Ράφι και Κάλπη: Πώς το Κράτος Θησαυρίζει από την Ακρίβεια Του Σπύρου Άνδρεϊτς
… Ένας πολίτης που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 800 ευρώ και ένας πολυεκατομμυριούχος πληρώνουν ακριβώς τον ίδιο φόρο (ΦΠΑ) για το ίδιο προϊόν στο ράφι…
Η εικόνα είναι πλέον οικεία σε κάθε ελληνικό νοικοκυριό: ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ ανεβαίνει, η απόδειξη της βενζίνης ζαλίζει, και το πορτοφόλι «αδειάζει» όλο και νωρίτερα κάθε μήνα. Την ίδια στιγμή, η επίσημη ρητορική επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα δημοσιονομικής υγείας, γεμάτη με «υπερπλεονάσματα» και «ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης». Πώς γίνεται όμως η μακροοικονομική ευμάρεια των αριθμών να μεταφράζεται σε μικροοικονομική ασφυξία για τους πολίτες;
Η απάντηση κρύβεται σε έναν εξαιρετικά καλοκουρδισμένο, αλλά κοινωνικά άδικο μηχανισμό: τον φαύλο κύκλο των έμμεσων φόρων. Η άρνηση μείωσης των συντελεστών του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα βασικά αγαθά δεν αποτελεί μια απλή δημοσιονομική επιλογή. Στην πραγματικότητα, συνιστά μια βίαιη, αντίστροφη αναδιανομή πλούτου, η οποία εργαλειοποιείται πολιτικά για να συντηρήσει μια ψευδαίσθηση κοινωνικής πρόνοιας, ειδικά όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες.
Η Αδικία της Έμμεσης Φορολογίας: Γιατί ο ΦΠΑ Είναι ο πιο «Αντικοινωνικός» Φόρος
Στη θεωρία της φορολογικής δικαιοσύνης, η αρχή είναι απλή: ο καθένας πρέπει να συνεισφέρει ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της άμεσης φορολογίας (π.χ. ο φόρος εισοδήματος), όπου υπάρχουν κλιμάκια και οι έχοντες υψηλότερα εισοδήματα πληρώνουν μεγαλύτερο ποσοστό.
Στην έμμεση φορολογία, όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο ΦΠΑ στο γάλα, το ψωμί ή το ηλεκτρικό ρεύμα είναι οριζόντιος. Ένας πολίτης που αμείβεται με τον κατώτατο καθαρό μισθό των 797,00 ευρώ και ένας πολυεκατομμυριούχος πληρώνουν ακριβώς τον ίδιο φόρο (ΦΠΑ) για το ίδιο προϊόν στο ράφι.
Παράλληλα, ο ισχυρισμός ότι ο ΦΠΑ μας είναι «μόλις 2 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.» παραβλέπει εσκεμμένα τη χαοτική διαφορά στην αγοραστική δύναμη. Το 24% στην Ελλάδα των 797 ευρώ καθαρού κατώτατου μισθού έχει εντελώς άλλη βαρύτητα από το 19% στη Γερμανία των 2.000+ ευρώ. Μάλιστα, η επισήμανση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 24η θέση της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ γκρεμίζει κάθε ενάντιο επιχείρημα: όσο πιο φτωχός είναι ένας πληθυσμός, τόσο πιο εγκληματικό είναι να εξουθενώνεται από έμμεσους φόρους που κατασπαράζουν το διαθέσιμο εισόδημά του.
Η Βαθιά Ταξική Ασυμμετρία:
Για το φτωχό νοικοκυριό, η αγορά βασικών αγαθών απορροφά το 100% (ή και περισσότερο) του μηνιαίου εισοδήματός του. Κάθε ευρώ που ξοδεύεται σε ΦΠΑ αφαιρείται απευθείας από τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης.
Για το εύπορο νοικοκυριό, οι δαπάνες για βασικά αγαθά αποτελούν ένα πολύ μικρό κλάσμα του εισοδήματός του. Το υπόλοιπο αποταμιεύεται ή επενδύεται, μένοντας προστατευμένο από τους οριζόντιους καταναλωτικούς φόρους.
