Το Τάμα τού Πάππου του Γιάννη Ρεβύθη
Α.. Όλα κι όλα. Εσείς κάντε τη δουλειά σας και να με αφήσετε ήσυχο, ακούστηκε μια βαριά φωνή από το βάθος της κουζίνας.
“Α όλα κι όλα”. Αυτή η φράση, αυτό ηταν το χαρακτηριστικό σημάδι, που σήμαινε οτι ο πάππους ο Γιάννης ηταν πλέον στον δικό του κόσμο και δεν δέχονταν κουβέντα.
Αυτός ο ήσυχος, ο ήρεμος, ο μειλίχιος ο πάντα χαμογελαστός άνθρωπος, ο τόσο αγαπητός σε ολο το χωριό, τον είχαν άλλωστε ψηφίσει πρόσφατα, για πρόεδρο της κοινότητας, κάθε τέτοια μέρα στις έξι (6) του Αυγούστου δεν δεχόταν κουβέντα.
Ηταν του “Παντοκρατόρου” και όλοι στο σπίτι γνωρίζαμε οτι αυτή η μέρα ανήκε ολοκληρωτικά στον πάππου τον Γιάννη.
Κανείς δεν τολμούσε να του αντισταθεί. Και πως να το τολμήσει, οταν αυτή η ιεροτελεστία που θα ακολουθούσε κρατούσε τόσα χρόνια. Καί όταν κανείς τον ρωτούσε γιατί ολα αυτά, η απάντηση του ήταν κάθε χρόνο, ίδια μονότονη .
- Εγω ολο τον χρόνο σας ενοχλώ; Δεν σας αφήνω να κάνετε οτι θέλετε; Αφήστε και για μένα μία μέρα το χρόνο. Το έχω τάμα!
Το εχω “τάμα” μας έλεγε κοφτά χωρίς όμως να μας λέει ποιό ειναι αυτό το “τάμα”.
Είχε σηκωθεί μαζί του η νόνα η Αγαθή και ακούγοντας τον να γκρινιάζει, έφευγε απο κοντά του μουρμουρίζοντας, κρατώντας το μπουρούκι, με το άδειο πήλινο φλυτζάνι του καφέ στο ένα χέρι και το μικρό ξύλινο μπαγκούλι στο άλλο.
Μόλις που είχε προλάβει να βάλει και μια σταλιά ούζο στον καφέ της. Τι περίεργο αλήθεια!
Ποτέ δεν έπινε αλκοόλ. Άντε να πιεί λίγο κρασί το χειμώνα έτσι, για να συνοδεύσει τα αγριολάχανα που είχε κόψει, ξεπλύνει και μαγειρέψει μόνη της, όταν καθόταν για να τα απολαύσει δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
Αλλά, το ούζο μέσα στον καφέ ηταν το απαραίτητο συμπλήρωμα, κάθε πρωί.
– Κάτσε μόνος σου και κάνε ότι θέλεις, αλλά σε αυτό το σπίτι δεν ζείς μόνος σου και δεν τρώς μόνο εσύ. Θα φάνε κι οι άλλοι το μεσημέρι.
– Κοίταξε, συνέχισε, τουλάχιστον να μη το κάνεις λύσσα και τάραμα για να μπορούμε να το βάλουμε κι εμείς στο στόμα μας. Και να μη πεθάνουμε απο την καούρα, συνέχισε η νόνα.Τουλάχιστον πριν ξεκινήσεις το μαγείρεμα, πήγαινε να ανοίξεις το κοτέτσι. Θα ψοφήσουνε οι κότες έτσι κλεισμένες που είναι όλη νύχτα και με αυτή τη ζέστη εκει μέσα στο κοτέτσι!
Ξημέρωσε λοιπόν η μέρα του Παντοκρατόρου, και όπως το είχε συνήθειο ο πάππους είχε ξυπνήσει απο τα ξημερώματα. Ειχε σηκωθεί νωρίς απο το κρεβάτι, πρίν ακόμα βγεί ο Αυγουστιάτικος ήλιος. Τεντώθηκε καλά καλά οπως το είχε συνήθειο, περπάτησε κάτω απο το μικρό ξύλινο υπόστεγο, βαριεστημένα, με τις τσίμπλες ακόμα στα μάτια και στάθηκε στην αυλή.
Εκεί ήταν κρεμασμένη η μαντεμένια βρύση στερεωμένη πάνω σε μια γαρδινιέρα, με το γάντζο καρφωμένο στον τοίχο και ετοιμαζόταν να πλυθεί και να ξυριστεί.
Ξέρετε ηταν μιά απο αυτές αυτές τις λαμαρινένιες η μαντεμένιες, χειροποίητες μεταφερόμενες βρύσες, με το μικρό τεπόζιτο. Τις στερεώνανε στον τοίχο τις γεμίζανε με νερό και αυτή η μικρή χειροποίητη βρυση έκανε χρέη .. μπανιέρας. Την είχε αγοράσει μας έλεγε απο την Οβριακή πιο κάτω απο του Μπακόλα και ηταν ..εγγυημένη.
Κάτω από τη βρύση ήταν ενα μικρό μαστέλο. Χρησίμευε για να μαζεύει το νερό που έπεφτε από τη βρύση και ετσι δεν πήγαινε ουτε σταγόνα νερό χαμένη.
Βάζει λοιπόν το κεφάλι κάτω απο τη βρύση, ανοίγει το μαντεμένιο διακόπτη της βρύσης και πουθενά νερό. Είχαν ξεχάσει να βάλουν νερό οπως προέβλεπε το…πρωτόκολλο από το προηγούμενο βράδυ.
