Η Ιερή Συμμαχία Των Υπερχρεώσεων: Πώς Κράτος Και Τράπεζες «Στραγγαλίζουν» Τον Έλληνα Πολίτη Του Σπύρου Άνδρεϊτς
Στην εποχή της ψηφιακής μετάβασης ή, ακόμη πιο καίρια, στο απόγειο του ψηφιακού καταναγκασμού, η Ελλάδα βιώνει ένα οικονομικό παράδοξο που θα μπορούσε να διδάσκεται σε διεθνή φόρουμ ως το απόλυτο υπόδειγμα «αιχμάλωτης αγοράς». Ενώ ο επίσημος δημόσιος λόγος αναλώνεται σε θριαμβολογίες για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, την εξυγίανση των ισολογισμών και την επιστροφή στην κανονικότητα, η καθημερινή πραγματικότητα για εκατομμύρια πολίτες και εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις συντίθεται από μια σειρά θεσμοθετημένων εκβιασμών, ληστρικών προμηθειών και μιας προκλητικής ασυλίας κέρδους. Πρόκειται για μια ιδιότυπη και σκοτεινή σύμπραξη, όπου το κράτος φαίνεται να εγκαταλείπει τον παραδοσιακό ρυθμιστικό και προστατευτικό του ρόλο, μετατρεπόμενο σε έναν άτυπο αλλά αποτελεσματικό διαμεσολαβητή των τραπεζικών συμφερόντων.
Η Μεγάλη Επιτοκιακή Ληστεία και το «Spread» της Ντροπής
Το πρώτο και πλέον εξόφθαλμο σημείο τριβής είναι η χαοτική απόσταση μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και των επιτοκίων καταθέσεων. Καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα επέδειξαν μια αντανακλαστική, σχεδόν ακαριαία ταχύτητα στην αύξηση του κόστους δανεισμού. Αντιθέτως, όσον αφορά τις καταθέσεις ταμιευτηρίου, η «κώφωση και η τύφλωση» υπήρξε απόλυτη και προκλητική.
Με τα επιτόκια καταθέσεων (Ταμιευτηρίου/Όψεως) καθηλωμένα σε επίπεδα που αγγίζουν το μηδέν (0,01% – 0,03%), οι τράπεζες ουσιαστικά δανείζονται δωρεάν το υστέρημα του πολίτη. Το ίδιο ακριβώς κεφάλαιο, στη συνέχεια, το επαναδανείζουν στην αγορά με επιτόκια που, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις συχνά ξεπερνούν το 8% ή και το 10%. και για τα καταναλωτικά δάνεια, ιδίως για πιστωτικές κάρτες, το επιτόκιο εκτοξεύεται συχνά στο 16% – 19%. Αυτό το επιτοκιακό περιθώριο (spread) παραμένει σταθερά ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα; Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες καταγράφουν καθαρά κέρδη-μαμούθ, για τα οποία για το τρέχον έτος (2025/2026), οι εκτιμήσεις των αναλυτών και οι στόχοι των ίδιων των διοικήσεων παραμένουν στην περιοχή των 4,4 – 4,6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για μια βίαιη και μεθοδευμένη αναδιανομή πλούτου από τη βάση της κοινωνίας προς τα τραπεζικά θησαυροφυλάκια, η οποία διεξάγεται υπό την πλήρη ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση, της πολιτείας.
Η Ψηφιακή Αγγαρεία: Ο Πελάτης ως Άμισθος Υπάλληλος
Η βίαιη μετάβαση στο e-banking και την αποκλειστικά ψηφιακή οικονομία πλασαρίστηκε στον δημόσιο διάλογο ως το αποκορύφωμα του εκσυγχρονισμού. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε το τέλειο πρόσχημα για τη δραστική μείωση του λειτουργικού κόστους των τραπεζών, μεταφέροντας το βάρος της εκτέλεσης των εργασιών στον ίδιο τον πελάτη. Μέσω των διαδοχικών «εθελουσίων εξόδων» προσωπικού και του κλεισίματος εκατοντάδων υποκαταστημάτων —αφήνοντας ολόκληρες γεωγραφικές περιφέρειες χωρίς φυσική τραπεζική παρουσία— οι τράπεζες επέβαλαν ένα καθεστώς ψηφιακής αγγαρείας.
