Η Κριτική της Λογοτεχνίας: Ανάμεσα στην Αυτοβιογραφία του Αναγνώστη και την Ερημία της Θεωρίας Εισαγωγή: Η Κριτική ως Καθρέφτης του Εαυτού Του Σπύρου Άνδρεϊτς
… το πραγματικό θέμα μιας κριτικής δεν είναι τόσο το κρινόμενο βιβλίο όσο ο ίδιος ο κριτικός…
Η σχέση μας με τον Άλλο –είτε αυτός ο Άλλος είναι ένας συνάνθρωπος, ένας ξένος πολιτισμός, είτε το αποτύπωμα μιας ξένης συνείδησης πάνω στο τυπωμένο χαρτί– αποτελεί τη θεμελιώδη γέφυρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτή η σχέση αφενός προϋποθέτει, αφετέρου συνεπάγεται την καλύτερη γνώση του εαυτού μας. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το ξένο αν δεν έχουμε ψηλαφίσει τα δικά μας όρια, και δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε παρά μόνο όταν αναμετρηθούμε με το ετερόκλητο, το διαφορετικό, το εξωτερικό.
Στο πεδίο της γραμματείας, η δυναμική αυτή βρίσκει την απόλυτη δικαίωσή της στην πράξη της λογοτεχνικής κριτικής. Ένας από τους πιο οξυδερκείς και προκλητικούς στοχαστές του 19ου αιώνα, ο Όσκαρ Ουάιλντ, διατύπωσε κάποτε ένα περίφημο παραδοξολόγημα που φωτίζει αυτήν ακριβώς την περιοχή. Το παραδοξολόγημα του Ουάιλντ υπαινίσσεται, παρόλη την υπερβολή του, κάτι που οι πιο υποψιασμένοι κριτικοί γνωρίζουν καλά: ότι το πραγματικό θέμα μιας κριτικής δεν είναι τόσο το κρινόμενο βιβλίο όσο ο ίδιος ο κριτικός.
Με άλλα λόγια, η κριτική είναι μια μορφή αυτοβιογραφίας: η μόνη πολιτισμένη μορφή αυτοβιογραφίας, όπως έλεγε πάλι ο Ουάιλντ. Κατά τον Ιρλανδό συγγραφέα, η κριτική πράξη εμφανίζεται «πιο συναρπαστική από την ιστορία, επειδή ο συγγραφέας εξομολογείται, πιο απολαυστική από τη φιλοσοφία, επειδή το θέμα της είναι συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο, πραγματικό και όχι αόριστο». Όταν ένας κριτικός προσεγγίζει ένα λογοτεχνικό έργο, δεν εφαρμόζει απλώς μια ουδέτερη, εργαστηριακή μέθοδο ανάλυσης. Στην πραγματικότητα, καταθέτει το δικό του βιωματικό υπόβαθρο, τις δικές του εμμονές, τις ευαισθησίες και τα τραύματά του. Κρίνοντας τον Άλλο (τον δημιουργό), ο κριτικός εξομολογείται τον εαυτό του.
Η Δημιουργία Ερήμην της Θεωρίας
Αυτή η βαθιά υποκειμενική και ανθρώπινη διάσταση της λογοτεχνίας μάς επαναφέρει σε μια θεμελιώδη αλήθεια που συχνά λησμονείται κάτω από το βάρος της σύγχρονης ακαδημαϊκής ορολογίας. Τα μεγάλα κείμενα της αρχαίας, της μεσαιωνικής και της νεότερης λογοτεχνίας μας έγιναν, ακόμη και από τους πιο μεγαλοφυείς δημιουργούς, ερήμην της θεωρίας. Δηλαδή η λογοτεχνική πράξη, η πηγαία ανάγκη του ανθρώπου να ιστορήσει και να ποιήσει, προηγείται πάντοτε της ανάγκης του να ταξινομήσει και να αναλύσει.
Ας αναλογιστούμε την ιστορική διαδρομή της ελληνικής γραμματείας. Ακόμη και ο Γοργίας, που στον κλασικό αιώνα συστηματοποίησε και νομοθέτησε τους κανόνες της Ρητορικής Τέχνης, διαπιστωτικός είναι, και ο άξονάς του περιστρέφεται γύρω από τον επιδιωκόμενο σκοπό της τέχνης. Ο Γοργίας δεν γέννησε τη ρητορική από το μηδέν μέσα από ένα θεωρητικό εργαστήριο. Παρατήρησε τον ζωντανό λόγο που ήδη ήκμαζε στην αγορά και στα δικαστήρια, διέκρινε τη γοητεία και την πειθώ του, και προσπάθησε να καταγράψει εκ των υστέρων πώς επιτυγχάνεται αυτή η «απάτη» και η ψυχαγωγία του ακροατή. Η θεωρία του ήταν μια διαπίστωση της πράξης, όχι η προϋπόθεσή της.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούμε και στους νεότερους χρόνους, στη μετάβαση προς τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή λογοτεχνία της Κρήτης. Στη συνείδηση του ποιητή του «Ερωτόκριτου» δεν φαίνεται να πρυτανεύει καμία λογοτεχνική θεωρία και όσες εμφανίστηκαν έπειτα από αιώνες είναι φιλολογικές προσεγγίσεις για να διαπιστωθούν οι πηγές και οι συγγένειες. Ο Βιτσέντζος Κορνάρος δεν είχε μπροστά του εγχειρίδια αφηγηματολογίας ή δομισμού όταν ύφαινε τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Κινούταν με οδηγό το ένστικτο, τη μουσικότητα της γλώσσας του και την παράδοση της εποχής του. Οι μεταγενέστερες αναλύσεις για τις ιταλικές πηγές του έργου, τις επιδράσεις και τις δομικές του συμμετρίες είναι ασφαλώς χρήσιμες, αλλά παραμένουν υποθέσεις και όχι φόρμες ερμηνείας και θεωρητικές φασκιές που περιόριζαν τον δημιουργό την ώρα της γέννας του έργου.