Ηταν έτοιμος να βάλει τις φωνές αλλά ευτυχώς, δίπλα του ηταν το μπουγέλο, γεμάτο με νερό. Το σήκωσε μουρμουρίζοντας και το άδειασε μέχρι που γέμισε η βρύση.
– Αν δεν βαλω το χέρι μου δεν γίνεται τίποτα σε αυτό το σπίτι μουρμούριζε νευριασμένος!
– Σιγά μη σου πεσει η μέση. Λες κι εσύ το έφερες απο το πηγάδι. Εσύ εχεις κρατημάρα να το γεμίσεις, του ανταπάντησε η Νόνα απο την άλλη άκρη της κουζίνας.
Δεν το συνέχισε ο παππούς. Το ήξερε πως δεν θα έβγαζε άκρη.
Έβαλε λίγο νερό στο μπρίκι για να το ζεστάνει, το άδειασε στην πίντα με το τριμμένο σαπούνι, πήρε το πινέλο ξυρίσματος το ανακάτεψε καλά, καλά και έτοιμη η σαπουνάδα για το ξύρισμα. Ειχε φροντίσει να έχει καινούργιο ξυραφάκι ASTOR, το κρατούσε για τις γιορτινές μέρες και ήταν έτοιμος, πλυμμένος φρέσκος και ξυρισμένος. Έτοιμος για να ξεκινήσει την ιεροτελεστία της σκορδαλιάς του Παντοκρατόρου.
Η σκορδαλιά ηταν η πρώτη πράξη απο το Τάμα.
Η σκορδαλιά πού για τον πάππου τόν Γιάννη δεν ήταν μία απλή υπόθεση.
– Η σκορδαλιά ελεγε, θέλει τέχνη, θέλει υπομονή και μεράκι. Δεν αρκούν τα υλικά. Οσο καλά υλικά κι αν έχεις αν δεν τα χρησιμοποιείς σωστά μαζί με το γουδί και το γουδοχέρι, τότε θα κάνεις κορονιά και όχι σκορδαλιά.
Βέβαια όταν του ζητούσαν να αποκαλύψει τα μυστικά της “τέχνης” του σώπαινε, η άλλαζε την κουβέντα.
Είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ τις πατάτες. Τις είχε “φυτέψει” και τις είχε βγάλει ο ίδιος από το χωράφι στης κουκουλένιας και είχε φροντίσει να αγοράσει απο τον Μήτσο αρκετές σκελίδες σκόρδο. Αυτή τη χρονιά είχε χαλάσει το δικό του σκόρδο το είχανε φάει τα ζιζάνιο έλεγε για αυτό και ηταν αναγκασμένος να τα αγοράσει.
Ολα ήταν έτοιμα.
Το πέτρινο γουδί και το ξύλινο γουδοχέρι ήταν ακουμπισμένα στο τσιμεντένιο πεζούλι στην αυλή. Το ξύλινο μπαγκούλι ήταν δίπλα και το μικρό χειροποίητο τραπεζάκι με το μουσαμά καρφωμένο στο πάνω μέρος του τραπεζιού παραδίπλα. Πάνω στο τραπεζάκι μέσα στο μικρο νταβά ήτανε οι καθαρισμένες πατάτες και τα μεγάλα σκόρδα. Δίπλα το μποτσί με το λάδι, λιγο ξερό ψωμί, καθαρισμένο καρύδι και αλάτι. Ολα τα τα καλά υλικά στη σωστή δοσολογία.
Είχε σηκωθεί για τα καλά ο Αυγουστιάτικος ήλιος, αλλά ο παππούς ο Γιάννης εκεί. Το βιολί του!
Με το ένα του χέρι κρατούσε το γουδί μη πέσει απο το τραπεζάκι και με το άλλο χτυπούσε ρυθμικά με το γουδοχέρι τα κομμάτια από τις πατάτες και τις φλέτζες από τα σκόρδα. Κάποιες στιγμές σταματούσε έπαιρνε το μπουκάλι και έριχνε λίγο λάδι.
– Χαμήλωσε αυτό το αναθεματισμένο το ράδιο. Θα ξυπνήσεις τούς γειτόνους του φώναζε η νόνα. Θες να έχουμε κουβέντες;
– Πιο πολύ φασαρία κάνεις εσύ με τις φωνές σου και οχι το ράδιο. Την λειτουργία εχω βάλει, δεν θα πάθουνε τίποτα αν την ακούσουν. Αφού δεν πάνε στην εκκλησιά ας την ακούσουν τουλάχιστον απο το ραδιόφωνο.
Ειχε πάρει το μικρό ραδιόφωνο το Wega, με την τεράστια μπαταρία και άκουγε τη θεία λειτουργία. Του άρεσε να ψάλλει, γι αυτό πού και πού συμμετείχε κι αυτός με τη βαρειά φωνή του στο κόρο της εκκλησίας Του άρεσε να συνοδεύει τον Νιόνιο τον επίσημο ψάλτη της εκκλησίας του χωριού. Του άρεσε πολύ ελεγε, να ακούει απο το ραδιόφωνο την κυριακάτικη λειτουργία. Του άρεσαν οι ψαλτάδες, το κόρο του Αγίου.
– Αυτοί ελεγε χαμογελώντας ψάλλουν δεν γκαρίζουνε σαν τους γαιδάρους.
Συνέχιζε να χτυπά ρυθμικά με το γουδοχέρι την βραστή πατάτα με το σκόρδο και το πρόσωπο του έλαμπε. Φαινόταν καθαρά και δέν το έκρυβε πως το απολάμβανε.
Η ψαλμωδία, απο το ραδιόφωνο και ο ρυθμικός ήχος που έβγαινε απο το χτύπημα στο γουδί φαίνεται πως συνέθεταν μία μοναδική… μελωδία.
