Τώρα που βρήκαμε παπά… Γράφει ο Γιάννης Ρεβύθης
Στο άλσος της Γαρίτσας, στην καρδιά της Κέρκυρας, ζούμε ακόμη ένα παράδοξο που μόνο στη χώρα μας θα μπορούσε να συμβεί.
Οι επαγγελματίες της εστίασης που δραστηριοποιούνται στην περιοχή βρέθηκαν το τελευταίο διάστημα αντιμέτωποι με καταιγισμό προστίμων. Όχι για ψιλά, αλλά για ποσά που φτάνουν ή και ξεπερνούν τις δέκα και δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο τα ίδια τα πρόστιμα. Είναι το ποιος τελικά έχει την αρμοδιότητα για τη διαχείριση του χώρου.
Από τη μία πλευρά το Δασαρχείο υποστηρίζει ότι το άλσος αποτελεί δασική έκταση και άρα βρίσκεται στη δική του δικαιοδοσία. Από την άλλη, ο Δήμος Κεντρικής Κέρκυρας επιμένει ότι επί δεκαετίες εκείνος παραχωρούσε άδειες και ρύθμιζε τους όρους λειτουργίας.
Στη μέση αυτής της θεσμικής αντιπαράθεσης βρίσκεται ο Κερκυραίος επαγγελματίας.
Ο άνθρωπος που έχει επενδύσει σε ένα κατάστημα, που πληρώνει φόρους και δημοτικά τέλη, που στηρίζει την τοπική οικονομία και δίνει δουλειά σε συμπολίτες μας.
Αυτός είναι που σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα μιας χρόνιας ασαφούς κατάστασης και της αδυναμίας των αρχών να ξεκαθαρίσουν, μια και καλή, ποιος έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη Γαρίτσα.
Η υπόθεση όμως αυτή δεν είναι ένα απλό τοπικό επεισόδιο. Είναι αντανάκλαση μιας ευρύτερης παθογένειας του ελληνικού κράτους, όπου δύο φορείς διεκδικούν την ίδια αρμοδιότητα και αντί να λύνουν το πρόβλημα, φορτώνουν το βάρος στον πολίτη.
Γιατί στο τέλος, ούτε το Δασαρχείο ούτε ο Δήμος πληρώνουν. Πληρώνει μόνο ο επαγγελματίας της Γαρίτσας, που νιώθει αβοήθητος.
Κι αν ισχύει το «τώρα που βρήκαμε παπά ας θάψουμε πέντε-έξι», στην Κέρκυρα φαίνεται πως οι επαγγελματίες της Γαρίτσας είναι αυτοί που μπαίνουν καθημερινά στο μνήμα της σύγχυσης των αρμοδιοτήτων και των δυσβάσταχτων προστίμων.