Ο πολίτης σήμερα εκτελεί κανονικά χρέη τραπεζικού υπαλλήλου: καταχωρεί δεδομένα, εκτελεί πληρωμές, διαχειρίζεται το ψηφιακό του προφίλ και επιλύει μόνος του τεχνικά προβλήματα. Το εξωφρενικό είναι ότι για όλες αυτές τις υπηρεσίες, τις οποίες παρέχει ο ίδιος ο χρήστης εξοικονομώντας πόρους για την τράπεζα, συνεχίζει να χρεώνεται με υψηλότατες προμήθειες. Η ΕΠΙΒΟΛΗ “ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΔΙΟΔΙΩΝ” ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΣΥΝΙΣΤΑ ΜΙΑ ΑΚΡΑΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ. Σε μια χώρα όπου η χρήση του τραπεζικού συστήματος είναι πλέον υποχρεωτική από τον νόμο, η χρέωση ακόμη και των πιο απλών συναλλαγών μετατρέπει τις τράπεζες σε “ιδιωτικούς φοροεισπράκτορες” εις βάρος του πολίτη. Κι επιπρόσθετα, ενώ πριν από λίγες δεκαετίες ο Έλληνας μικροκαταθέτης έβλεπε το κεφάλαιό του να αυξάνεται σημαντικά μέσω του ανατοκισμού —με επιτόκια που επέτρεπαν τη δημιουργία οικογενειακού αποταμιεύματος — σήμερα η κατάθεση σε τράπεζα έχει αντιθέτως μετατραπεί σε “τιμωρία”, με τα μηδενικά επιτόκια να εξαϋλώνουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Το Τρίγωνο του Εκβιασμού: POS, Λογαριασμοί και Πάροχοι
Εκεί όμως που η «αρμονική συνεργασία» κράτους και τραπεζών γίνεται πραγματικά πνιγηρή, είναι στο πεδίο της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Με το πρόσχημα της πάταξης της φοροδιαφυγής, η πολιτεία επέβαλε την καθολική χρήση POS και τη διασύνδεσή τους με τις ταμειακές μηχανές. Ωστόσο, αντί να διασφαλίσει ένα περιβάλλον χαμηλού ή μηδενικού κόστους για αυτή την υποχρεωτική μετάβαση, παρέδωσε τους επαγγελματίες βορά στις ορέξεις των τραπεζών και των παρόχων λογισμικού.
Οι «επαγγελματικοί λογαριασμοί» αποτελούν ένα νομικό εφεύρημα που υποχρεώνει τον επαγγελματία να καταβάλλει ετήσια συνδρομή από 70 έως και 100 ευρώ, χωρίς την παραμικρή ανταποδοτικότητα ή παροχή υπηρεσίας. Παράλληλα, οι πάροχοι ηλεκτρονικής τιμολόγησης, λειτουργώντας σε μια αγορά «χειροπόδαρα εξαναγκασμένων» από το κράτος πελατών, έχουν σχεδόν διπλασιάσει τις χρεώσεις τους μέσα σε δύο έτη. Ο επαγγελματίας βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα τρίγωνο εκβιασμού: αν δεν υποκύψει στις απαιτήσεις των τραπεζών και των παρόχων, αντιμετωπίζει εξοντωτικά πρόστιμα από την ΑΑΔΕ. Πρόκειται για μια κερδοσκοπία με κρατική σφραγίδα και εγγύηση, όπου ο τζίρος της μικρής επιχείρησης «ροκανίζεται» πολλαπλώς από μεσάζοντες πριν καν φτάσει στο ταμείο.