Ήταν σχεδόν έτοιμη η σκορδαλιά, απέμενε βέβαια ο βραστός μπακαλάρος με τις βραστές πατάτες και τα φασολάκια, όταν απο μακριά, σχεδόν από την πλατεία ακούστηκε η φωνή του ανηψιού του του Έκτορα.
– Τι έγινε μπάρμπα. Πως το βλέπεις; Θα φύγουμε σήμερα η αύριο;
– Έρχομαι ανηψιέ. Κάτσε να βάλω ενα βρακί της προκοπής. Αλλάζω για λίγο κι έρχομαι.
Περνώντας από την ξεχυτή για να περάσει στην κρεβατοκάμαρα να αλλάξει δεν ξέχασε…
– Αγαθή μη πειράξετε τη σκορδαλιά. Οταν θα επιστρέψω θα βάλουμε το μπακαλάρο με τις πατάτες και τα φασολάκια για βράσιμο. Το άκουσες;
– Ναίσκε ακόμα δεν κουφάθηκα. Δεν πάτε να φύγετε να ησυχάσουμε, απαντά η νόνα η Αγαθή.
– Έρχομαι Έκτορα περίμενε. Βάλε μπροστά τη μηχανή κι έρχομαι.
Ο μπάρμπας ο Γιάννης κι ο ανεψιός ο Έκτορας. Τι κι αν τους χώριζε σχεδόν μισός αιώνας, παρέμεναν δύο αχώριστοι φίλοι. Του έδενε μιά βαθειά αγνή φιλία, ένας απέραντος σεβασμός του ενός προς τον άλλο.
Ο ανιψιός ο Έκτορας, που σήμερα του Παντοκρατόρου ηταν αγκαζαρισμένος του πάππου. Σήμερα θα έκανε οπως και τα προηγούμενα χρόνια, τέτοια μέρα χρέη ταξιτζή.
Ο Έκτορας που ήταν ο μεταφορέας του χωριού. Ο μεταφορέας με το πρωτόγονο τρίκυκλο που του εξασφάλιζε τα πρός το ζην. Το χρησιμοποιούσε για τις μεταφορές των εμπορευμάτων, αλλά οταν χρειαζόταν έκανε και χρέη taxi για τις μεταφορές των ανθρώπων του χωριού.
Τι είχε κάνει;
Σε μία δίκυκλη Γερμανική BMW του 2ου παγκόσμιου πολέμου είχε προσθέσει στο εμπρός μέρος ένα σιδερενιο κουβούκλιο και στο πίσω μέρος είχε τοποθετήσει ένα λαμαρινένιο κασούνι στερεωμένο σε άλλες δύο ρόδες και έτσι το είχε μετατρέψει σε τρίκυκλο μεταφορών.
Εκτελούνται μεταφορές “Ο Έκτορας”
Δίπλα στη θέση του οδηγού ειχε προστεθεί μια σιδερένια βάση, την είχε φτιάξει ο Θωμάς ο σιδεράς του χωριού πού την χρησιμοποιούσε για κάθισμα συνοδηγού και να την! Έτοιμη η μετατροπή του τρίκυκλου και σε taxi.
– Έλα μπάρμπα φωνάζει ο ανεψιός. Κουνήσου γιατί δεν θα προλάβουμε. Έχουμε πολυ δρόμο μπροστά μας.
– Περίμενε μη σκοτωθώ… Είναι πολύ στενά εδώ μπροστά που με έβαλες Έκτορα. Περίμενε να περάσω και το άλλο μου ποδάρι στη μηχανή μη το τσακίσω και με χάσεις. Ετσι βιαστικά που φεύγουμε, μη ξεχάσουμε και τη τσάντα που έχει μέσα το αγγιό με το λάδι.
Τοποθέτησε προσεκτικά την πάνινη τσάντα με το λάδι πάνω στα γόνατα του, λάδι που το είχε βγάλει από την πίλα το προηγούμενο βράδυ και που προοριζόταν για τα καντήλια της εκκλησίας. Κρατήθηκε από την σιδερένια λαβή που κρεμόταν πάνω απο τον ώμο του και έδωσε το πρόσταγμα.
Έλα ξεκινάμε…
Όρθιος ο Έκτορας , πατάει με το ένα πόδι δυνατά την μανιβέλα πρός τα κάτω, μία, δύο, τρείς, ανοίγει και το γκάζι και κάποια στιγμή παίρνει “μπροστά” η BMW του “πολέμου”.
Δεν ηταν τυχαία η επιλογή του Έκτορα για την αγορά αυτού του τύπου μοτοσυκλέτας. Ήτανε κι αυτός παιδί της μετανάστευσης. Απο τα είκοσι δύο του χρόνια ειχε βγάλει το διαβατήριο και βρέθηκε εργάτης στις φάμπρικες της Γερμανίας.
Θυμάμαι αυτά τα υπέροχα καλοκαιρινά βράδια, του χωριού, οταν αυτός ήταν καθισμένος στο πεζούλι στο φόρο και γύρω του ολα τα παιδιά ήμασταν κρεμασμένοι κυριολεκτικά απο τα χείλη του. Μας μιλούσε για τις μεγάλες πόλεις που γνώρισε, τα τρένα που κυκλοφορούσαν, μας εξιστορούσε τις δυσκολίες της δουλειάς και γενικότερα της ζωής εκεί στην ξενιτιά και πάντα κατέληγε με τη φράση:
– Δύσκολο το ψωμί της ξενιτιάς αλλά τουλάχιστον ήταν καλό το μεροκάματο. Είναι καλύτερα τα μάρκα απο τη δραχμή.
Δούλευε και έπαιρνε, δώδεκα μάρκα την ώρα, έτσι πληρώνονται μας έλεγε στη Γερμανία. Δώδεκα μάρκα την ώρα, ποσό εξωπραγματικό για την μεταπολεμική Ελλάδα.
