Ο Μαλθακός Ναρκισσισμός και ο Θάνατος της Συνέχειας: Γιατί η Υπογεννητικότητα δεν Είναι Απλώς Οικονομικό Ζήτημα, αλλά Υπαρξιακή Αλλοίωση Του Σπύρου Άνδρεϊτς
2ο ΜΕΡΟΣ
… Η γονεϊκότητα δεν μπορεί να γίνει μια απολύτως ασφαλής επένδυση με εγγυημένη απόδοση. Δεν είναι τραπεζικό προϊόν. Είναι μια σχέση ευθύνης, αγάπης και αβεβαιότητας…
Από την ανάγκη για προστασία στην απαίτηση για απόλυτη ασφάλεια
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και αυτό που συχνά περιγράφεται ως υπερδικαιωματισμός. Η σύγχρονη κοινωνία έχει κάνει σημαντικά βήματα στην προστασία της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων του ατόμου, και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην προστασία του ανθρώπου από την αδικία και στην απαίτηση να προστατευτεί από κάθε δυσκολία, απογοήτευση ή προσωπικό κόστος. Όταν κάθε δυσκολία αντιμετωπίζεται ως κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, κάθε αστοχία ως τραυματική εμπειρία και κάθε περιορισμός ως απαράδεκτη παραβίαση της προσωπικής ελευθερίας, τότε η ίδια η έννοια της ευθύνης γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Η ζωή, όμως, δεν μπορεί να απαλλαγεί από το ρίσκο. Και η οικογένεια ίσως είναι η πιο καθαρή απόδειξη αυτού του γεγονότος. Δεν υπάρχει τέλεια στιγμή για να κάνεις παιδί, δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλα θα πάνε καλά, ούτε μπορείς να προβλέψεις ποια προβλήματα θα εμφανιστούν σε δέκα ή είκοσι χρόνια. Η γονεϊκότητα απαιτεί να προχωρήσεις παρά την αβεβαιότητα και όχι αφού αυτή εξαφανιστεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοινωνίες πρέπει να αφήσουν τους νέους μόνους τους ή ότι η πολιτεία δεν οφείλει να δημιουργεί συνθήκες που διευκολύνουν την οικογένεια. Το αντίθετο. Μια κοινωνία που θέλει να αντιμετωπίσει το δημογραφικό οφείλει να κάνει τη στέγαση, την εργασία, την παιδεία και την ανατροφή των παιδιών περισσότερο συμβατές με την οικογενειακή ζωή. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στη στήριξη της οικογένειας και στην απαίτηση να εξαφανιστεί κάθε κόστος, κάθε δυσκολία και κάθε θυσία που συνεπάγεται η δημιουργία της. Η γονεϊκότητα δεν μπορεί να γίνει μια απολύτως ασφαλής επένδυση με εγγυημένη απόδοση. Δεν είναι τραπεζικό προϊόν. Είναι μια σχέση ευθύνης, αγάπης και αβεβαιότητας. Και ίσως αυτό ακριβώς δυσκολεύεται περισσότερο να αποδεχθεί ο άνθρωπος που έχει συνηθίσει να θεωρεί την προσωπική του άνεση όχι απλώς επιθυμητή, αλλά σχεδόν αυτονόητη.
