτα.
ΒΡΟΧΗ
Βρέχει….
Νοιάσου Κύριε
αυτούς που τουρτουρίζουν,
τα παιδιά
και τα πουλιά.
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Μ.
Ο Κύριος Δημήτρης λείπει.
Πρόθυμα μας ενημέρωσαν
διάφοροι,
ο Σταμάτης που μάταια τον περίμενε για καφέ,
οι παρατημένοι λογαριασμοί
και τα αζήτητα γράμματα.
Ο τηλεφωνητής έχει γεμίσει με μηνύματα,
αλλά τι σημασία έχει,
έτσι κι’ αλλιώς τα βαριόταν αφόρητα.
Κι’ όμως δυο μέρες πριν
δεν φαινόταν να ετοίμαζε κάτι.
Είχε βέβαια πάντα μαζί του το διαβατήριο
και σχέδια για ταξίδια,
αλλά που να πήγε χωρίς αποσκευές
και χωρίς να χαιρετήσει.
Ο Κύριος Δημήτρης έφυγε
κι’ έχει αφήσει αναμμένο το φως.
ΩΡΑΙΑ ΗΤΑΝ
Ωραία ήταν όταν σ’ αγαπούσα
επειδή τα μάτια σου χρυσάφιζαν στον ήλιο
κι’ έδενες με κορδέλα πίσω τα μαλλιά.
Επειδή επίμονα ρωτούσες
Μ’ αγαπάς; Και πόσο; Και γιατί; Κι ως πότε;
Κι ότι κι’ αν απαντούσα δεν σου αρκούσε.
Ωραία ήταν όταν νύχτα, ξαπλωμένοι στην άμμο
ακουμπούσες στο στέρνο μου
κι’ έλεγες κοιτώντας τ’ αστέρια:
«από εκεί πας στο ΄Αλφα του Κενταύρου,
για τα όνειρά σου πως πας;».
Ωραία ήταν όταν ανεβασμένοι στη νοικιασμένη βέσπα
μ’ αγκάλιαζες σφιχτά από τη μέση και φώναζες:
Μην τρέχεις, αν πάθεις τίποτα θα πεθάνω.
Ωραία που ήταν όταν μ’ αγαπούσες.
Η ΝΥΧΤΑ
Να δεις λοιπόν
που ονειρευτήκαμε σε λάθος νύχτες.
όταν οι άλλοι
κοιτούσαν το φεγγάρι
εσύ κι’ εγώ
μιλάγαμε για εκλείψεις,
νοιαζόμαστε αν θα-χει
γέμιση ή λείψη
και θέλαμε να πιάσουμε
αχτίδες φευγάτες απ’ τη γρίλια
που ακουμπούσαν στον ώμο σου
ΣΕ ΑΣΦΟΔΕΛΟΥΣ ΛΕΙΜΩΝΕΣ
Είπες: απόψε θα πεθάνω, αλλά μην λυπηθείς,
οφείλεις να γνωρίζεις τι θα γίνω.
Κι’ εγώ δεν ήξερα πως να σου πω:
Φοβάμαι κι’ αναρωτιέμαι αν όσα λέμε είναι αλήθεια
και σ’ άφησα να φύγεις, έτσι, χωρίς ν’ αντισταθώ
χωρίς να σε ρωτήσω τι να κάνω.
Τώρα που πρέπει και πάλι
ασπροντυμένος, να στοιχίσω τον χορό των μυημένων,
κρατώντας κύμβαλα μικρά,
μασώντας δάφνη,
σαν ψιθυρίζω λέξεις μυστικές,
μ’ απόκρυφες κινήσεις σαν κινούμαι,
θα ζω μέσα στο ψέμα της δικής μου βεβαιότητας
και στην αβεβαιότητα ενός δικού σου ψέματος.
ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ
Να φύγεις, όχι για να κρυφτείς
αλλά για να μην είσαι εκεί,
μ’ αυτούς που δεν σου αξίζουν.
Ποτέ πιά να μη δεθείς με τόπους,
ποτέ να μην ανήκεις,
ούτε και να μετρήσεις τίποτα δικό σου.
Όλα να τά-χεις από καιρό συσκευασμένα,
πάντα έτοιμος για αναχώρηση,
χωρίς αισθήματα πνιγμένα στη φορμόλη
και αναμνήσεις ταριχευμένες,
που έπαψαν με τον καιρό να μοιάζουν σε αυτό που υπήρξαν.
Τόσοι φόβοι που τριγυρνούν ασύστολα ειλικρινείς,
να μη σε κάνουν ούτε μια στιγμή να σκεφτείς να τα παρατήσεις.
Το μόνο που ίσως να επιτρέψεις είναι
να σε καταφέρουν να ονειρευτείς, κρυφά, της αλήθειας το αύριο.
Όπως τότε που αγαπηθήκατε
φορώντας τις μάσκες σας του καρναβαλιού.
Η ΡΕΒΑΝΣ
Ας επιστρέψουμε για την ρεβάνς
της τελευταίας παρτίδας.
Δεν έχουμε γίνει περισσότερο σοφοί ή ικανότεροι,
αλλά τουλάχιστον θα είμαστε και πάλι απέναντι,
έχοντας ανάμεσά μας τους μικρούς στρατούς.
Θα τους υποστηρίξουμε, με επιλογές μετρημένες,
βοήθεια δεν θα ελπίσουμε από κανέναν.
Μόνη συμμετοχή της τύχης θα είναι
να καθορίσει το χρώμα, την πρώτη κίνηση.
Ας επιστρέψουμε για την ρεβάνς.
Μπορεί και να μιλήσουμε για το ταλέντο,
την φαντασία,
όμως ας μη μιλήσουμε για συγκυρίες και αντιπαλότητες.
Μια παρτίδα είναι χαμένη, ή κερδισμένη, τίποτε περισσότερο.