Για τα παιδιά του χωριού ο Έκτορας ήταν το πιο αγαπητό, το πιο προσφιλές πρόσωπο στο χωριό και η αιτία ήταν μία..η τηλεόραση. Για την ακρίβεια η συσκευή, μια τηλεόραση Philips που είχε φέρει από τη Γερμανία.
Όλοι μα όλοι οι μετανάστες στη Γερμανία, με το που ερχόταν για τις πρώτες τους διακοπές στο χωριό, απαραιτήτως θα έφερναν μαζί τους και μία τηλεόραση. Μπορεί να μην είχαν τουαλέτα στο σπίτι τους αλλά η συσκευή της τηλεόρασης δεν θα έλειπε.
Τι κι αν δεν είχαμε ρεύμα. Τι κι αν δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμα οι πομποί της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ. Σημασία είχε οτι το σπίτι διέθετε τηλεόραση. Το ωραίο ήταν ότι όταν μαζεύονταν τα καλοκαίρια οι μετανάστες στα καφενεία τσακώνονταν ποια μάρκα τηλεόρασης ήταν η καλύτερη κι ας ήταν ακόμα στο χαρτοκιβώτιο.
Την τοποθετούσαν σε ενα τραπεζάκι συνήθως στην κρεβατοκάμαρα, έστρωναν και ένα ωραία κεντημένο πανί στο πάνω μέρος της τηλεόρασης για προφύλαξη από τίς σκόνες, και μέχρι να έλθει το ηλεκτρικό ρεύμα στο χωριό, για να μπορέσει να λειτουργήσει η τηλεόραση, στόλιζε την κρεβατοκάμαρα. Συνήθως πάνω απο το κεντημένο πανί, τοποθετούσαν σε μικρά καδράκια τις φωτογραφίες του γάμου τους και της τελετής βάφτισης των παιδιών τους.
Όταν όμως ηλεκτροδοτηθηκε η περιοχή, όλοι μικροί και μεγάλοι στο χωριό, στήσαμε… πανηγύρι. Δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμα οι πομποί της κρατικής τηλεόρασης αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα.
Το χωριό ηταν κτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, ακριβώς απέναντι απο το Μπρίντιζι της νότιας Ιταλίας και τοποθετώντας την κατάλληλη κεραία, συνήθως στη στέγη του σπιτιού η σε κανένα μπαλκόνι πού έβλεπε προς τούς Ερμονες, παρακολουθούσαμε μια χαρά την Ιταλική τηλεόραση. Τι κι αν δεν καταλαβαίναμε την Ιταλική γλώσσα! Σημασία είχε η εικόνα κι ας ήταν “χιονισμένη”. Σημασία είχε ότι βλέπαμε τα κυριακάτικα σώου της Ιταλικής RAI και τις αθλητικες εκπομπές.
Δεν ειχε φθάσει στην Κέρκυρα ακόμα η ΕΡΤ , δεν βλέπαμε την αθλητική Κυριακή με τον Γιάννη Διακογιάννη η τον Βαγγέλη Φουντουκίδη, αλλά την αθλητικη εκπομπή TG Sport με τον Σάντρο Ματσόλα τον Τζίτζι Ρίβα τον Μπονισένια και τον Φακέτι. Εκεί είδαμε την μαγική ομαδα της εθνικής Βραζιλία, με τον μεγαλο Πελέ, τον Ζαιρζίνιο τον Ριβελίνο, στον μεγάλο τελικό του παγκόσμιου κυπέλλου του 1970 μεταξύ των ομάδων Βραζιλία – Ιταλία. Για την ιστορία είχε κερδίσει η ομάδα που υποστηριζαμε η Βραζιλία 4-1.
Ο Έκτορας λοιπόν για τα παιδιά ήταν το πιο αγαπητό πρόσωπο του χωριού γιατί μας άφηνε να δούμε τηλεόραση.
Με τη μηχανή να βογγάει στους καρόδρομους, ξεπερνώντας τις απότομες στροφές, τις ανηφόρες και τις απότομες κατηφόρες άφηναν πίσω τους τα διάφορα χωριά που πριν λίγα χρόνια από όσο θυμόταν, στη θέση τους ήταν μόνο λίγα σπίτια.
– Πότε πρόλαβαν και έγιναν όλα αυτά
– Η ζωή προχωράει μπάρμπα. Και ολα αλλάζουνε.
Καποια στιγμή περάσανε από τους άδειους δρόμους της πόλης, πέρασαν τη Γαρίτσα , δούλευε ακόμα το εργοστάσιο του Δεσύλλα. Παρόλες τις φήμες, δεν είχε κλείσει ακόμα και έστριψαν προς τη Στρατιά με κατεύθυνση το Ποντικονήσι και το Παντοκρατορέλι.
– Κρατήσου καλά απο το χερούλι πού είναι πάνω από τον ώμο σου μπάρμπα. Οπως βλέπεις είναι κολόδρομος. Να μη σε χάσουμε τώρα που έγινες και Πρόεδρος του χωριού…. Εδώ που τα λέμε, δεν με παίρνετε και μένα στη δούλεψη σας στην κοινότητα να σας κάνω τον οδηγό; Όλο τσάμπα με θέλεις!!
Χαμογέλασε ο πάππους.
Είχε γίνει πρόεδρος της Κοινότητας κυριολεκτικά από το πουθενά και χωρίς να το θέλει.
Πρόεδρος του χωριού ήτανε ο κυρ Σπύρος ο φούρναρης του χωριού και ήταν μια χαρά Πρόεδρος. Αυτόν είχε ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές και ο παππούς και όλο το σόι της οικογένειας. Δεν υπήρχαν μέχρι τότε τουλάχιστον σοβαρά παράπονα από τον κύριο Σπύρο.