Η Απόσταση Ανάμεσα στο Βίωμα και την Ορολογία
Αυτή η εγγενής ελευθερία της δημιουργίας αναδεικνύει το χάσμα που συχνά χωρίζει τη ζωντανή λογοτεχνική εμπειρία από την ψυχρή, τεχνοκρατική ανάλυση. Για να γίνει πιο καθαρό αυτό το χάσμα, ας μεταφερθούμε νοητά στο πεδίο της λαϊκής μας παράδοσης, εκεί όπου η λογοτεχνία υπήρξε κατεξοχήν βιωματική, προφορική και συλλογική.
Θα είχε ακόμη και σήμερα νόημα ένα χρονικό όπου θα ρωτιόταν μια γριούλα αφηγήτρια παραμυθιού ή μιας παραλογής να απαντήσει σε ερωτήσεις του τύπου «τι είναι αφηγηματικό μοτίβο» ή «παραλλαγή» ή «πού τονίζεται το ημιστίχιο του δεκαπεντασύλλαβου» ή «τι είναι τομή, τι διασκελισμός και τι υπερβατό;».
Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, και η εικόνα αυτή εμπεριέχει μια βαθιά ειρωνεία. Η λαϊκή αφηγήτρια, που μεταφέρει από γενιά σε γενιά το βάρος και την ομορφιά αιώνων, κατέχει την ουσία της τέχνης χωρίς να γνωρίζει το όνομά της. Ξέρει πού να σταματήσει για να κρατήσει την ανάσα του ακροατή (τομή), ξέρει πώς να απλώσει το νόημα στον επόμενο στίχο (διασκελισμός), και πώς να αλλάξει τη σειρά των λέξεων για να δώσει έμφαση (υπερβατό). Αν τη ρωτήσουμε με τους όρους της πανεπιστημιακής φιλολογίας, θα σωπάσει αμήχανη. Κι όμως, η σιωπή της θα είναι πολύ πιο αυθεντικά λογοτεχνική από τις πολυσέλιδες αναλύσεις που προσπαθούν να εγκλωβίσουν το τραγούδι της σε θεωρητικά σχήματα.
Το Παράδοξο της Θεωρίας: Η θεωρία έρχεται πάντοτε δεύτερη. Επιχειρεί να εξηγήσει επιστημονικά αυτό που η ανθρώπινη ψυχή έχει ήδη συλλάβει και εκφράσει διαισθητικά. Όταν οι «θεωρητικές φασκιές» γίνονται πολύ στενές, κινδυνεύουν να πνίξουν το ίδιο το κείμενο που υπόσχονται να ερμηνεύσουν.
Η Επαναφορά στην Ουσία της Ανάγνωσης
Η λογοτεχνική κριτική, λοιπόν, οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο συμπληγάδες: από τη μία πλευρά, τον κίνδυνο μιας στείρας, στεγνής θεωρητικοποίησης που αποξενώνει το έργο από τον αναγνώστη, και από την άλλη, τον κίνδυνο μιας εντελώς άναρχης υποκειμενικότητας.
Αν δεχτούμε, μαζί με τον Ουάιλντ, ότι η κριτική είναι μια «πολιτισμένη μορφή αυτοβιογραφίας», τότε κατανοούμε ότι ο ρόλος του κριτικού δεν είναι να κάνει τον δικαστή ή τον ανατομικό επιστήμονα. Ο ρόλος του είναι να γίνει ο ιδανικός διαμεσολαβητής, ο άνθρωπος που θα μοιραστεί με το κοινό τη δική του, προσωπική περιπέτεια ανάγνωσης.
Τα μεγάλα κείμενα της ιστορίας μας δεν γράφτηκαν για να τροφοδοτούν αέναα συνέδρια και διατριβές. Γράφτηκαν για να μιλήσουν στη σχέση μας με τον Άλλον, για να μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Όταν η κριτική επιστρέφει σε αυτή τη συγκεκριμένη, πραγματική και ζωντανή βάση, παύει να είναι μια ανιαρή άσκηση ύφους και μετατρέπεται, πράγματι, στην πιο συναρπαστική εξομολόγηση της ανθρώπινης διάνοιας.