Μια παρτίδα
που θα μας προσφέρει την ικανοποίηση της αναμέτρησης.
Ας επιστρέψουμε για την ρεβάνς.
Έχουμε πολλά να πούμε, να εξηγήσουμε:
Για εκείνα που δεν κάναμε
ή και για εκείνα που τελικά επιλέξαμε.
Για τους φίλους, ιδιαίτερα τους αργοπορημένους,
μπορεί και για κάτι έρωτες
χαμένους σε αναθυμιάσεις αλκοόλ.
Ας στηθεί λοιπόν, το αβακωτό πεδίο,
για την ρεβάνς των χαμένων ελπίδων.
Στις άκρες του οι πύργοι ως καταφύγια,
πλάι τους οι ίπποι έτοιμοι για το άλμα,
πιο εκεί οι αξιωματικοί πάντα πρόθυμοι για θυσίες,
παραδίπλα οι αρχηγοί: η βασίλισσα κι ο βασιλιάς,
μπροστά ως πρόμαχοι, αμφίθυμοι, για όσα ζούμε, εμείς.
ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
Τα παράθυρα του σπιτιού, στο αδιέξοδο, είναι κλειστά.
Οι ένοικοι λένε, το επέλεξαν γιατί τους προστατεύουν
από τους ήχους του δρόμου και την σκόνη.
Κι’ ας έχουν στερηθεί το φως
και το κελάηδημα των πουλιών που κρύβονται στα κλαδιά.
Δεν τους νοιάζει .
Γι’ αυτούς τα κλαδιά ανήκουν σε δένδρα του δρόμου,
όπου τα πουλιά αλητεύουν, ανάρμοστα για την σοβαροφάνειά τους,
και προτιμούν τον ήλιο που συνεχώς φιλτράρεται άσκοπα μέσα από σύννεφα,
αναβάλλοντας την βροχή, που θα ξεπλύνει τις ψυχές τους και το πεζοδρόμιο.
Τι περίεργο σπίτι, σχεδόν μουγγό, αγέλαστο, όπου,
αρκούνται στο ραδιόφωνο με τις πολιτικές ρητορείες
κι’ εκείνα τα βαριά λαϊκά, της άπονης ζωής,
ψιθυρίζουν ακόμα κι όταν τραγουδάνε,
αφηγούνται κατορθώματα, υπερβάλλουν,
κάνουν έρωτα με ενοχές, και ξεχνούν να γελάσουν.
Λένε πως διασκεδάζουν με τα περιοδικά,
που απλώνουν γύρω τους και ξεφυλλίζουν αδιάφορα,
αν και καμιά φορά βάζουν δίσκους στο γραμμόφωνο,
μεγάλους από βινύλιο,
και χορεύουν αμίλητοι, πότε μηχανικά, πότε μετρώντας τα βήματα,
όμως χωρίς να κοιτιούνται,
καθώς αυτό που τους έδινε χαρά, με τον καιρό έγινε, αγγαρεία.
Τι περίεργο σπίτι, σχεδόν αλλόκοτο
χωρίς μυρωδιές φρεσκοψημένου γλυκού,
με ξεθωριασμένες μονόχρωμες κουρτίνες, σαν τις αναμνήσεις,
ψεύτικα λουλούδια στα βάζα, σαν τα αισθήματα,
κι’ εκείνο το τυρολέζικο ρολόι,
που μετρά, αγκομαχώντας, τον χρόνο, να γερνά.
Σπίτι απρόθυμο στις αλήθειες, τα όνειρα,
με κάμερες και τσαμπουκάδες εταιρίας φύλαξης,
ταιριαστό με το γκράφιτι στην είσοδο:
Κρατηθείτε μακριά, μυαλά και καρδιές κλειστά σαν κραμπί.
ΛΟΚ ΝΤΑΟΥΝ
Τελικά δεν ήταν τόσο κακό αυτό το κλείσιμο.
Ακούσαμε μουσική,
διαβάσαμε τα παραμελημένα βιβλία,
μιλήσαμε στο τηλέφωνο,
και το σπουδαιότερο:
Όταν συναντήσαμε στο τρένο κάτι ανεπιθύμητους,
με την μάσκα δεν μας αναγνώρισαν
και δεν σπαταλήσαμε την καλησπέρα μας.
ΚΑΜΠΙΕΛΟ
Έλα να περπατήσουμε μαζί στα δρομάκια.
Θα σε κρατώ απ’ το χέρι αν έχει λιακάδα
ή θα σ’ αγκαλιάζω, βαστώντας την ομπρέλα, αν βρέχει.
Έλα να μετρήσουμε τρέχοντας
τα σκαλιά της φαρδιάς σκάλας,
να πάρουμε ανάσα στην πλατεία με την φοινικιά,
ή να στριμωχτούμε για να περάσουμε μαζί
το στενό καντούνι του Παντοκράτορα.
Ελα να περπατήσουμε μαζί.
Θα κλέψουμε λουλούδια,
σκαρφαλώνοντας στην καγκελόπορτα,
θα παίξουμε με το νερό της δημοτικής βρύσης,
θα χαϊδέψουμε όλα τ’ απρόθυμα γατιά
και θα πετάξουμε νεράτζια στα παράθυρα της Κικής
και στο σκυλί που θα μας κυνηγήσει.
Ελα να περπατήσουμε μαζί.
Απόψε θα’χει ένα τεράστιο, κάτασπρο φεγγάρι ….
ΑΦΕΤΟΙ ΗΜΕΡΑΙ
Φθείρομαι απ’ τη ροή του χρόνου,
αβοήθητος και μόνος,
σαν το παιδί που ξεχάστηκε στο πάρκο.
Τι κι’ αν απ’ τους πόρους μου
αναβλύζουν εικόνες,
παγωμένες έρχονται,
κι ασυντόνιστες με τα αισθήματά μου.
