Ποίηση στον Πλου σαν Μπουάτ του ’70. Γράφει ο Κώστας Βέργος
Είπα ότι πάω στον ‘Πλου’, όπου ο Βασίλης Πανδής και ο Νίκος Κωσταγιόλας, νέοι ποιητές οι ίδιοι, διαβάζουν ποιήματα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Ελλήνων ποιητών. Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μίλτος Σαχτούρης, Ε. Χ. Γονατάς, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καρούζος, Δ. Π. Παπαδίτσας, Έκτωρ Κακναβάτος. Με κοίταξε ο γείτονας παράξενα, σαν να μου έλεγε: «μα διαβάζουν ακόμη σήμερα ποίηση οι άνθρωποι;»
«Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα/ έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη θάλασσα/ στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο/ κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν στον αφρό/ κι ὁ καπετάνιος ζωντανός/ κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε./ Είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα/ και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού/ ὁ πατέρας μου και ἡ μητέρα μου/ κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε/ τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουν/ έχουν ξεχάσει να διαβάζουν/ λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον/ και συ μου είπες ψέματα/ στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού κρανίου με ξεγέλασες/ γι αυτό κι εγώ σε γέλασα και με πιστέψατε/ κατάρα με τις εφτά σκιές/ πάντα θα γράφω ποιήματα.»
Είναι ένα ποίημα, ‘Τα Γράμματα’, από την συλλογή ‘Χρωμοτραύματα’, 1980, του Μίλτου Σαχτούρη. Ο ποιητής «πάντα θα γράφει ποιήματα» κι ας γράφει στον πρώτο και στον έβδομο στίχο «θα πάψω να γράφω ποιήματα». Κι ο κόσμος πάντα θα διαβάζει ποιήματα, κι ας κοιτάζει παράξενα τους ποιητές, κι ας κοιτάζει ακόμη πιο παράξενα αυτούς που πάνε να ακούσουν τις απαγγελίες των ποιημάτων τους.
Γνώρισα τον Μίλτο Σαχτούρη το 1982. Έμενε σε ένα λιτό διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία στην πλατεία Αμερικής, Αθήνα, Πατησίων και Μηθύμνης – με είσοδο από την Μηθύμνης. Μας διάβασε ένα ή δύο ποιήματά του. Δεν θυμάμαι ποιά, θυμάμαι όμως την μακρόσυρτη βαριά φωνή του. Διαβάσαμε κι εμείς. Απαγγείλαμε ο καθένας μας, καθεμία από ένα ποίημα που διαλέξαμε εμείς.
Ήξερε ο Σαχτούρης τότε ότι είχε περάσει ο καιρός κατά τον οποίο οι άνθρωποι διάβαζαν ποιήματα και τα περίμεναν όλα από τους ποιητές. Στην διάρκεια της δικτατορίας, 1967-1974, οι δημοκρατικοί πολίτες ανέπνεαν την ποίηση σαν τον αέρα της ελευθερίας. Στα πρώτα χρόνια, όμως, παλιά ποίηση, γιατί καινούρια δεν παραγόταν. Οι λογοτέχνες είχαν αποφασίσει να διαμαρτυρηθούν δια της σιωπής απέναντι στην χούντα που τους επέβαλε την «προληπτική λογοκρισία». Ήταν η ονομασθείσα «σιωπή των διανοουμένων».
Αρνούντο οι Έλληνες ποιητές και πεζογράφοι να υποβάλουν τα έργα τους στην διαδικασία της λογοκρισίας. Το 1969, ο Ρένος Αποστολίδης, ικανός συγγραφέας και ικανότατος κριτικός αλλά συνάμα (λόγω ιδιόρρυθμου χαρακτήρα) αμφιλεγόμενης δημοκρατικότητας, σπάει αυθαίρετα την σιωπή των λογοτεχνών κατά της χούντας, επιχειρώντας να δημοσιεύει μια ανθολογία χωρίς να ρωτήσει τους ανθολογούμενους ποιητές και πεζογράφους – νομίζοντας ότι προσφέρει έτσι σε μια κοινή υπόθεση. Να θυμίσουμε ότι είναι η εποχή κατά την οποία ο Σεφέρης – που είναι ο πρώτος των 18 των «Δεκαοχτώ Κειμένων» – κάνει την ιστορική δήλωση κατά της χούντας με κατακλείδα «και τώρα επιστρέφω στην σιωπή μου».
Από την αντίδραση που προέκυψε κατά του Αποστολίδη, αλλά και (απ’ ό,τι δήλωσε κι ο ίδιος ο Ρένος σε τηλ. εκπομπή την δεκαετία του 1990) από την διάρρηξη της συγκυριακής συμβουλευτικής σχέσης Αποστολίδη-χούντας, το εγχείρημα της ανθολογίας αυτής ναυάγησε. Αυτό που προέκυψε, όμως, ήταν μια χαλάρωση της λογοκρισίας. Για να δοκιμάσουν την χαλάρωση αυτή στην πράξη, κάποιοι θαρραλέοι λογοτέχνες (με αρκετές, πρέπει να πούμε, αρνήσεις ομοτέχνων τους, λόγω του φόβου των πιθανών συνεπειών, απολύσεων και διώξεων, αλλά και με αρκετή αυτολογοκρισία) αποφασίζουν την έκδοση των «Κειμένων».
Εναπόθεταν τις ελπίδες τους στους ποιητές οι δημοκρατικοί πολίτες. Νόμιζαν ότι έτσι θα είναι μετά την δικτατορία ο κόσμος. Η εντύπωση αυτή κράτησε λίγο. Η ποίηση επιβίωσε, αλλά μόνο ως μια διαλεχτή μειοψηφία ελεύθερης σκέψης. Όσο για τα «Δεκαοχτώ Κείμενα», εκδοθέντα από τις Εκδόσεις Κέδρος, το 1970, έγιναν ανάρπαστα κατά χιλιάδες αντιτύπων τα αμέσως επόμενα χρόνια. Και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στο δικό του κείμενο, θα παρέθετε το ποίημα «Ο Στόχος», με αρκετή αυτολογοκρισία:
«Το θέμα είναι τώρα τί λες/ Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε/ Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ/ Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας/ Το θέμα είναι τώρα τί λες.»
Μετά τα «Δεκαοχτώ Κείμενα», θα ακολουθούσαν, σύντομα και στο ίδιο πνεύμα, τα «Νέα Κείμενα 1», τα «Νέα Κείμενα 2», τα 8 τεύχη του περιοδικού «Η Συνέχεια», η «Κατάθεση ’71», η «Κατάθεση ’72», οι «Νέοι Ποιητές», συλλογικές εκδόσεις της περιόδου 1970-1974, κίνημα βαθειά πνευματικό, βαθύτατα πολιτικό. Μόνο που το κίνημα κράτησε λίγο. Είναι σαν με την μεταπολίτευση να άλλαξαν οι προτεραιότητες. Με τον Βασίλη και τον Νίκο στην διαλεχτή μειοψηφία και τον Πλου σαν μπουάτ του ’70.