Συνεπώς, η διατήρηση υψηλών συντελεστών έμμεσης φορολογίας σε περιβάλλον ακρίβειας λειτουργεί ως ένας μηχανισμός που αφαιμάσσει συστηματικά τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας για να γεμίσει τα κρατικά ταμεία.
Ο «Πληθωρισμός των Φόρων»: Το Κράτος ως Συνέταιρος στην Ακρίβεια
Όταν οι τιμές των προϊόντων αυξάνονται λόγω του πληθωρισμού, το κράτος κερδίζει αυτόματα, ακόμα κι αν δεν αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές. Πρόκειται για τον λεγόμενο «πληθωρισμό των φόρων».
Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα: Αν ένα προϊόν κόστιζε 10 ευρώ με ΦΠΑ 24%, το κράτος εισέπραττε 2,40 ευρώ. Αν, λόγω της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας, το ίδιο προϊόν φτάσει να κοστίζει 15 ευρώ, ο ΦΠΑ 24% μεταφράζεται πλέον σε 3,60 ευρώ για τα κρατικά ταμεία.
Χωρίς να κουνήσει το δάχτυλό της, η κυβέρνηση βλέπει τα έσοδά της να εκτοξεύονται, απλώς και μόνο επειδή οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα τα ίδια αγαθά. Αυτά ακριβώς είναι τα «υπερέσοδα» ή «υπερπλεονάσματα» για τα οποία πανηγυρίζουν τα οικονομικά επιτελεία. Δεν προέρχονται από την ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης ή την πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά από την καθαρή αφαίμαξη της αγοραστικής δύναμης των πολιτών μέσω του απολύτως άδικου, βαρύτατου και απεχθούς ΦΠΑ. Και βέβαια υπάρχει αναπάντητο το κορυφαίο ερώτημα: Που σπαταλώνται οι φόροι μας και με ποια κριτήρια; Από ποιους εγκεφάλους;
Το Παράδοξο των «Pass» και η Προεκλογική Ομηρία
Το πιο προβληματικό σημείο αυτής της πολιτικής είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα μικρό μόνο μέρος των υπερεσόδων επιστρέφουν στην κοινωνία. Αντί το κράτος να μειώσει μόνιμα τους φόρους για να πέσουν οι τιμές στο ράφι —όπως έπραξαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Κύπρος, η Ισπανία και η Πορτογαλία— επιλέγει τη στρατηγική των έκτακτων επιδομάτων (Market Pass, Fuel Pass, Youth Pass κ.λπ.).
Αυτή η επιλογή εξυπηρετεί τρεις συγκεκριμένες, κυνικές σκοπιμότητες:
Δημιουργία πελατειασμού και εξάρτησης: Η μόνιμη μείωση του ΦΠΑ θεωρείται από τον πολίτη ως δικαίωμα και θεσμική ελάφρυνση. Αντίθετα, το «pass» εμφανίζεται ως μια προσωπική «παροχή» ή «δώρο» της εκάστοτε κυβέρνησης. Ο πολίτης εθίζεται στο να περιμένει την κρατική ελεημοσύνη για να βγάλει τον μήνα.
Προεκλογικός συγχρονισμός: Τα επιδόματα αυτά μπορούν να ενεργοποιηθούν, να αυξηθούν ή να εξαγγελθούν με απόλυτο χειρουργικό συγχρονισμό λίγο πριν από τις κάλπες. Έτσι, από τα χρήματα που αφαιρέθηκαν βίαια από την τσέπη του καταναλωτή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, του επιστρέφεται ως «φιλοδώρημα» την κατάλληλη πολιτικά στιγμή ένα μικρό μόνο κομμάτι προκειμένου να εξαγοραστεί η ψήφος του.