Η κληρονομιά δεν είναι χρήματα
Η ίδια αλλαγή νοοτροπίας φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κληρονομιά και τη σχέση μας με τις επόμενες γενιές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λογική του SKI — Spending the Kids‘ Inheritance — δηλαδή η επιλογή κάποιων ανθρώπων να καταναλώσουν οι ίδιοι την περιουσία που διαφορετικά θα μπορούσαν να αφήσουν στα παιδιά τους. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από έναν άνθρωπο να στερηθεί τη ζωή του για χάρη των απογόνων του. Ούτε υπάρχει κάτι κακό στο να απολαμβάνει κάποιος τους καρπούς της δουλειάς του. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στο τι σημαίνει πολιτισμικά η σταδιακή υποχώρηση της ιδέας ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο για το παρόν του, αλλά αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης αλληλουχίας. Γιατί η κληρονομιά δεν είναι μόνο ένα σπίτι, ένα χωράφι ή ένας τραπεζικός λογαριασμός. Είναι, συμβολικά, η υλική αποτύπωση της σχέσης ανάμεσα στις γενιές. Ο παππούς χτίζει κάτι που ίσως δεν θα προλάβει να χαρεί ο ίδιος. Ο πατέρας προσπαθεί να αφήσει κάτι στο παιδί του. Το παιδί, κάποτε, συνεχίζει από εκεί που σταμάτησαν οι προηγούμενοι. Δεν υπάρχει τίποτε το ηρωικό ή το τέλειο σε αυτή τη συνέχεια. Υπάρχει όμως μια βαθιά ανθρώπινη ιδέα: ότι η ζωή μας δεν τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η ατομική μας βόλεψη.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να υποχωρεί όταν ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει το μέλλον αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της προσωπικής του ευημερίας. Κάποτε ένας άνθρωπος μπορούσε να χτίσει ένα σπίτι γνωρίζοντας ότι ίσως δεν θα ζούσε ποτέ για να δει τα εγγόνια του να μεγαλώνουν μέσα σε αυτό. Μπορούσε να φυτέψει ένα δέντρο που ήξερε ότι θα το χαρούν άλλοι. Μπορούσε να στερηθεί κάτι από το παρόν του επειδή θεωρούσε αυτονόητο ότι κάποιος άλλος θα ωφεληθεί στο μέλλον. Αυτή είναι μια από τις πιο απλές και ταυτόχρονα πιο βαθιές μορφές ανθρώπινης συνέχειας. Δεν αφορά μόνο τα χρήματα. Αφορά την πεποίθηση ότι αξίζει να δημιουργήσεις κάτι που θα ξεπεράσει τη δική σου διάρκεια ζωής. Και όταν αυτή η πεποίθηση εξασθενεί, τότε το δημογραφικό πρόβλημα αποκτά μια διάσταση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που μπορούν να περιγράψουν οι οικονομικοί δείκτες.
Το παιδί ως υπέρβαση του εαυτού
Ίσως τελικά εδώ να βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η δημιουργία οικογένειας δεν είναι απλώς ένα ακόμη «lifestyle choice», μια δραστηριότητα που προστίθεται σε μια λίστα προσωπικών επιθυμιών και αξιολογείται αποκλειστικά με όρους κόστους και οφέλους. Είναι μια απόφαση που απαιτεί από τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του. Να δεχθεί ότι για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του οι ανάγκες ενός άλλου ανθρώπου θα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις δικές του. Να αποδεχθεί ότι θα χάσει χρόνο, χρήματα, ελευθερία και πιθανώς πολλές από τις βεβαιότητες που είχε για τον εαυτό του. Και ταυτόχρονα να ανακαλύψει μέσα σε αυτή τη θυσία μια διαφορετική μορφή νοήματος. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε άνθρωπος που δεν αποκτά παιδιά είναι εγωκεντρικός ή ότι όποιος επιλέγει διαφορετικά έχει κάποιο ηθικό έλλειμμα. Οι ζωές των ανθρώπων είναι διαφορετικές και οι λόγοι για τους οποίους κάποιος δεν γίνεται γονιός μπορεί να είναι πολλοί και απολύτως προσωπικοί. Όταν όμως μιλάμε για μια ολόκληρη κοινωνία που επί δεκαετίες απομακρύνεται από την τεκνοποίηση, τότε το ερώτημα δεν μπορεί να περιοριστεί στην ατομική επιλογή. Οφείλουμε να εξετάσουμε τι έχει αλλάξει βαθύτερα μέσα στην ίδια την κοινωνία.
Μήπως, μαζί με τις οικονομικές συνθήκες, έχει αλλάξει και η σχέση μας με την έννοια της προσφοράς; Μήπως μάθαμε να θεωρούμε κάθε προσωπικό περιορισμό απώλεια, ενώ παλαιότερα μπορούσε να θεωρηθεί μέρος μιας μεγαλύτερης πορείας; Μήπως η προσωπική ευζωία, από δικαίωμα και δυνατότητα, μετατράπηκε σταδιακά σε απόλυτη προτεραιότητα; Και μήπως, τελικά, χάσαμε την ικανότητα να βλέπουμε τη ζωή όχι μόνο σαν μια σειρά από εμπειρίες που πρέπει εμείς να απολαύσουμε, αλλά και ως κάτι που έχουμε την ευκαιρία να παραδώσουμε στους επόμενους; Αυτά είναι ερωτήματα πολύ πιο δύσκολα από το αν χρειάζεται ένα ακόμη επίδομα ή ένα ακόμη φορολογικό κίνητρο. Γιατί αγγίζουν τον πυρήνα του πολιτισμού μας.
