ΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Η Αρχιτεκτονική της Μόνιμης Καταστροφής του Γιάννη Ρεβύθη

Μια φωτογραφία, ένα κινητό στο χέρι, ένα κλικ μέσα σε ένα δευτερόλεπτο και αυτό είναι αρκετό σήμερα για να γεννηθεί μια «είδηση». Στην εποχή μας που ο καθένας μπορεί να γίνει δημοσιογράφος, που δεν χρειάζεται πλήρες ρεπορτάζ, ούτε φυσικά την διασταύρωση των στοιχείων.
Αρκεί μια στιγμή ατέλειας και ατέλειες υπάρχουν πάντα, γιατί τίποτα δεν λειτουργεί τέλεια. Αρκεί μια φράση αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της, θυμηθείτε το περίφημο «λεφτά υπάρχουν» και ξαφνικά αυτή η εικόνα ή αυτή η φράση παρουσιάζεται όχι ως ένα στιγμιότυπο, αλλά ως η μόνιμη και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Κέρκυρα, αυτό το μοτίβο λειτουργεί τον τελευταίο καιρό σε πολλαπλή ένταση. Δεν υπάρχουν πολλές ανεξάρτητες ή ισχυρές φωνές που να μπορούν να αντισταθούν καθε φορά σε μια τέτοια κατασκευασμένη αφήγηση. Έτσι, βλέπουμε συχνά μια ψευδή ή παραπλανητική ανάρτηση σε μια τοπική ομάδα και υπάρχουν αρκετές τέτοιες ομάδες η “σύλλογοι”,, να μετατρέπεται στην de facto είδηση της ημέρας.

Η εγγύτητα που χαρακτηρίζει τις μικρές κοινωνίες κάνει το περιεχόμενο πιο πιστευτό. «Ξέρω το μέρος, το άκουσα από τον τάδε, άρα κάτι θα ξέρει» ειναι η συνηθισμένη απάντηση στο ερώτημα από που το έμαθες και τότε ακόμη κι όταν ο ισχυρισμός είναι εντελώς αναληθής ή υπερβολικός, αποκτά βαρύτητα. Και επειδή ο τόπος μας ζει σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, το κόστος μιας τέτοιας διαστρεβλωμένης εικόνας είναι συχνά δυσανάλογο σε σχέση με τη σοβαρότητα του προβλήματος που απεικονίζει.

Το μοτίβο αυτό, όμως, δεν γεννήθηκε με τα smartphones. Το έχουμε ξαναδεί σε εθνική κλίμακα και μέσα από τη συνεχή επανάληψη, το έχουμε πλέον κανονικοποιήσει.
Ήταν η περίοδος των μνημονίων που “δίδαξε” σε μια ολόκληρη γενιά την απουσία πολιτικού λόγου και τη λογική της υπερβολής. Τότε που κάθε οικονομικό μέτρο παρουσιαζόταν ως ολική καταστροφή, κάθε διαφωνία ως προδοσία και κάθε νηφάλια περιγραφή της πραγματικότητας ως ύποπτη συνενοχή με “το σύστημα”.

Τότε πού δεν υπήρχε χώρος για τη μετριοπάθεια, την αναλογία και τη σύνθεση και κυριαρχούσε το απόλυτο.
Μνημόνιο ή αντιμνημόνιο, καταστροφή ή σωτηρία, υποταγή ή αντίσταση.

Αυτή η ρητορική δεν εξαφανίστηκε όταν έκλεισε ο κύκλος των μνημονίων. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα έχει μεταφερθεί στην καθημερινή πολιτική η τοπική αντιπαράθεση και τείνει να γίνει ο προεπιλεγμένος τρόπος με τον οποίο ένα μέρος των πολιτικών η των πολιτών αντιμετωπίζει τα πάντα. Από την είδηση για μια τοπική υποδομή, την επισκευή ενός αγωγού ύδρευσης, μια λακκούβα ή έναν γεμάτο κάδο απορριμμάτων, μέχρι μια εθνική μεταρρύθμιση.

