ΓενικάΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Πολιτική Της Μισαλλοδοξίας: Όταν Ο Εχθροπαθής Φανατισμός Γίνεται Υπαρξιακό Και Ψυχολογικό Καταφύγιο Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Ο πολιτικός αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται ως ένας συμπολίτης με διαφορετική άποψη, αλλά ως ένα υπαρξιακό μίασμα που πρέπει να εξοντωθεί…///… Όταν η κάλπη μετατρέπεται σε ένα απέραντο ψυχοθεραπευτήριο εκτόνωσης συμπλεγμάτων και προσωπικών διαψεύσεων, το πολίτευμα εκφυλίζεται σε μια αρένα τυφλών συγκρούσεων…

 

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η εικόνα του γνωστικού πολίτη, ο οποίος προσέρχεται στην κάλπη κρατώντας ανά χείρας προγράμματα, αδιάψευστα τεκμήρια και ορθολογικά συμπεράσματα, μοιάζει πλέον με ρομαντική αυταπάτη. Αν παρατηρήσει κανείς την πολιτική σκηνή σήμερα, θα διαπιστώσει μια οδυνηρή πραγματικότητα: οι ψηφοφόροι δεν μετακινούνται με βάση τη λογική, αλλά με βάση το θυμό, τον φόβο και το ένστικτο. Όλο και περισσότεροι εκλογείς στοιχίζονται πίσω από πολιτικές μερίδες και ηγέτες, απλά και μόνο γιατί εμφορούνται από ένα τυφλό, σχεδόν θρησκευτικό μίσος απέναντι στους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Πρόκειται για μια δομική μετάλλαξη του πολιτικού βίου, η οποία δεν πυροδοτείται από μια ξαφνική έλλειψη πληροφοριών, αλλά από μια ενορχηστρωμένη, διχαστική προπαγάνδα που στοχεύει απευθείας στο θυμικό. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, βρίσκεται βαθύτερα: Μήπως αυτή η διογκούμενη εχθροπάθεια δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας πετυχημένης χειραγώγησης, αλλά ένα υπαρξιακό ναρκωτικό για τον σύγχρονο άνθρωπο ώστε να καταλαγιάσει τα προσωπικά του απωθημένα, τις ανομολόγητες φιλοδοξίες και τις κοινωνικές του ματαιώσεις;

Η Δικτατορία του Συναισθήματος και ο «Αρνητικός Οπαδισμός»

Για δεκαετίες, η πολιτική ανάλυση βασιζόταν στην παραδοχή ότι οι άνθρωποι επιλέγουν κόμμα με γνώμονα το προσωπικό ή το συλλογικό τους συμφέρον. Σήμερα, η πολιτική επιστήμη εισάγει έναν όρο που ανατρέπει τα πάντα: τον αρνητικό οπαδισμό (negative partisanship). Οι πολίτες δεν συντάσσονται πλέον με έναν πολιτικό σχηματισμό επειδή ελκύονται από το όραμά του, αλλά επειδή αποστρέφονται, φοβούνται ή αντιπαθούν τον αντίπαλο. Η ταυτότητα του «ψηφοφόρου» δεν ορίζεται από το τι υποστηρίζει, αλλά από το τι αντιμάχεται.

Σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον, η παραπλανητική προπαγάνδα λειτουργεί ως ο απόλυτος καταλύτης. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, από τη φύση του, αναζητά την διανοητική οικονομία και την επιβεβαίωση των ήδη υπαρχουσών πεποιθήσεών του. Η ανάλυση σύνθετων οικονομικών δεδομένων, γεωπολιτικών ισορροπιών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων απαιτεί χρόνο, κόπο και ψυχραιμία. Η προπαγάνδα έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, προσφέροντας έτοιμα, υπεραπλουστευμένα,  σχηματικά αφηγήματα που «κουμπώνουν» με τέλεια μεροληψία πάνω στις προκαταλήψεις μας.