Επιδοτώντας την αισχροκέρδεια: Όταν το κράτος δίνει ένα επίδομα για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια χωρίς να ελέγχει τις τιμές, στην πραγματικότητα επιδοτεί τα ολιγοπώλια. Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ ή οι εταιρείες ενέργειας γνωρίζουν ότι ο καταναλωτής έχει πλέον τσιμπήσει το δόλωμα του «pass», οπότε δεν έχουν κανέναν λόγο να μειώσουν τις τιμές τους. Τα χρήματα των φορολογουμένων κάνουν απλώς έναν κύκλο: από την τσέπη του πολίτη στο κράτος (μέσω ΦΠΑ), από το κράτος ένα πολύ μικρότερο μέρος ξανά στον πολίτη (μέσω επιδόματος), και από εκεί πάλι απευθείας στα ταμεία των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Η «Τεχνητή» Ευμάρεια και η Καταστροφή της Οικονομίας
Η συντήρηση αυτού του μοντέλου δημιουργεί μια επικίνδυνη φούσκα «τεχνητής ευμάρειας». Τα κρατικά ομόλογα αναβαθμίζονται, οι δείκτες του ΑΕΠ ευημερούν λόγω της αυξημένης ονομαστικής κατανάλωσης (αφού όλα είναι ακριβότερα), αλλά η πραγματική οικονομία σαπίζει εκ των έσω.
Όταν η μεσαία τάξη φτωχοποιείται και τα χαμηλά στρώματα ξεμένουν από χρήματα στις 20 του μηνός, η εγχώρια παραγωγική βάση συρρικνώνεται. Οι πολίτες κόβουν τα πάντα εκτός από τα απολύτως απαραίτητα. Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτισμός, η εκπαίδευση, η υγεία και η ποιοτική διατροφή υποβαθμίζονται.
Επιπλέον, η άρνηση δομικών μεταρρυθμίσεων —όπως η πραγματική ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και οι αυστηροί έλεγχοι σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα— δείχνει ότι η πολιτική βούληση εξαντλείται στη διαχείριση των πολιτικών εντυπώσεων και όχι στην επίλυση των προβλημάτων.
Υπάρχει Αντίδοτο;
Το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα» για τη μείωση του ΦΠΑ καταρρίπτεται από τα ίδια τα οικονομικά δεδομένα. Το αντίδοτο στον πληθωρισμό των φόρων και των κερδών απαιτεί μια ριζική στροφή πολιτικής:
- Στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και διαβίωσης στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, με ταυτόχρονο, αυστηρό έλεγχο στο ράφι ώστε η μείωση να περάσει όντως στον καταναλωτή και να μην απορροφάται από τους μεσάζοντες κερδοσκόπους.
- Φορολόγηση των πραγματικών υπερκερδών των διυλιστηρίων, των παρόχων ενέργειας και των τραπεζών, ώστε τα έσοδα του κράτους να προέρχονται από την κορυφή του πλούτου και όχι από τη βάση της κοινωνίας.
Στην Ελλάδα, η «κορυφή του πλούτου» —δηλαδή οι τομείς που καταγράφουν τα μεγαλύτερα έσοδα, τα υψηλότερα καθαρά κέρδη και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου— κυριαρχείται από συγκεκριμένες στρατηγικές οικονομικές δραστηριότητες. →Οι μεγάλες εταιρείες διύλισης (όπως η HellenIQ Energy και η Motor Oil) καθώς και οι ισχυροί παίκτες στην παραγωγή και εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας (όπως η ΔΕΗ και η Metlen/Μυτιληναίος). Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank) και η κανακεμένη ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία. Παράλληλα, η αγορά ακινήτων (Real Estate), οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες (π.χ. ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ), οι μεγάλες αλυσίδες τροφίμων που καταγράφουν τζίρους δισεκατομμυρίων και οι μεγάλες εταιρείες λιανικής (όπως η Jumbo).
Μετάβαση από το «Κράτος των Επιδομάτων» στο «Κράτος των Μόνιμων Θεσμικών Ελαφρύνσεων», το οποίο θα σέβεται την αξιοπρέπεια του εργαζόμενου και του συνταξιούχου.
Όσο οι κυβερνώντες επιλέγουν να κάνουν την «καρδιά τους πέτρα» μόνο όταν πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο θα βαθαίνει η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Η ακρίβεια δεν είναι μια ανίκητη φυσική καταστροφή. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια συνειδητή πολιτική επιλογή που μετατρέπει την ανάγκη του πολίτη σε προεκλογικό καύσιμο. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο «αλλεργιογόνο» για τη δημοκρατία μας.