Καιροί ευμετάβλητοι.
Ο χρόνος που ρέει
κι’ η ψυχή ασάλευτη
να διεκδικεί με πείσμα
τον ενεστώτα καιρό.
Καιροί σε αντίφαση:
Η αυγή ως γενέθλιος ημέρα του χρόνου
κι’ εγώ να χάνομαι στις σελίδες ξένων ημερολογίων.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ
Δεν πρέπει να μιλάς για τα όνειρά σου.
Σεπτέμβρη μήνα ποιος θα τα εκτιμήσει,
καθώς οι χυμοί κινούνται ράθυμα προς τα φύλλα,
κάνοντάς-τα να κιτρινίζουν
και το Φθινόπωρο κατεβαίνει,
ροβολώντας σαν δραγάτης τις πλαγιές.
Ξέχνα-τα όλα:
όνειρα διαλυμένα από κίβδηλες αναστολές,
αισθήματα σπάταλα χαρισμένα το καλοκαίρι,
αυταπάτες,
πες πως ήταν καιρός χαμένος
και μη ζητάς να σε νοιαστεί κανείς
αν ούτε στα όνειρά σου πλέον,
δεν περνάς καλά.
ΜΕΛΤΕΜΙ
Ακίνητο απομεσήμερο του Αυγούστου,
που ξαφνικά αναστατώθηκε από το μελτέμι,
πριν προλάβουμε να μαζέψουμε τις πετσέτες από την παραλία
και να προφυλάξουμε τα μάτια μας από την άμμο.
Ο αέρας μπλέκει
στα λιοστάσια, όπου τα τζιτζίκια ερωτοτροπούν ασύστολα,
στον καλαμιώνα, που διαρκώς βογκά σε κάθε γονυκλισία του,
στις καρυδιές, που τις πιέζει να φτύσουν τους καρπούς.
Γλάροι παρατηρητές, σε ασκήσεις ισορροπίας.
Πολύχρωμα πανιά .
Ιστιοσανίδες που γλιστρούν στον αφρό
κι’ ο ορίζοντας γεμάτος με ανεμόπτερα.
Δεκαπενταύγουστος!
Στάλες καυτού ιδρώτα.
Αχιβάδες ξεβρασμένες απ’ το κύμα.
Οι κυρίες της ακτής.
Εσύ μαυρισμένη με την πετσέτα του μπάνιου,
το παιδί μας με το μπλουζάκι Corfu
και τ’ άσπρο πλατύγυρο καπελάκι.
Πεπόνι και ρόγες σταφυλιού πλάι στα σύκα,
κρύο νερό, με λεμόνι και φύλλα μέντας,
το βιβλίο ανοιχτό στη σελίδα δεκαοκτώ.
Μια προσδοκία φιλιού.
ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ
Γιατί να μην παραδεχτώ την ομορφιά σ’ ένα λουλούδι,
στο νι, το σίγμα των παθιασμένων εξομολογήσεων,
στον αλαβάστρινο μονόκερω, που στέκει συλλογισμένος,
ανάμεσα στα παραδεισένια πουλιά από νεφρίτη,
ή στα παρατημένα στην παραλία πέδιλα
στο τέλος των διακοπών.
Επιτέλους, αρκούν τόσες εικόνες που χάσαμε
θαμπωμένοι απ’ τις αναθυμιάσεις
ανειλικρινών σχέσεων και τραπεζικών λογαριασμών.
Γιατί λοιπόν να μη την βρω την ομορφιά
στην περισπωμένη κόκκινων χειλιών,
σε δυό καθίσματα απέναντι στο πέλαγο
ή στο τσολιαδάκι που περπατά κρατώντας το χέρι του παππού.
Τι είναι αυτό που με βαστά κολλώντας-με πάνω του,
σαν σε φρεσκοαπλωμένη πίσσα,
όπως κάτι καταστραμμένες αναμνήσεις,
που δεν εκτιμήθηκαν ως ωραίες.
ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
Χθες έκανα απολογισμό, στο όνειρό μου.
΄Ηρθαν και κάτι φίλοι να βοηθήσουν,
αργά ήρθες, απρόσκλητη κι’ εσύ.
Τελικά κατάλαβα ότι
δεν πρέπει να κοιμάμαι
με ανοιχτά παράθυρα.
Ξεφεύγουν από εκεί
οι καλύτερες αναμνήσεις,
έρχεσαι κι’ εσύ…
ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΖΩΗ
Ξεθωριάζουν τα όνειρα
στριμωγμένα σε πλατείες ασήμαντες, μικρές,
χορταριασμένες αραιά από βρύα,
που από πείσμα επιζούν ανάμεσα στις πλάκες,
τριγυρισμένα από σπίτια παλιά,
που άλλοτε τα προστατεύουν
κι’ άλλοτε τα πνίγουν.
Εξατμισμένοι πόθοι κολλάνε στους τοίχους,
βαριεστημένα πουλιά αιωρούνται στα σύρματα,
απότιστα γεράνια λιποθυμούν στα μπαλκόνια
και τα λουλούδια στο δημοτικό παρτέρι
ασφυκτιούν κλεισμένα απ’ το κιγκλίδωμα .
Στη γωνία, δεξιά, γερνάς εσύ.
Κάποιες ημέρες βροχής ονειρεύεσαι,
άλλες με λιοπύρι ξελογιάζεσαι,
στις συννεφιές σε προδίδει το μυαλό.
Περνά ο καιρός,
θυμώνεις
Κι’ όλο λιγότερο γελάς.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΒΑΖΟ
Εκείνα τα ωραία τριαντάφυλλα,
που τόσο μας άρεσαν,
δεν ξέρω πως τα ξεχάσαμε,
με την βιασύνη της αναχώρησης.