Η δημογραφία δεν είναι μόνο αριθμοί, δείκτες και στατιστικές. Πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται μια απόφαση, μια οικογένεια, ένα παιδί που γεννήθηκε ή δεν γεννήθηκε, μια ζωή που συνεχίστηκε ή δεν συνεχίστηκε. Και πίσω από το άθροισμα όλων αυτών των αποφάσεων βρίσκεται κάτι ακόμη μεγαλύτερο: η σχέση μιας κοινωνίας με το μέλλον της. Μπορούμε ασφαλώς να συζητήσουμε για μισθούς, σπίτια, επιδόματα, παιδικούς σταθμούς, εργασιακές συνθήκες και κοινωνικές πολιτικές — και πρέπει να το κάνουμε. Αλλά αν περιορίσουμε το δημογραφικό αποκλειστικά σε αυτά, θα έχουμε χάσει το μισό πρόβλημα. Γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να συνεχιστεί επ‘ αόριστον αν πάψει να θέλει να αποκτά παιδιά. Και ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα που έχουμε πλέον μπροστά μας δεν είναι μόνο αν μπορούμε να μεγαλώσουμε οικονομικά, αλλά αν εξακολουθούμε να θέλουμε να υπάρχουμε ως συνέχεια. Αν εξακολουθούμε να αισθανόμαστε ότι κάτι χρωστάμε στους ανθρώπους που θα έρθουν μετά από εμάς. Γιατί όταν μια κοινωνία πάψει να κοιτάζει προς την επόμενη γενιά, τότε το δημογραφικό παύει να είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα. Γίνεται πρόβλημα πολιτισμικό, βαθιά ανθρώπινο και, τελικά, υπαρξιακό.
Η υπέρτατη ευδαιμονία της ζωής
Και ίσως όλα αυτά να φαίνονται θεωρητικά, μέχρι να τα συναντήσεις μπροστά σου στην πιο απλή, καθημερινή στιγμή. Το περασμένο Σάββατο το βράδυ, καθώς καθόμασταν σε ένα παγκάκι της Πάνω Πλατείας, ο επτάχρονος εγγονός μου με ρώτησε εντελώς αιφνιδιαστικά: «Παππού, θα προτιμούσες να έχεις όλα τα πλούτη του κόσμου χωρίς εμένα ή μια ζωή με στερήσεις, αλλά να έχεις εμένα;». Η απάντησή μου ήταν αυθόρμητη, ακαριαία και αυτονόητη. Δεν χρειάστηκε ούτε δεύτερη σκέψη ούτε πολλά λόγια. Γιατί όταν, στο τέλος, αποστάξεις τη ζωή από όλα όσα οι πολλοί θεωρούν σημαντικά —τα χρήματα, τα ακίνητα, τα ακριβά αυτοκίνητα, την καριέρα, τις ανέσεις, τις επιτυχίες και όλα εκείνα που φαίνονται τόσο σπουδαία— μένει αποκλειστικά και μόνο κάτι πολύ απλούστερο αλλά πολύ πιο βαθύ: οι άνθρωποι που αγαπάμε και που θα συνεχίσουν να θυμούνται κάτι από την αυτοθυσιαστική, αν χρειαστεί, αγάπη μας. Η απόκτηση παιδιών και, αργότερα, εγγονιών δεν είναι απλώς μια ακόμη χαρά ανάμεσα στις πολλές της ζωής. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι η ουσιαστικότερη πηγή νοήματος, αγάπης και ευτυχίας που μπορούν να γνωρίσουν. Είναι η στιγμή που ο κόσμος παύει να περιστρέφεται μοναδικά γύρω από το μικρό, σύντομο και μαραμένο εγώ μας και αποχτάει μια τρυφερή συνέχεια, ένα χαρωπό νέο πρόσωπο, ένα πιο αισιόδοξο μέλλον.