Το συναίσθημα μετατρέπεται έτσι στην πιο επικίνδυνη ψυχολογική συντόμευση. Όταν μια πολιτική καμπάνια καταφέρει να ενεργοποιήσει τον φόβο ή την οργή, η λογική τίθεται αυτομάτως εκτός λειτουργίας. Τα τεκμήρια περιττεύουν, τα γεγονότα διαστρεβλώνονται και η αλήθεια κακοποιείται, καθώς ο πολίτης δεν αναζητά πλέον την ορθότητα, αλλά την ενδόμυχη παρόρμηση για εκδίκηση.

Ο Ψυχικός Πόνος ως Πολιτικό Καύσιμο

Αν, όμως, μείνουμε μόνο στην επιφάνεια της προπαγάνδας, χάνουμε το πιο ουσιαστικό κομμάτι του παζλ. Η προπαγάνδα δεν μπορεί να ριζώσει σε ένα έδαφος που δεν είναι ήδη γόνιμο. Και το έδαφος της σύγχρονης κοινωνίας είναι βαθιά οργωμένο από ματαιώσεις.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με μια σειρά από διαψεύσεις: οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική περιθωριοποίηση, επαγγελματικά αδιέξοδα και, πάνω από όλα, μια διάχυτη κρίση νοήματος. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το άτομο νιώθει ανίσχυρο, απομονωμένο και ανίκανο να ελέγξει τη μοίρα του. Αυτή η υπαρξιακή απειλή γεννά έναν βαθύ ψυχικό πόνο.

Εδώ ακριβώς συντελείται η μεγάλη ψυχολογική ανατροπή: η πολιτική εχθροπάθεια προσφέρεται ως ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός —αν και τοξικός— μηχανισμός άμυνας απέναντι σε αυτή τη ματαίωση. Η εχθρότητα προς τον «άλλο, τον διαφορετικό, τον ετερόγνωμο» μετατρέπεται σε υπαρξιακό στήριγμα μέσα από τρεις βασικές λειτουργίες:

Πρώτον, τη μετάθεση της ευθύνης. Είναι ασύλληπτα επώδυνο για τον εγωισμό και τον ψυχισμό ενός ανθρώπου να αποδεχτεί ότι για τις ψυχικές ματαιώσεις, τις κοινωνικές αποτυχίες ή τα αδιέξοδά του μπορεί να ευθύνεται ο ίδιος ή, έστω, η τυφλή πολυπλοκότητα των κοινωνικών δομών. Είναι πολύ πιο ανακουφιστικό να βρεθεί ένας συγκεκριμένος, ορατός «εχθρός». Το αντίπαλο κόμμα, οι ελίτ, οι μετανάστες, οι «άλλοι» γίνονται ο τέλειος αποδιοπομπαίος τράγος. Όλος ο εσωτερικευμένος θυμός για την προσωπική αποτυχία εξωτερικεύεται και μεταμορφώνεται σε «ιερή» πολιτική αγανάκτηση.

Δεύτερον, την ανάγκη του ανήκειν. Η ματαίωση τρέφεται από τη μοναξιά. Όταν όμως το άτομο εντάσσεται σε μια πολιτική «στρατιά», η απομόνωση δίνει τη θέση της στη συντροφικότητα. Το να μισείς τον ίδιο πολιτικό «εχθρό» με χιλιάδες άλλους δημιουργεί έναν ισχυρότατο κοινωνικό δεσμό, μια συλλογική ταυτότητα. Την ταυτότητα της ομαδικής πωρωμένης εμπάθειας. Η ταυτότητα όμως αυτή βεβαίως είναι απολύτως περιστασιακή και ευκαιριακή. Κατά τα άλλα οι κομματικοί σύντροφοι ενδέχεται να αλληλοπεριφρονούνται μέχρι θανάτου. Μέσω όμως του κοινού μίσους ο ματαιωμένος πολίτης δεν είναι πια ένας αποτυχημένος ή ξεχασμένος μεγαλομανής: είναι στρατιώτης σε έναν «ιερό πόλεμο» για το καλό της πατρίδας, της τάξης ή της ιδεολογίας του. Η άγευστη ζωή του αποκτά ξαφνικά το νόημα που της έλειπε.