Ειχε φτιάξει με τη βοήθεια της ΜΟΜΑ, αλλά και με την προσωπική εργασία των κατοίκων το σχολείο στο Ασότι μια χαρά σχολείο και ειχε πετύχει κατι μοναδικό για εκείνη την εποχή. Μέχρι το νερό στην πλατεία είχε φέρει. Ειχε τσιμεντάρει την πλατεία είχε ρίξει και τσιμέντο στο δρόμο για τις “πλάκες” .
Με τις ενέργειες του, και με το “μεσο” βέβαια γιατί είχε καλές σχέσεις με τον διορισμένο Νομάρχη, έφερε και το συσσίτιο απο την Αμερικανική βοήθεια, στο σχολείο και έτσι σωθηκε απο την πείνα πολύς κόσμος. Είχαν να το λένε στο χωριό ιδιαίτερα οι φτωχές οικογένειες.
– Έτσι λαδώθηκε το στομαχάκι μας, έλεγαν.
Έλα όμως που δεν ήταν δικός τους γιατί είχε έρθει σώγαμπρος στο χωριό. Καταγόταν από ένα διπλανό χωριό.
Το μεγάλο του όμως αμάρτημα δεν ηταν αυτό. Αυτό που δεν μπορουσαν να του συγχωρήσουν, ήταν ότι δεν έμενε στο κέντρο, αλλά στις παρυφές του χωριού. Έτσι δεν μπορούσε έλεγαν να καταλάβει τα μεγάλα…προβλήματα του χωριού. Ηταν αληθινά ..μεγάλο το αμάρτημα του και πάρθηκε η μεγάλη..απόφαση.
Θα έπρεπε υποστήριζαν να αλλάξει ο πρόεδρος με βέρο Κοκκινιάτη και μάλιστα ο νέος πρόεδρος θα έπρεπε να μένει στο κέντρο και οχι στις παρυφές του χωριού.
Εκείνο το απόγευμα, επικρατούσε ασυνήθιστος συνωστισμός στην κουζίνα του σπιτιού μας. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν και ο προσεκτικός παρατηρητής έβλεπε οτι δεν ήταν οι συνηθισμένοι φίλοι και συγγενείς. Δεν ηταν αυτοί που συχνά πυκνά μας επισκεπτόταν, για κάνα κρασί όπως έλεγαν.
Είχαν έρθει και στοιβάζονταν στην κουζίνα, οι υπέρμαχοι της μεγάλης αλλαγής προέδρου. Θα συνεδρίαζαν για τις εκλογικές κινήσεις που θα ακολουθούσαν, προκειμένου να εκλεγεί ο δικός τους νέος πρόεδρος.
Πρώτα όμως θα έπρεπε να βρεθεί ο υποψήφιος πρόεδρος που θα αναλάμβανε την ευθύνη να αντιπαρατεθεί με τον κύριο Σπύρο. Και φαίνεται πως είχαν συνεννοηθεί γιατί είχαν ομόφωνα έτοιμη την πρόταση για τον επικεφαλής.
Οταν ακούστηκε ως πρόταση, το όνομα του πάππου για να ηγηθεί της κίνησης κατά τού “ξένου” προέδρου και να είναι αυτός ο άλλος, ο αντίπαλος υποψήφιος πρόεδρος, δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Ήταν κάθετα αντίθετος σε αυτή την πρόταση.
– Αφήστε με στην ησυχία μου, τούς έλεγε, αφήστε με να χαρώ τη σύνταξη μου, να μπορώ να απολαύσω το κρασάκι μου. Μια χαρά πρόεδρος ειναι ο Σπύρος γιατί να αλλάξει. Κάνει και “μπιστιού” στο ψωμί σε όσους δεν έχουν λεφτά. Δεν χάνει με τίποτα τις εκλογές υποστήριζε.
Πες, πες τελικά τον έπεισαν και από τότε, μέχρι τις εκλογές, έχασε αλήθεια την ησυχία του. Όταν μάλιστα αναγκάστηκε να γυρίζει στις γειτονιές, από σπίτι σε σπίτι για τις ψήφους, “βλαστημούσε” την ώρα και τη στιγμή που δέχθηκε την πρόταση.
Έγιναν τελικά οι εκλογές και το αποτέλεσμα ήρθε ισόπαλο. Το άνοιγμα της κάλπης έδειξε ακριβώς τους ίδιους ψήφους. Μετρήθηκαν ξανά και ξανά τα ψηφοδέλτια αλλα το αποτέλεσμα δεν άλλαξε.
Ο νέος πρόεδρος θα κρινόταν στον κλήρο. Η κλήρωση θα ηταν αυτή που θα έδειχνε τον νέο Προεδρο του χωριού μας. Η… συμβιβαστική πρόταση που έκανε ο παππούς, να μη γίνει η κλήρωση και να συνεχίσει τη θητεία του ο πρώην πρόεδρος δεν έγινε δεκτή.
Έφθασε η μεγάλη μέρα της κλήρωσης που θα γινόταν στο διπλανό χωριό στους Καστελλάνους που λειτουργούσε το υποθηκοφυλάκειο.
Οι αντιπροσωπείες και των δυο συνδασμών ηταν εκεί απο νωρίς. Ειχαν ξεκινήσει από τα ξημερώματα και ηταν έτοιμοι για τη μεγάλη μέρα φορώντας τα καλά τους. Ολα θα κρινόταν στην τυχη.
Μετά απο τα τυπικά, τα διαδικαστικά, παρουσία του δικαστικού επιμελητή γίνεται επιτέλους η κλήρωση και ο κλήρος πέφτει στον συνδυασμό του πάππου.