Το βλέπουμε καθημερινά όταν κάθε λογική πρόταση που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη και την καλυτέρευσή της ζωής, συναντά αυτομάτως την άρνηση. Όταν κυριαρχεί η λογική του μόνιμου “οχι”, μια λογική που δεν χαρακτηρίζει πλέον μόνο την κατακερματισμένη Αριστερά, αλλά σχεδόν όλους τους πολιτικούς χώρους. Έχει, με έναν τρόπο, θεσμοθετηθεί η άρνηση.

Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία με επιχειρήματα ή για αντιπαράθεση συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων. Πρόκειται για μια πολιτική συμπεριφορά, χτισμένη πάνω στην άρνηση αυτή καθαυτή. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις γιατί κάτι είναι λάθος. Αρκεί να το χαρακτηρίσεις “συνέχεια του μνημονίου, προδοσία ή εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων” και η συζήτηση κλείνει πριν καν αρχίσει.

Πρόκειται για πολιτικό μηδενισμό, έναν νιχιλισμό μεταμφιεσμένο σε ριζοσπαστισμό.

Η αξία μιας θέσης δεν κρίνεται πλέον από το αν περιγράφει σωστά την πραγματικότητα ή αν προτείνει μια καλύτερη λύση. Κρίνεται από το πόσο καθαρά απορρίπτει το υπάρχον πολιτικό σύστημα ή την εκφραζόμενη πολιτική πρόταση. Και όταν η ταυτότητα μιας παράταξης, ενός φορέα ή ενός συλλόγου στηρίζεται αποκλειστικά στο να λέει πάντα «όχι», τότε ακόμη και το λογικό «ναι» μετατρέπεται σε απειλή. Ακόμη κι όταν η λογική και τεκμηριωμένη πρόταση, προέρχεται από ανθρώπους του ίδιου χώρου.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, στη φωτογραφία με το κινητό που γίνεται viral, στην καταστροφολογία που κληροδότησε η εποχή των μνημονίων, στο θεσμοθετημένο μόνιμο “όχι” η λογική είναι η ίδια. Επιλέγεις το χειρότερο δυνατό απόσπασμα της πραγματικότητας, το παρουσιάζεις ως το σύνολο και απορρίπτεις κάθε αντεπιχείρημα. Όχι γιατί αναζητάς την αλήθεια, αλλά γιατί υπηρετείς μια προϋπάρχουσα αφήγηση. Όλα στην μάχη τού “οχι” απέναντι στον ορθολογισμό.

Μια αφήγηση που τρέφεται από την ταυτότητα του διαρκώς αδικημένου, του μόνιμα αντιστασιακού, του αυτόκλητου “προστάτη” απέναντι σε ένα υποτιθέμενο μονολιθικό σύστημα.

Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική, η κριτική είναι συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας είναι απαραίτητη. Κανένας τόπος, καμία πολιτική και κανένα μέτρο δεν είναι τέλειο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κριτική παύει να ενδιαφέρεται για τη δυνατότητα υλοποίησης, για την αναλογία, για τη σύγκριση και για το πλαίσιο. Όταν η κριτική μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Όταν δεν παράγεται για να διορθώσει κάτι, αλλά για να επιβεβαιώσει μια προδιαγεγραμμένη αφήγηση καταστροφής.

Μια κοινωνία, μικρή σαν την Κέρκυρα ή μεγάλη σαν μια ολόκληρη τη χώρα, δεν χτίζεται πάνω στη συσσώρευση αποσπασματικών εικόνων ντροπής ούτε πάνω σε μια πολιτική που ορίζει τον εαυτό της αποκλειστικά μέσα από όσα αρνείται. Χτίζεται πάνω στην ικανότητα να βλέπεις το σύνολο, να αναγνωρίζεις τα προβλήματα χωρίς να τα μετατρέπεις σε σύμβολα γενικευμένης κατάρρευσης. Να μπορείς να λες “όχι” όταν χρειάζεται, αλλά και “ναι” όταν κάτι το αξίζει, χωρίς να θεωρείσαι προδότης της παράταξής σου ή του τόπου σου.

Η νηφαλιότητα, ο ορθολογισμός, δεν είναι έλλειψη πάθους. Αντιθέτως, είναι βασική προϋπόθεση κρίσης. Και σε μια εποχή όπου η οργή παράγεται ευκολότερα από τη σκέψη, ίσως αποτελεί την πιο ριζοσπαστική στάση απ’ όλες.