Η Παραδοξότητα της Πολιτικής Αφωνίας
Σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αυτό το πλέγμα αδικιών θα αποτελούσε την αιχμή του δόρατος της αντιπολιτευτικής ρητορικής. Στην Ελλάδα, ωστόσο, παρατηρούμε μια ένοχη σιωπή ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια σειρά από χλιαρές και τυποποιημένες ανακοινώσεις που δεν αγγίζουν την ουσία του προβλήματος. Γιατί τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν στηλιτεύουν με την πρέπουσα ένταση αυτές τις κραυγαλέες κι εξουθενωτικές αδικίες;
Η εξήγηση είναι πολυεπίπεδη και κυνική. Πρώτον, η πολιτική ομηρία μέσω των υπέρογκων κομματικών χρεών προς τις συστημικές τράπεζες δημιουργεί μια σχέση «αμοιβαίας κατανόησης» που φιμώνει κάθε πραγματική διάθεση σύγκρουσης. Δεύτερον, υπάρχει η βαριά σκιά της συνυπευθυνότητας: τα περισσότερα κόμματα εξουσίας διαχειρίστηκαν τις τύχες των τραπεζών κατά τη διάρκεια της κρίσης και υπέγραψαν τις νομοθετικές πράξεις που θωράκισαν το σύστημα έναντι του πολίτη. Τρίτον, επικρατεί ένας άρρητος φόβος απέναντι στο παραπειστικό σκιάχτρο της λεγόμενης «συστημικής αστάθειας». Η αντιπολίτευση, φοβούμενη μη χαρακτηριστεί «ανεύθυνη» από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, επιλέγει να ψελλίζει γενικόλογες επικρίσεις, αφήνοντας τον μέσο Έλληνα χωρίς ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση απέναντι στο τραπεζικό καρτέλ.
Η Ηθική Διάσταση: Μνήμη και Ηθικό Χρέος
Δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κρατήθηκε στη ζωή με το «αίμα» και τις θυσίες του Έλληνα φορολογούμενου. Οι αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις και η κρατική στήριξη χρηματοδοτήθηκαν από το υστέρημα μιας κοινωνίας που βίωνε τη βαθύτερη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Σήμερα, όμως, αυτές οι ίδιες τράπεζες, απαλλαγμένες από τα βάρη του παρελθόντος και προστατευμένες από το σκανδαλώδες καθεστώς της «αναβαλλόμενης φορολογίας» —που τους επιτρέπει να εμφανίζουν δισεκατομμύρια κέρδη χωρίς να αποδίδουν ουσιαστικά φόρους— επιδεικνύουν μια παροιμιώδη ηθική αχαριστία. Με απλά λόγια, οι τράπεζες μετατρέπουν τα λογιστικά τους βάρη σε κεφαλαιακό πλεονέκτημα. Εμφανίζουν κέρδη-μαμούθ, τα οποία όμως παραμένουν ουσιαστικά αφορολόγητα, την ίδια ώρα που ο απλός πολίτης και η μικρή επιχείρηση εξαντλούνται από την υπερφορολόγηση και την προκαταβολή φόρου.
Αντί να επιστρέψουν μέρος της κερδοφορίας τους στην κοινωνία μέσω λογικών επιτοκίων και μείωσης του κόστους συναλλαγών, λειτουργούν ως ο ιδιωτικός φοροεισπρακτικός βραχίονας ενός κράτους που φαίνεται να έχει εκχωρήσει την κυριαρχία του στους τραπεζίτες. Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς άδικη! Είναι οικονομικά αυτοκαταστροφική. Μια οικονομία όπου το κεφάλαιο «λιμνάζει» στις τράπεζες χωρίς να τροφοδοτεί την πραγματική αγορά με λογικό κόστος, είναι μια οικονομία χωρίς μέλλον.
Επίλογος: Η Ανάγκη για μια Νέα Κοινωνική Συμφωνία
Η κυβέρνηση και κάθε κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής και μεσίτης ιδιωτικών συμφερόντων. Απαιτείται άμεση παρέμβαση: φορολόγηση των υπερκερδών, επιβολή πλαφόν στις προμήθειες και ουσιαστικός έλεγχος των παρόχων που εκμεταλλεύονται τον κρατικό καταναγκασμό. Παράλληλα, η αντιπολίτευση οφείλει να ανακτήσει τη φωνή της και να σταματήσει να είναι ο παθητικός θεατής ενός δράματος όπου ο πολίτης είναι ο μόνος που πληρώνει το μάρμαρο.
Αν η «ψηφιακή επανάσταση» και ο «εκσυγχρονισμός» σημαίνουν απλώς την αυτοματοποίηση της καταλήστευσης του πολίτη, τότε δεν βιώνουμε πρόοδο, αλλά έναν νέο, ψηφιακό φεουδαρχισμό με κρατική σφραγίδα. Ο Έλληνας πολίτης δεν ζητά χάρες. Ζητά το αυτονόητο: να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ο ισόβιος αιμοδότης ενός συστήματος που, ενώ το έσωσε ο ίδιος, τώρα του γυρνά επιδεικτικά την πλάτη, απαιτώντας μάλιστα και προκλητικά αυξημένες προμήθειες αποπάνω.