– Ως κι εδώ άτυχος είμαι, μονολογούσε. Αν το ήθελα να γίνω πρόεδρος σίγουρα θα έχανα στην κλήρωση. Γι αυτό με ευνόησε η κλήρωση.
Περιττό βέβαια να σάς πω οτι στόν δεύτερο χρόνο της θητείας του, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου και την θέση του πήρε ο πρώτος σε ψήφους, που παρέμεινε πρόεδρος για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.
Με την μηχανή να αγκομαχά, φτάσανε επιτέλους στον προορισμό τους. Στο Παντοκρατορέλι στο Ποντικονήσι.
Ένα μικρό γραφικό μοναστήρι βυζαντινού ρυθμού που σύμφωνα με την παράδοση, είχε κατασκευαστεί την περίοδο της Βασιλείας στην Ελλαδα τον 19ο αιώνα με την οικονομική ενίσχυση της Βασιλείας του Όθωνα.
Γιορτάζει κάθε χρόνο στις έξι Αύγουστου και από τότε μαζεύει πολυ κόσμο από τα γύρω χωριά αλλά και από την πόλη. Πολλοί μάλιστα συνδύαζαν το προσκύνημα με την μικρή εκδρομή.
Το πρόβλημα για τους πιστούς που ήθελαν να το επισκεφτούν, και να γιορτάσουν του Παντοκρατόρου ηταν η μετάβαση εκεί, στο Ποντικονήσι.
Γινόταν με μικρές βάρκες που ήταν αγκυροβολημένες, στο μικρό λιμανάκι απο την πλευρά του Αγίου Νικολάου του Περάματος, η από την άλλη πλευρά του Κανονιού δίπλα στην Παναγία την Βλαχέραινα.
– Μπάρμπα, μη ξεχάσεις το αγγιό με το λάδι. Ελα μας περιμένει ο βαρκάρης.
– Περιμενε Έκτορα, δεν είμαι και νειάτο σαν και σένα. Τα εχω τα χρονάκια μου. Ασε που κάνει πολύ ζέστη και έχω γίνει σούρωμα στον ιδρώτα. Κάτσε μην αλιμπαρτάρει και η βάρκα. Απο σίμπελο να πνιγούμε τετοια γιορτινή μέρα.. Δεν πνίγηκα στο Αιγαίο στον πόλεμο του 1920 και θα πνιγώ εδω!
– Εντάξει μπάρμπα. Πρόσεχε.
Περασαν στο Παντοκρατορέλι μόλις που πρόλαβαν τη θεία λειτουργία εδωσαν και το λαδι στούς επιτρόπους της εκκλησίας προσκύνησαν και καποια στιγμή πήραν τον δρόμο τής επιστροφής.
Ταλαιπωρήθηκαν βέβαια περιμένοντας τις βάρκες, για να τους οδηγήσουν στην ξηρά. Ανεβηκαν στην BMW και ανηφόριζαν προς την κορυφή του λόφου που ήταν κτισμένο το χωριό Κοκκίνη. Ειχε πάρει το όνομά το χωριό απο τον παλιό άρχοντα Κοκκίνη που ήταν ιδιαίτερα γνωστός στους Κερκυραίους από το βόλτο του Κοκκίνη.
Δεν πρόλαβε ο παππούς να περάσει την πόρτα του σπιτιού και από μέσα η νόνα συνέχιζε τη μουρμούρα.
– Επιτέλους. Σιφτάκατε νάρθετε. Ελα στρωθείτε για να φάμε.
Τι ωραία που ήταν η παλιά κερκυραϊκή οικογένεια.
Όπως όλες τις γιορτινές μέρες, ετσι και του Παντοκρατόρου ήταν όλοι καθισμένοι γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι στο κατώι. Την επίσημη, ο Θεός να την κάνει τραπεζαρία της οικογένειας. Στο κατώι, που δεν το έβλεπε ο καλοκαιρινός ήλιος και όπου η πέτρα στον τοίχο και το τσιμεντένιο δάπεδο, κρατούσε δροσιά ακόμα και τον Αύγουστο.
Ο παππούς καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού, σιωπηλός αλλά χαρούμενος με το αποτέλεσμα της μαγειρικής του τέχνης.
Φορούσε το παλιό του ρολόι τσέπης και το βλέμμα του γυρνούσε από τα εδέσματα του τραπεζιού στα άλλα μέλη της οικογένειας. Βλέμμα γεμάτο καλοσύνη.
Οι μυρωδιές από τις τηγανητές μελιτζάνες και τις καούρικες πιπεριές μοσχοβολούσαν το σπίτι και το άσπρο κρασί, πετροκόριθο απο τους Σιναράδες στο πήλινο κανάτι, ηταν το απαραίτητο συμπλήρωμα του γιορτινού τραπεζιού. Η νόνα με την μαύρη ποδιά της πηγαινοερχόταν άπο την κουζινα στο κατώι και σερβίρε την αγγουροντομάτα, κομμένη με τα χέρια της από τον κήπο. Τα παιδιά τρώγαμε γελώντας με τα χέρια, και η μέρα κυλούσε αργά, αλλα με απλότητα.
Όλοι ήξεραν οτι σήμερα ο παππούς είχε την τιμητική του.
Είχε φτιάξει από τα ξημερώματα τη σκορδαλιά και περίμενε να ακούσει μόνο καλά λόγια. Περίμενε τα συγχαρητήρια για την τέχνη του.
Ειχε καθίσει καμαρωτός, στην ξύλινη καρέκλα σκουπίζοντας τα χέρια του σε μια παλιά πάνινη πετσέτα, και χαμογελούσε με το μουστάκι του λίγο λερωμένο από το λάδι. Θέλανε να τον πειράξουν, όπως κάθε φορά, λέγοντας του πως το φαΐ ήθελε λίγο αλάτι παραπάνω, αλλά δεν τόλμησε κανείς να το πει φωναχτά.Και τι να του πούνε.