Έμειναν πίσω, στριμωγμένα, στο ανθογυάλι τους
σαν μια ανάμνηση γλυκών ημερών,
ένα απόκρυφο σημάδι στην άκρη του λαιμού,
ή μια χειρονομία αθέατης συνεννόησης,
που θυμόμαστε με χαμόγελο.
Για μια στιγμή σκέφτηκα
αν θ’ άξιζε να γυρίσω να τα πάρουμε,
όμως να δεις, εκεί θα είναι καλύτερα
δίπλα στις φωτογραφίες ανέμελων ημερών,
στις οποίες όλοι γελάμε .
ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ
Οι θαμώνες του καφενείου μας λιγοστεύουν.
Άλλοι βιάστηκαν κι’ έφυγαν νωρίς, χωρίς να χαιρετίσουν,
άλλοι μας έγνεψαν, φεύγοντας, χωρίς να πουν που πάνε
και κάποιοι αποχαιρέτισαν κερνώντας τα ποτά.
Ξεμείναμε κάτι λίγοι,
καθισμένοι δίπλα στο παράθυρο, στο βάθος
να σχολιάζουμε τους περαστικούς,
να συζητάμε τα ίδια και τα ίδια
και να μετράμε τις απουσίες.
Ότι και να συμβεί πια σχεδόν δεν μας αγγίζει
καθώς τα περισσότερα τα ζήσαμε
κι αυτά που απομένουν, δεν μπορούν να μας τρομάξουν.
Ύστερα, κι’ αν το σκέφτεται, κανείς μας δεν τολμά να πει
πως η ζωή μας τώρα μοιάζει
μ’ ένα βάζο γυάλινο, γεμάτο πυγολαμπίδες,
που λαμπυρίζει ασυντόνιστα στο σκοτάδι
με προδιαγεγραμμένη τη διάρκεια και την ένταση,
τόσο φωτεινό και τόσο εφήμερο.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Άγγελοι κυνηγοί θαρθούν
λουλούδια άγρια του βουνού
στο σεντονάκι σου ν’ αφήσουν
κι’ όταν τα βλέφαρα βαριά
σφαλίσεις για να κοιμηθείς
γλυκά να σε φιλήσουν.
΄Αγγελοι βουτηχτές θαρθούν
μαργαριτάρια του βυθού
στο προσκεφάλι σου ν’ αφήσουν
κι ώσπου γλυκά να κοιμηθείς
επάνω σου να φτερουγούν
για να σ’ ευχαριστήσουν.
Άγγελοι χορευτές θαρθούν
σε κυκλικούς χορούς ανάερους
για να σε στροβιλίσουν
και με τους περιδινισμούς
γελώντας όταν ζαλιστείς
αρμονικά να σε κοιμίσουν.
Άγγελοι μαχητές θαρθούν
την πόρτα, το παράθυρο
κλειστά να σου κρατήσουν
και να μη φοβηθείς ποτέ
αν τύχει κάτι και συμβεί
πως θα σε παρατήσουν
Άγγελοι μουσικοί θαρθούν
για να σε νανουρίσουν.
ΕΠΟΧΕΣ
Συλλαβίζω,
τώρα που μπήκε η Άνοιξη,
όμως τι πρέπει πρώτα να μαθαίνω
να διαβάζω ή να σ’ αγαπώ;
……..
Τέλειωσε σαν πόλεμος,
κι αυτό το Καλοκαίρι.
Τώρα πια κανείς μας δεν γνωρίζει
τι πρέπει να ξεχνά και τι ν’ αναθυμάται.
……….
Νόμιζες την ζωή σου,
κεντρικό θέμα στη ζωφόρο φθινοπωρινού ουρανού
γι’ αυτό δεν είδες πως ήταν
βιαστική σημείωση στο πακέτο των τσιγάρων της.
………
Άνεμοι ανέστιοι
παρέα με κύματα αλήτες και βροχάδες μάγισσες
χτύπαγαν χθες βράδυ τα παραθύρια μας
………………
ΤΟ ΝΑΝΑΟΥΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΜΑΧΩΝ
Περίμενε ! Θα γίνει !
Είναι συνήθεια στους στρατιώτες,
δεν είναι θαύμα.
Θά-ρθουν στα ξύπνια κι όχι στα όνειρά σου,
άναστρη νύχτα, στο τέλος του Χειμώνα
καβάλα σ’ άτια ατίθασα
κατάφραχτοι ντυμένοι στην πορφύρα
και θα μιλούν μια γλώσσα αρχαία
ιδίωμα των παλιών της Ιωνίας
για να σε πάρουν στ’ ουρανού τα δώματα
αυτό το βράδυ
και εκεί αν θέλεις μένεις
και πίσω δεν γυρνάς για να πεθάνεις.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΙΕΡΩΝΥΜΟ
Αυτοί που μη έχοντας
άλλο τρόπο συνάντησης μαζί σου,
αμίλητοι εισχωρούν στα όνειρά σου,
ομορφαίνοντας τα πρόσωπα με χαμόγελα
και τα σώματά τους με κινήσεις,
δεν ανήκουν στα οράματά σου
και ίσως να’ναι φυγάδες των δικών τους.
Απλά, σιωπώντας, παροικούν το μισόφωτο
των αναμνήσεων και των προσδοκιών,
των δικών σου και των δικών τους,
σαν τα σκουλήκια και τα ζωύφια
των λουλουδιών του κήπου σου.