Τρίτον, την ψευδαίσθηση της ισχύος. Το συναίσθημα της ματαίωσης είναι παθητικό και παραλυτικό. Αντίθετα, ο θυμός και η επιθετικότητα είναι συναισθήματα ενεργητικά. Όταν κάποιος φανατίζεται και επιτίθεται —είτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε στον δρόμο— στον πολιτικό του αντίπαλο, βιώνει μια στιγμιαία έκρηξη υπερίσχυσης. Η αίσθηση της αδυναμίας εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από την ψευδαίσθηση ότι ελέγχει τις εξελίξεις, ότι τιμωρεί το «κακό» και επιβάλλει τη δικαιοσύνη.

Η Προπαγάνδα Στοχεύει στις Πληγές

Οι σύγχρονοι επικοινωνιολόγοι και οι λαϊκιστές ηγέτες δεν είναι ανόητοι. Γνωρίζουν άριστα αυτή την ψυχολογική αρχιτεκτονική. Η διχαστική προπαγάνδα που ασκούν δεν απευθύνεται στο μυαλό, αλλά στις πληγές των ανθρώπων. Δεν προσπαθεί να πείσει με επιχειρήματα, αλλά να προσφέρει ψυχολογική ανακούφιση.

Όταν ένας πολιτικός λόγος επενδύει στη ρητορική του μίσους και του αποκλεισμού, στην πραγματικότητα πουλάει «φάρμακο» για την πληγωμένη αξιοπρέπεια των ματαιωμένων πολιτών. Στήνει ένα σκηνικό όπου ο καθημερινός, τρομαγμένος άνθρωπος μπορεί να νιώσει ήρωας. Αυτός είναι ο λόγος που η παραπληροφόρηση και τα fake news είναι τόσο ανθεκτικά στην κριτική: οι άνθρωποι τα πιστεύουν όχι επειδή είναι ανόητοι, αλλά επειδή έχουν ανάγκη να τα πιστέψουν για να μην καταρρεύσει τελείως το υπαρξιακό τους οικοδόμημα.

Το Τίμημα για τη Δημοκρατία

Αυτή η μετατόπιση της πολιτικής από το πεδίο των ιδεών στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους για τη δημοκρατία. Όταν η εχθροπάθεια γίνεται υπαρξιακό στήριγμα, η γεφύρωση των διαφωνιών και η συνδιαλλαγή —που αποτελεί το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος— θεωρείται προδοσία. Ο πολιτικός αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται ως ένας συμπολίτης με διαφορετική άποψη, αλλά ως ένα υπαρξιακό μίασμα που πρέπει να εξοντωθεί.

Η δημοκρατία προϋποθέτει έλλογους πολίτες ικανούς για αυτοκριτική και διάλογο. Όταν όμως η κάλπη μετατρέπεται σε ένα απέραντο ψυχοθεραπευτήριο εκτόνωσης συμπλεγμάτων και προσωπικών διαψεύσεων, το πολίτευμα εκφυλίζεται σε μια αρένα τυφλών συγκρούσεων.

Για να αντιμετωπιστεί αυτός ο κατήφορος, δεν αρκεί πλέον η απλή κατάρριψη των ψευδών ειδήσεων (fact-checking) ούτε οι εκκλήσεις για μετριοπάθεια. Απαιτείται μια βαθιά κατανόηση των κοινωνικών αιτιών που γεννούν τη ματαίωση. Όσο οι κοινωνίες μας παράγουν στρατιές απελπισμένων, απομονωμένων και διαψευσμένων ανθρώπων, τόσο η αγορά της διχαστικής προπαγάνδας θα ευημερεί, προσφέροντας τοξικό μίσος σαν φτηνό υποκατάστατο ζωής και νοήματος. Η θεραπεία της δημοκρατίας περνά, αναγκαστικά, μέσα από την επούλωση των πραγματικών ή φαντασιακών πληγών των πολιτών της.