Ήταν γνωστό πως ο παππούς καθε τέτοια μέρα έβαζε και την καρδιά του στο γουδί, μαζί με το σκόρδο.
Τελείωσε το φαγητό και σηκώθηκε αργά, με εκείνη τη σεμνή κίνηση ενός ανθρώπου που δεν βιάστηκε ποτέ του. Πήρε το μικρό ραδιόφωνο από το ράφι και το άναψε, έπαιζε μια παλιά καντάδα, εκείνη με το “Στην Κέρκυρα την όμορφη…”. Τα παιδιά καταλαβαν πως ήρθε η ώρα να φύγουν απο το τραπέζι και ένας ένας αναχωρούσε για τον μεσημεριανό ύπνο. Ειχε έρθει η καλοκαιριάτικη σιέστα. Είχε συμβάλλει και το άσπρο κρασί σε αυτό.
Η νόνα χωρίς να πει λέξη, του έβαλε δίπλα του ένα φλιτζάνι ελληνικό με λίγη συκομαίδα πού την κρατούσε απο την περυσινή χρονιά. Ήξερε πως έτσι του άρεσε, μετά το φαγητό. Ο παππούς ύψωσε το φλιτζάνι πρός όλους,
– Γειά σας. Να είμαστε καλά. Όλοι μαζί.
Για αλλη μία χρονιά μέσα σ’ εκείνο το παλιό κατώι, ο παππούς τήρησε το τάμα του. Το τάμα που ξεκίνησε στο Παντοκρατορέλι και κατέληξε γύρω από ένα τραπέζι που μύριζε σκόρδο, μνήμη και αγάπη.
Εκείνο το Σάββατο έμελλε να είναι ένα από τα χειρότερα στην ιστορία του χωριού κι όμως, ξεκίνησε τόσο όμορφα.
Από νωρίς το απόγευμα είχε φτάσει ο περιφερόμενος κινηματογράφος. Το παλιό φορτηγάκι, με τα ξεθωριασμένα γράμματα «Κινηματογράφος Ορφέας», είχε σταθμεύσει στην πλατεία, και απο τα μεγάφωνα, δεμένα πρόχειρα στην καρότσα, ακούγονταν η γνώριμη φωνή του ιδιοκτήτη:
– Απόψε στην πλατεία του χωριού! Η ταινία της χρονιάς! «Ξεριζωμένη Γενιά» με τον Νίκο Ξανθόπουλο!
Ανάμεσα στα μουσικά διαλείμματα, λαϊκά τραγούδια και ρεμπέτικα με γδαρμένες φωνές οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονταν σιγά σιγά.
Ειχαν ακούσει τόσα πολλά για αυτην την ταινία.Οι γιαγιάδες με τα μαύρα μαντήλια κουβαλούσαν τα ξύλινα μπαγγούλια για να κάτσουν. Οι άντρες έφερναν τις ξύλινες καρέκλες η τα μεταλλικα σκαμνάκια.Τα παιδιά έτρεχαν μπροστά στην αυτοσχέδια οθόνη που ειχε στηθεί. Ηταν ένα μεγάλο λευκό σεντόνι, τεντωμένο και καρφωμένο σε ξύλινο πλαίσιο, στον τοίχο του παλιού σχολείου.
Οι νέες κοπέλες της παντρειάς, είχαν βάλει τα καλά τους και οι πιο παλιοί κοιτούσαν τον ουρανό, να δούνε αν θα κρατήσει ο καιρός. Φοβόντουσαν τις ξαφνικές μπόρες του Σεπτέμβρη.
Η πλατεία γεμάτη απο κόσμο είχε μετατραπεί σε κινηματογραφική αίθουσα χωρίς τοίχους, χωρίς ταβάνι, με τον συννεφιασμένο ουρανό για σκέπαστρο. Μύριζε το γιασεμί και ο βασιλικός απο τα μπαλκόνια των σπιτιών. Το φθινοπωρινό δροσερό αεράκι ανασήκωνε το σεντόνι στον τοίχο, που έκανε χρέη κινηματογραφική οθόνης.
Ο παππούς με τον Έκτορα είχαν πιάσει θέση από νωρίς, όπως το συνήθιζαν, δίπλα στο παγκάκι κοντά στο σχολείο. Παραπονιόταν ο ανεψιός ότι εκείνη τη μέρα ηταν πολύ κουρασμένος αλλά θα του έκανε το χατήρι να δουν μαζί το έργο.
Ο παππούς κρατούσε ένα σακουλάκι με πασατέμπο και στραγάλια, όπως το συνήθιζε. Του πρόσφερε, και ο Έκτορας του χαμογέλασε. Δεν είχαν πει πολλά εκείνο το βράδυ. Δεν χρειαζόταν.
Η ταινία ξεκίνησε. Ο Ξανθόπουλος, δακρυσμένος, αναζητούσε τον χαμένο του πατέρα και έλεγε λόγια μεγάλα γεμάτα πόνο και καημό. Κάποιοι σκούπιζαν τα μάτια τους με την άκρη απο τα τα μανίκια τους.
Η πλατεία είχε σωπάσει, ακόμα και τα παιδιά μπροστά είχαν μείνει ακίνητα. Καρφωμένοι όλοι στην οθόνη.
Και τότε…
Κάπου στη μέση της ταινίας, καθώς η φωνή του πρωταγωνιστή έσπαγε μέσα από τα ηχεία, ο Έκτορας έγειρε ξαφνικά στον ώμο του παππού. Ο παππούς νόμισε πως συγκινήθηκε. Ή πως κουράστηκε. Του ακούμπησε τον ώμο.