Εκείνοι όμως που έρχονται αναπάντεχα,
με φωνές, πολλοί μαζί, αργά σαν σε λιτανεία,
άλλων βλασταίνουν βρύα στα χέρια,
βγαίνουν γιρλάντες λουλουδιών απ’ το στόμα
κι’ είναι ντυμένοι με φυλλόδενδρα,
άλλοι έχουν μάτια που καίνε σαν κάρβουνα,
χέρια και πόδια γεμάτα πληγές
και κρύβουν την γύμνια τους με μεγάλα ηλιοτρόπια
ή τέλος εκείνοι, οι ξέστηθοι
που κρατιούνται από τους ώμους κι έρχονται τραγουδώντας
σαν να γυρνάνε από πανηγύρι ή από διαδήλωση της αντίστασης,
στα στήθη τους, πιο πυκνά στο μέρος της καρδιάς,
φυτρώνουν γιούλια, παπαρούνες,
και σου φωνάζουν από μακριά:
«Χαίρε, γειά-σου, τι κάνεις ; Καλημέρα κυρ-Ιερώνυμε»
είναι αποθέματα της ζωής σου, φυλαγμένα βαθιά
έτοιμα για χρήση σε μέρες δύσκολες,
ημέρες θλίψης ,
προσμονής,
απόφασης
ΤΟ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑ
Πετρωμένο λουλούδι
στάση του χρόνου
διαρκές μειδίαμα
στη βεβαιότητα του θανάτου
ΔΩΔΩΝΗ
Ιδού λοιπόν και πάλι στην πάροδο, ο μύστης. Εσύ.
Στο σκοτάδι, με σιγή και ταπεινοφροσύνη
αναμένεις το σημείο της εύνοιας του Θεού,
στα φύλλα της θροΐζουσας βελανιδιάς,
ενώ δίπλα, στα γκρίζα μάρμαρα του Δωδωναίου θεάτρου
σμάρι πολύβουο οι θεατές,
αναζητούν την συμμετοχή στο θείο δράμα,
φτύνοντας σπόρια και πίνοντας πορτοκαλάδα.
Ιδού λοιπόν και ο Φόβος που σε κάνει Μύστη.
Αυτός μήπως δεν γίνουν απόψε τα Επιφάνεια.
Αυτός μήπως θα φταις, γιατί δεν προετοιμάστηκες, εσύ.
Αυτός μήπως θα φταίει ο άσπρος σου χιτώνας των μυστών
η γνώση των ιερών λέξεων και σημείων
η εκτέλεση των μυστηριακών βηματισμών.
Αυτός μήπως είναι όλα περιττά,
μήπως είν’ όλα μη αρεστά στον Θεό.
Ιδού λοιπόν και πάλι εσύ
αναμένοντας στο Δωδωναίο θέατρο
την προσταγή του Θεού.
Πριν το Άδυτο, σαστισμένος και μόνος,
με την ψυχή σου να σκίζεται από ερωτήματα,
περιμένεις τα Επιφάνεια,
τηρώντας την προσταγή του Αρποκράτη: «Σιγή».
ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Στις αδιακρισίες, που δεν γίνονται Κυριακή όταν παίζει η ομάδα,
ούτε Δευτέρα πρωί γιατί ακόμα δεν έχει ξυπνήσει το μυαλό,
(νομίζω ως αρμόζουσα ημέρα τους επιλέγουν την Πέμπτη
καθώς έχει την υπόσχεση της αυριανής έναρξης της ανάπαυλας),
το να μην αντιδράς είναι πράξη αντίστασης
σε έναν καθωσπρεπισμό καθορισμένο
από συναδέλφους, ανύπαντρες θείες, την κυρά-Μαρίκα απ’ απέναντι,
τον γραμματέα του λογοτεχνικού περιοδικού της πόλης
και τον πρόεδρο του φιλανθρωπικού συλλόγου της γειτονιάς.
Διαφορετικά πρέπει να το δεις ως πράξη κατανόησης
της πάσης φύσεως ανοησίας
ακόμα και συμπάθειας της βλακείας των συνομιλητών
ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
Αλήθεια, πως πλουτίζονται οι καιροί;
Πάει καιρός που θέλω να ρωτήσω
στο δρόμο, στο γραφείο,
πολλές φορές στο ασανσέρ
εκείνους που δεν σε κοιτούν γιατί νοιώθουν άβολα
αλλά κυρίως στο περίπτερο
αυτόν που ζητά όλο ενοχές ένα πακέτο τσιγάρα
ενώ υποσχέθηκε στους δικούς του, να τα κόψει.
Όχι πως πλουτίζει ο διπλανός φοιτητής τον καιρό του,
χτυπώντας τα πούλια στο τάβλι
ούτε πως κυνηγώντας μια μπάλα,
κάνει το παιδί τον χρόνο του πολύτιμο
αλλά πως από μόνες τους πλουτίζονται οι μέρες
χωρίς εμάς, χωρίς των άλλων τις παρεμβάσεις,
ρυθμιζόμενες αυτόματα, μηχανικά,
χωροχρονικά αυτεξούσιες,
άλλοτε υπέρ μας, άλλοτε εις βάρος μας.
ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Τι όμορφα που είναι λοιπόν,
τα σημάδια από τα πέλματά σου στο διάδρομο,
έτσι που έτρεξες τυλιγμένη με την πετσέτα
να προλάβεις να ντυθείς, γιατί πάλι θ’ αργήσουμε.
Ισως να είναι ωραιότερα από αυτά που όλο λέω πως μου αρέσουν:
τις στάλες του νερού που δεν σκούπισες στους ώμους,
τα υπολείμματα της σαπουνάδας πίσω από τα αυτιά
ή το άρωμα λουλουδιών του σαπουνιού στο δέρμα σου.
΄Ισως και να μπορούν να συγκριθούν
με την εξωτική, μελαχρινή ομορφάδα σου,
τα κατάμαυρα μάτια, τα τονισμένα ζυγωματικά
και τις δαμασκηνιές ανταύγειες των μαλλιών σου.
Όμως τίποτε και ποτέ
δεν θα μοιάσει στα κοιτάσματα των αισθημάτων
και στην ευγένεια της ψυχής σου,
Αγάπη μου.
ΜΙΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Φωτογραφία κομμένη στα δύο.
Κρατώ το δικό μου μέρος,
το δικό σου αγνοείται χρόνια τώρα σκισμένο, ποιος ξέρει πού πεταμένο.
Κάποιοι ταξιδιώτες μου είπαν, πως το συνάντησαν
να περιφέρεται σε ένα παζάρι στην Ανατολή
αλλά και πάλι, πώς είναι δυνατόν, αφού και στα όνειρά μας
απαγορεύτηκε ο δρόμος για εκεί.
Στα καραβάνια, που αργόσυρτα κινούνται στα μονοπάτια του μεταξιού
φυγαδευμένοι για να σωθούν,
λαθρεπιβάτες κρυμμένοι σε αποσκευές άλλων,
υπάρχουν μόνο οι στεναγμοί και οι πόθοι μας
καθώς ιδρώτας και δάκρυα έχουν στεγνώσει
και κάτι ίχνη από εξατμισμένο σάλιο απόμειναν στην άκρη των χειλιών
για να θυμίζουν φιλιά που χαρακτηρίστηκαν ως ανεπίγνωστα.
Μόνη επιλογή: να ταξιδέψω στην Ανατολή δια θαλάσσης.
Τόσα κύματα, τόσοι αέρηδες, τόσες ομίχλες, ξαστεριές,
νησιά με ιθαγενείς σε πιρόγες και στεριές με ταχύπλοα,
γεύσεις άγνωστες, μυρωδιές άλλες, χρώματα διάφορα,
μουσικές, αγκαλιές σφιχτές, σάρκες αχόρταγα φιλήδονες,
δεν μπορεί, τελικά θα βοηθήσουν να ξεχαστεί η απαγόρευση.
ΑΓΡΙΟ ΒΟΥΝΟ
Άγριο βουνό, απρόβλεπτο,
σαν άντρας μόνος, ανταριασμένος από την απόρριψη,
σαν γυναίκα θυμωμένη, που δεν την αγαπήσανε.
Κι ας περιβάλλεται από ήρεμα λιβάδια
κι ας βρέχεται από γελαστές ακτές.
Τίποτε δεν αλλάζει την αγριάδα του.
Κάτι χειμώνες απάνθρωποι, κάτι καλοκαίρια με φωτιές
του δώσανε το άλλοθι να στέκεται εκεί, αμέτοχο.
Από τις σκιερές λαγκαδιές του τον προκαλούν
κελαϊδισμοί από σμήνη αποδημητικών, γάργαρα νερά,
οι νύμφες και ο Παν,
στα μονοπάτια του οι πατημασιές αρματολών,
στα λιβάδια του κοπάδια από πρόβατα,
στους γκρεμούς τα αιωρούμενα αγριοκάτσικα,
ακόμα και στα ακρογιάλια του οι ανέμελοι κολυμβητές.
Όλα χωρίς αποτέλεσμα.
Παραμένει απόμακρο, απορροφημένο στις σκέψεις του,
τα συναισθήματα του,
αδιάφορο για τις αλλαγές των εποχών, τις παγωνιές και τους καύσωνες,
ασυγκίνητο από την λιτή ομορφιά των αγριολούλουδων
από το γουργουρητό των νερών που σέρνονται νωχελικά στις πλαγιές.
Θα μπορούσε να είναι ένα καταφύγιο,
να συνομιλεί με τους περιπατητές, να χαμογελά στα αγριοκάτσικα
να σκύβει και να μυρίζει τους κρόκους, τις παιώνιες, τα κυκλάμινα
ν’ αφουγκράζεται τα κουδούνια των κοπαδιών,
ν’ ανατριχιάζει και να διαχέεται μια μυρωμένη πάχνη.
Όμως αυτά δεν υπήρξαν ποτέ στις επιλογές του.
Προτίμησε την μοναξιά,
να παρατηρεί καθώς περνάνε οι μπόρες και τα σύννεφα,
να μη νοιάζεται για την καλοκαιρινή κάψα,
που αναδύεται σε κύματα ομίχλης στα λιβάδια,
να ξαναμετρά τις συστοιχίες των άστρων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όμοια με κάτι
ξεχασμένες από τον χρόνο κυρίες,
που διαρκώς αναφέρονται στο γάμο τους,
θέλει να θυμίσει την ύπαρξή του από την αρχή του χρόνου,
να πει πως είδε μιάν άλλη ζωή, μιάν άλλη φύση,
μονόκερους, νύμφες και κενταύρους.
εξαφανισμένα από πολλά χρόνια τεράστια ζώα
και πουλιά που πετούσαν και περπατούσαν
ψάρια που σέρνονταν έξω απ’ τα νερά.
Άγριο βουνό, απόμακρο.
Αλλού δασωμένο κι αλλού γυμνό,
διαρκές στον χρόνο.
Σοφό.
Η ΒΡΟΧΗ
Βρέχει, παράξενα
μια βροχή σαν πούδρα,
που την απομάκρυνες απ’ τους ώμους
τινάζοντάς την
όπως τις παλιές γνωριμίες.
Καθόλου δυσάρεστη, την νοιώθεις
στο πρόσωπο, τα γυμνά χέρια, τα μαλλιά,
χωρίς να μοιάζει με κάτι έγνοιες,
που ξαφνικά εμφανίζονται στο μέτωπο,
σαν σημάδι από σπαθισμό.
Βρέχει παράξενα, ψιχαλιστά,
κάνοντας τα πεζοδρόμια να γλιστρούν
όπως τα αισθήματα που πιέστηκαν
από συνθήκες ασύμμετρες,
αφού δεν υπήρξαν συμφωνημένοι ορισμοί
να προλάβουν αυτά που θα ανέβλυζαν
και να τα αντιμετωπίσουν.
