Το πρώτο κουδούνι χτύπησε. Τα προβλήματα όμως έμειναν. Γράφει η Ανδριάνα Βλάχου
Κάθε Σεπτέμβρης θα έπρεπε να είναι μια καινούργια αρχή.
Οι αυλές των σχολείων γεμίζουν ξανά παιδικές φωνές. Οι τσάντες γεμίζουν βιβλία. Οι μαθητές επιστρέφουν στις τάξεις τους με προσδοκίες, όνειρα, αγωνίες και εκείνη τη μοναδική ανυπομονησία που συνοδεύει κάθε νέα σχολική χρονιά. Μόνο που στην Κέρκυρα, μαζί με το πρώτο κουδούνι, χτυπά για ακόμη μία φορά και ένα άλλο «καμπανάκι». Αυτό των προβλημάτων.
Γιατί πίσω από τις φωτογραφίες του αγιασμού, τα χαμόγελα των παιδιών και τις ευχές για «καλή σχολική χρονιά», υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Η σχολική χρονιά ξεκίνησε και μαζί της επέστρεψαν τα ίδια ερωτήματα. Έχουμε αρκετούς εκπαιδευτικούς; Έχουμε ασφαλή και κατάλληλα σχολικά κτίρια; Έχουμε τις απαραίτητες υποδομές;
Έχουμε σχολικούς νοσηλευτές εκεί όπου υπάρχουν παιδιά που τους χρειάζονται; Έχουμε την απαραίτητη παράλληλη στήριξη και την ειδική αγωγή; Και τελικά, έχουμε αποφασίσει τι σχολείο θέλουμε για τα παιδιά της Κέρκυρας;
Γιατί δεν μπορεί κάθε Σεπτέμβρη να μιλάμε για «νέα αρχή» και ταυτόχρονα να επαναλαμβάνουμε τα ίδια προβλήματα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα έχει… τοίχους. Η σχολική στέγη στην Κέρκυρα δεν είναι ένα καινούργιο ζήτημα. Είναι ένα πρόβλημα που έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά μόνιμης παθογένειας.
Σχολικά κτίρια γερασμένα, κτίρια που μετρούν πολλές δεκαετίες ζωής, ανάγκες συντήρησης που συσσωρεύονται, μισθωμένοι χώροι, προβλήματα καταλληλότητας, καθυστερήσεις και σχολικές μονάδες που καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του 2026.
Και εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει όλους. Πώς είναι δυνατόν να μιλάμε στα παιδιά για το σχολείο του μέλλοντος, για ψηφιακές δεξιότητες, τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική και καινοτομία, όταν σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουμε λύσει ακόμη το βασικότερο; Την αίθουσα στην οποία θα κάνουν μάθημα. Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση
Τα παιδιά της προσχολικής αγωγής κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην εκπαίδευση. Είναι η πρώτη τους επαφή με το σχολείο.
Η πρώτη τους τάξη. Ο πρώτος τους δάσκαλος ή η πρώτη τους νηπιαγωγός. Η πρώτη τους εμπειρία από έναν χώρο που υποτίθεται ότι θα αποτελέσει το δεύτερο σπίτι τους. Και όμως, για κάποια από αυτά τα παιδιά η πρώτη εικόνα της δημόσιας εκπαίδευσης δεν είναι ένα σύγχρονο, φωτεινό και ασφαλές σχολικό περιβάλλον. Είναι ένα κοντέινερ.
Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε φυσιολογικό ένα παιδί να ξεκινά την εκπαιδευτική του διαδρομή σε μια προσωρινή λύση που έχει γίνει μόνιμη. Το «προσωρινό» δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική σχολικής στέγης. Και ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί να αποτελεί κανονικότητα για την προσχολική ηλικία. Γιατί το μήνυμα που δίνουμε στα παιδιά είναι λάθος. Τους ζητάμε να ονειρεύονται το μέλλον, ενώ τους προσφέρουμε υποδομές του παρελθόντος. Τους μιλάμε για ίσες ευκαιρίες, ενώ η ίδια η αφετηρία δεν είναι πάντα ίση. Τα κενά δεν είναι αριθμοί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κενά εκπαιδευτικών.
Πίσω όμως από τον αριθμό υπάρχει ένας μαθητής. Μια τάξη. Μια διδακτική ώρα που δεν πραγματοποιείται. Ένα μάθημα που μετατίθεται. Ένας εκπαιδευτικός που μετακινείται από σχολείο σε σχολείο για να καλύψει τρύπες. Και τελικά, παιδιά που ξεκινούν τη χρονιά χωρίς να έχουν από την πρώτη ημέρα όλους τους εκπαιδευτικούς που χρειάζονται. Κάθε χαμένη διδακτική ώρα μπορεί να μοιάζει μικρή. Όταν όμως πολλαπλασιάζεται επί εκατοντάδες μαθητές και δεκάδες σχολικές μονάδες, παύει να είναι «λεπτομέρεια της έναρξης». Γίνεται εκπαιδευτική απώλεια. Και η εκπαίδευση δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «θα καλυφθεί στην επόμενη φάση».
Τα παιδιά δεν έχουν «επόμενη φάση». Η σχολική χρονιά ξεκινά σήμερα. Το μάθημα χάνεται σήμερα. Υπάρχουν όμως και κενά που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε έναν πίνακα. Υπάρχουν παιδιά που χρειάζονται παράλληλη στήριξη. Υπάρχουν μαθητές που χρειάζονται ειδική αγωγή. Υπάρχουν παιδιά που, για λόγους υγείας, χρειάζονται την παρουσία σχολικού νοσηλευτή. Και εδώ δεν μιλάμε απλώς για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Μιλάμε για ασφάλεια.
Το πρώτο κουδούνι χτύπησε. Τώρα ας ακούσουμε και το άλλο κουδούνι. Αυτό που μας θυμίζει ότι τα προβλήματα δεν λύνονται επειδή ξεκίνησε η σχολική χρονιά. Και ότι τα παιδιά μας δεν χρειάζονται άλλες υποσχέσεις. Χρειάζονται σχολεία. Ασφαλή, σύγχρονα, επαρκώς στελεχωμένα και αντάξια των ονείρων τους. Γιατί το σχολείο που δίνουμε σήμερα στα παιδιά μας είναι, τελικά, η κοινωνία που τους παραδίδουμε αύριο. Το κείμενο μπορεί επίσης να γίνει ακόμη πιο πολιτικό/παρεμβατικό, με σαφείς αναφορές στις ευθύνες Δήμου και Υπουργείου, χωρίς όμως να χάσει τον αρθρογραφικό και προσωπικό του χαρακτήρα.