– Καλά είσαι, Έκτορα;
Καμία απάντηση.
Ο παππούς γύρισε και τον κοίταξε. Το βλέμμα του Έκτορα είχε παγώσει. Ήταν ήρεμος, ακίνητος, με μια γαλήνη σχεδόν τρομακτική.
Ο Έκτορας δεν ανέπνεε πια. Τον είχε προδώσει η καρδιά του. Ο παππούς παγωμένος έμεινε έτσι για λίγο. Δεν φώναξε. Τον κράτησε σφιχτά, σαν να μπορούσε να τον φέρει πίσω. Σαν να ήταν ακόμα εκεί, να δουν παρέα οπως τόσες άλλες φορές το τέλος της ταινίας.
Η «Ξεριζωμένη Γενιά» συνέχισε να παίζει, το σεντόνι ανέμιζε ελαφρά, και ο ήχος από το παλιό μηχάνημα συνέχιζε πάνω στην βαριά σιωπή.
Κανείς δεν κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Μόνο όταν ο παππούς ψιθύρισε «Μη μου φεύγεις, Έκτορα …», κι έγειρε το κεφάλι του στο δικό του, άρχισαν οι πρώτες φωνές.
Η ταινία έμεινε στη μέση. Κόπηκε σαν την ανάσα του ανηψιού του Έκτορα.
Αυτός ο άδικος, ο ξαφνικός, ο απροσδόκητος θάνατος του Έκτορα στοίχειωσε το χωριό και τους ανθρώπους του. Πιο πολύ όμως, στοίχειωσε τον παππού.
Όλοι για εκείνο το βράδυ, για εκείνον για τον Έκτορα μιλούσαν. Πως έγειρε στον ώμο του παππού, σαν να ήξερε, σαν να περίμενε το τέλος του. Πως δεν πρόλαβε να πει κουβέντα. Πως έφυγε σιωπηλά, σαν ίσκιος, μόνος, στην γεμάτη απο κόσμο πλατεία. Μπροστά σε όλους, την ώρα που οι άλλοι έκλαιγαν για μια ταινία.
Μα ο παππούς δεν έκλαψε. Ούτε τότε. Ούτε μετά. Που και πού όμως καθόταν στο ίδιο σημείο, εκεί δίπλα στο σχολείο, και κοιτούσε το κενό σαν να περίμενε κάτι. Ίσως ένα σημάδι. Κάτι που να του έλεγε ότι ίσως γυρίσει πίσω. Ίσως να τον δει να έρχεται από τις πλάκες, να στρίβει από του Ντάου για να συναντηθούν στο μαγαζί του Μήτσου.
Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος.
Παραμονές του Παντοκράτορα, ανηφόριζαν προς το εκκλησάκι του βουνού, στον ορεινό όγκο του Παντοκάτορα αυτός κι ο Χαρίλαος. Δύο συγχωριανοί, καλοί φίλοι, παλιοί συμπολεμιστές από το Πολεμικό Ναυτικό. Είχαν περάσει μαζί τη φωτιά του πολέμου. Είχαν δει τα κύματα του Αιγαίου να θεριεύουν και τα πλοία να σφυρίζουν από τις νάρκες και τις τορπίλες.
Και τότε, στη μεγάλη στροφή πριν το ξωκλήσι, εκεί που κόβει ο ήλιος και μένει μόνο η μυρωδιά από την ξερή ρίγανη, ο παππούς μίλησε.
– Θυμάσαι τότε στο Αιγαίο οταν πολεμούσαμε διπλα στις νάρκες και τις τορπίλες; Τότε που είπαμε πάει, τελειώσαμε;
– Πώς δε θυμάμαι, είπε ο Χαρίλαος. Σού ’χαν γίνει άσπρα τα μαλλιά απο τον φόβο.
– Τότε έκανα το τάμα, μουρμούρισε ο παππούς. Αν σωθούμε, να πηγαίνω κάθε χρόνο, στον Παντοκράτορα, και να τον ευχαριστώ.
– Και το κράτησες.
– Το κράτησα. Πήγαινα μέχρι τον περασμένο χρόνο στο Παντοκρατορέλι. Αλλα πέρισυ που πήγα με τον Έκτορα ήταν η τελευταία φορά. Μα φέτος… φέτος συνέχισε κομπιάζοντας, του ’κανα άλλο τάμα. Έδωσα αλλη υπόσχεση στον Θεό τον Παντοκράτορα.
Ο Χαρίλαος δεν ξαναρώτησε. Ούτε και χρειαζόταν, το κατάλαβαινε.
Συνέχισαν να ανεβαίνουν μέχρι που ο μοναστήρι του Παντοκρατόρου, φάνηκε πίσω από τις κεραίεςτις ΕΡΤ που στήθηκαν αργότερα.
Ο παππούς πέρασε την πορτα της εκκλησίας, έσκυψε, έκανε τον σταυρό του και προσκύνησε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτάκι διπλωμένο, παλιό, κιτρινισμένο . Εκεί είχε γράψει λίγα λόγια. Ίσως μια προσευχή. Ίσως ένα γράμμα στον Παντοκράτορα. Ίσως στον Έκτορα.
Το άφησε πίσω από την εικόνα, δίπλα σ’ ένα μικρό καντήλι που έκαιγε αδιάκοπα. Και στάθηκε σιωπηλός, με μάτια υγρά αλλά καθαρά.
Για πρώτη φορά μετά από μήνες, η πλάτη του ίσιωσε λίγο.
Όχι από ανακούφιση. Αλλά από πίστη. Ο παππούς είχε κάνει ξανά το τάμα του. Μα αυτή τη φορά, δεν ήταν για να σωθεί.
Ήταν για να υποσχεθεί στον Έκτορα οτι δεν θα τον ξεχάσει.