Βρέχει παράξενα, σιγανά,
ολημέρα, από χθες το βράδυ.
Κουρνιασμένοι στους βράχους γλάροι,
σχολιαστές της συμπεριφοράς των άλλων,
εξιστορούν τα ταξίδια μας, αδιάφοροι για την βροχή.
ΦΕΤΟΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πω:
«Αυτή η άνοιξη δεν με αφορά»!
Ίσως γιατί πάντα την υποδεχόμουν με ελπίδες,
ίσως γιατί μου αρέσουν τα ανθοφορούντα δένδρα,
η υποδοχή των αποδημητικών πουλιών
και οι σχολιασμοί ολιγομίλητων συζητητών για τον καιρό.
Αλλά πως μπορείς να υποδεχθείς κάτι
που από καιρό έχασε την ουσία του,
σπαταλώντας τον χρόνο σε ακατάσχετη ομιλία
για τα χρώματα
και την πτητικότητα φουσκωμένων μπαλονιών,
χωρίς να νοιάζεσαι που απροσδόκητα
οι μέλισσες δεν βρήκαν ακόμα
την λουλουδιασμένη κερασιά
και η βροχή μας χάλασε το Πάσχα.
Προς τι λοιπόν τόσες υποδοχές
έτσι που έμειναν όλες χωρίς ανταπόκριση.
Χωρίς ένα γαλάζιο φουστάνι κι’ ένα ψάθινο καπέλο,
μια μουσική ανάερη, μακρινή,
ένα γράμμα κανονικό, με γραμματόσημο,
έναν λεμονανθό.
CAFÉ GURU
Καφές δυνατός, πικρός, χωρίς ζάχαρη.
Οι φουσκάλες όπως και το μπισκοτάκι, που έρχεται μαζί
τον αφήνουν αδιάφορο.
Έτσι κι αλλιώς όσοι νοιάζονται του τηλεφώνησαν νωρίτερα,
οπότε γιατί να σκεφτεί το υποτιθέμενο ενδιαφέρον των άλλων.
Να βιαστεί μήπως και προλάβει να διαβάσει την εφημερίδα
πριν αρχίσουν να γεμίσουν τα τραπέζια
με την πρωινή βάρδια παππούδων και γιαγιάδων,
που θα τον εξαντλήσουν με τις ερωτήσεις για την υγεία του.
Να καπνίσει ούτε σκέψη,
δεν επέζησαν καημοί να τους ζαλίσει,
γι’ αυτό, ο ακριβός αναπτήρας μένει αχρησιμοποίητος στη τσέπη,
όπως τα αριστερά φύλλα της ντουλάπας, που μετά την φυγή της
άδειασε και δεν ξανάνοιξε
αφού δεν κράτησε την υπόσχεσή της πως εκείνος θα έφευγε πρώτος.
΄Αλλαξε και η σερβιτόρα
κι’ αναγκάζεται να επαναλάβει την παραγγελία.
Αλλά ας είναι κι’ έτσι,
τουλάχιστον κάποιος του χαμογελά εγκάρδια το πρωί.
ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
Θέλω μια νύχτα ακόμα μαζί σου.
Γενναιόδωρα χαρισμένη,
όμοια με εκείνη που για πρώτη φορά μεθύσαμε
ανακατώνοντας κρασιά και σπίρτα,
τότε που δεν γνωρίζαμε πως δεν πίνονται μαζί
αποστάγματα και προϊόντα ζύμωσης,
τότε που νομίζαμε πως θα είμαστε για πάντα μαζί.
Θέλω μια νύχτα ακόμα μαζί σου.
Να μη μπορώ να σηκωθώ για να με πας στο κρεβάτι,
να γυρνά το ταβάνι, να μη ξέρω που βρίσκομαι
κι εσύ να μου κρατάς το χέρι και να λες,
μη φοβάσαι εγώ είμαι δίπλα σου και σ’ αγαπώ,
αφέσου στην περιδίνηση και μη νοιάζεσαι,
όταν τελειώσει θα με βρεις να σε περιμένω εδώ.
Θέλω μια νύχτα ακόμα μαζί σου
να στη χαρίσω όσο πιο γενναιόδωρα μπορώ,
αρκεί να σε βρω να περιμένεις
όταν θα βγω απ’ αυτή την πολύχρονη περιδίνηση,
που δημιούργησαν άλλες καταστάσεις
ισχυρότερες από τα αποστάγματα και τα προϊόντα ζύμωσης.
ΕΞΕΡΡΕΙ ΤΟ ΥΔΩΡ*
Ο χρόνος μας λιγοστεύει.
Σε λίγο θα ακουστεί το πρόσταγμα της σιωπής
χωρίς να έχουμε την ευκαιρία να αναστρέψουμε την κλεψύδρα
για να ξεκινήσει νέα χρονομέτρηση.
Γι’ αυτό θα μείνουν ατελείωτες κάτι γραφές,
μαζί μ’ εκείνη τη συζήτηση που αργήσαμε να ξεκινήσουμε
και χωρίς ανταπόκριση η συγγνώμη
που δεν προλάβαμε να παραδεχθούμε πως λάβαμε.
Κι όμως δεν ήταν μόνον τεχνικοί οι παράγοντες:
η ποσότητα του νερού, το πλάτος του ηθμού και
το μέγεθος του γυάλινου περιέκτη,
που επηρέασαν την μέτρηση του χρόνου.
Κάτι αναβολές, βεβαιότητες και πείσματα
θα ευθύνονται περισσότερο.
Και το χειρότερο: γιατί δεν μπορέσαμε να παραδεχθούμε
ότι οι καταστάσεις χρειάζονταν άλλο χειρισμό.
*Τελείωσε το νερό της κλεψύδρας.
ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ
Αδημονούμε και φέτος για
την βραδιά της βροχής των Περσείδων,
που θα δούμε ξαπλωμένοι με το κεφάλι στη Δύση
αν δεν έχουμε την επιλογή να είμαστε
αγκαλιά σε ένα παγκάκι
ανταλλάσσοντας φιλιά στο σκοτάδι.
Όλα ετούτα τα απομεινάρια
της φλογοβόλου δόξας κάποιου κομήτη,
που έρχονται κάθε χρόνο
από τον αστερισμό του Περσέα,
ακτινοβολούν και καίγονται ως διάττοντες
διασχίζοντας το στερέωμα,
πόσο ένδοξο τέλος, έχουν τελικά,
προκαλώντας ευχές και ελπίδες
και κάνοντάς-μας να σαστίσουμε
καθώς καταλαβαίνουμε την μικρότητά μας.
Σαν λήξει η λαμπρότητα της αστροβροχής
που μεταφέρει με ανήκουστους θορύβους αόρατα χρώματα
κι’ ευχές κι’ ελπίδες μείνουν σε αναμονή,
ποιος ξέρει που κρυμμένες στην απεραντοσύνη του ουρανού,
πρόσκαιρα εντυπωσιασμένοι,
θα επιλέγουμε για να μη φοβόμαστε το ατέρμονο του σύμπαντος
να θυμόμαστε κάτι εφήμερα φιλιά και υποσχέσεις
που ανταλλάξαμε αναμένοντας,
χωρίς ποτέ να φανταστούμε
πως μπορεί να είναι φωτεινά μηνύματα εκείνων
που ενώ θεωρούμε πως χάθηκαν,
συνεχίζουν τα διαπλανητικά τους ταξίδια.
ΜΑΓΕΙΑ
Μια γαλάζια χάντρα, χαρισμένη,
Μαγικά φορτισμένη,
Ως παραμυθία των πιστών.
Το εύλογον ψέμα .
ΤΑ ΜΟΥΡΑΓΙΑ
Ας οικοδομήσουμε τοίχους ψηλούς
στο παράλιο περιβόλι μας
ικανούς να εμποδίσουν αδιάκριτα την πρόσβαση
των θαλασσινών ανέμων
που μεταφέρουν το αλάτι από τα αφρισμένα κύματα
και την κάψα του καλοκαιριού που σέρνεται στις άδενδρες πλαγιές
παρασύροντας όσες μέλισσες περιφέρονται στα θυμάρια.
Μήπως αποτραπούν και οι παράνομες εισελεύσεις όλων εκείνων που
απρόσκλητοι θάρθουν με τα πήλινα αγγεία τους
να πάρουν νερό από το πηγάδι μας
κι’ αδιάφοροι θα αφήσουν την πόρτα ανοιχτή στους αέρηδες
που θα ταράξουν την ηρεμία και θα ρίξουν απ’ τα δένδρα τους καρπούς.
Ας οικοδομήσουμε τοίχους ψηλούς
φτιαγμένους με πέτρες χρωματικά παράταιρες
επιμελώς τοποθετημένες
όπως οι μέρες που ζήσαμε
σωρεύοντας χαρές, λύπες, ελπίδες κι’ αγωνίες
ενός βίου ασύμμετρου, που ανεχτήκαμε να βιώσουμε.
Γιατί να μας κατατρώει η αγωνία μήπως,
από ακατάλληλους επιτηρητές αφρόντιστα σκορπίσουν,
όλα όσα πασχίσαμε γι’ αυτά, αγαπήσαμε και επιμελώς προστατέψαμε
στο παράλιο περιβόλι μας
θεωρώντας πως συγκροτούν την ομορφιά στην γλυκόπικρη ζωή μας.
Ας οικοδομήσουμε τοίχους ψηλούς.
ΑΤΕΛΩΝΙΣΤΑ
Αυτό το πορτρέτο του πατέρα που τοποθετήθηκε χωρίς να ερωτηθώ
στον τοίχο του γραφείου πάνω από το κεφάλι μου,
τελικά δεν θα’ θελα να το πήγαιναν αλλού.
Μου αρέσει να νοιώθω κάθε μέρα το βλέμμα του
να με περιμένει να μπω, να με αποχαιρετά φεύγοντας
κι’ ας με περιεργάζεται επιμελώς,
πως είμαι, πως ντύθηκα,
μερικές φορές με κάποια συγκατάβαση όταν θυμώνω,
οπωσδήποτε με κάποια ευχαρίστηση που χρησιμοποιώ το γραφείο του,
που ακουμπώ πάνω του το ποτήρι με το νερό και τον καφέ,
που μιλώ στο τηλέφωνο.
Ίσως γιατί αισθάνομαι πως συνεχίζει να τρέφει για εμέ
αισθήματα ατελώνιστα
ίσως γιατί συνομιλούμε πια με λόγια ατελώνιστα.
ΒΟΤΣΑΛΟ ΣΤΟ ΣΑΝΔΑΛΙ
Τα βότσαλα της απόμερης παραλίας
που την κάνουν τόσο ξεχωριστή,
τι βάσανο που γίνονται
όταν μπαίνουν στο σανδάλι μας
λες κι’ είναι άβολες σκέψεις,
που εμφανίζονται στα ξαφνικά
παράκαιρες κι απρόσκλητες.
Τελικά θα πει κανείς
ποιες είναι οι επιλογές που έχουμε
ώστε από αυτές να γλυτώσουμε
όσο δεν φτιάχνεται ακόμα ο φράχτης
που χρόνια σχεδιάζεται
για τις απρόσκλητες σκέψεις
και τα απρογραμμάτιστα όνειρα;
΄Υστερα συμβαίνει και το άλλο:
να πνίγεσαι απ’ όλα αυτά
και να μη σε αφήνουν να θυμηθείς
τις ευχάριστες ώρες που σου χάρισε
απλόχερα
η απόμερη παραλία με τα βότσαλα.

