ΓενικάΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Καταστροφή των Δημόσιων Χώρων ως Καθρέφτης της Κοινωνικής Σήψης: Μια Αποκαλυπτική Σύγκριση και ο Δρόμος για την Ανάκτηση των Κοινών Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης

Όταν περπατά κανείς στις ελληνικές πόλεις, η εικόνα των δημόσιων χώρων προσφέρει μια άμεση, οδυνηρή διάγνωση της συλλογικής μας κατάστασης. Σπασμένα παγκάκια, βανδαλισμένα μνημεία, πλατείες πνιγμένες στα σκουπίδια και τοίχοι καλυμμένοι με κακόγουστα, επιθετικά συνθήματα δεν αποτελούν απλώς αισθητικά προβλήματα. Είναι τα εξωτερικά συμπτώματα μιας βαθιάς, σοβούσας πολιτικής και κοινωνικής σήψης.

Ο δημόσιος χώρος είναι το φυσικό πεδίο της δημοκρατίας και της συνύπαρξης. Όταν αυτό το πεδίο αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση και βία, αποδεικνύεται ότι ο συνεκτικός ιστός της κοινωνίας μας έχει υποστεί σοβαρή διάβρωση.

  1. Μια Αποκαλυπτική Ευρωπαϊκή Σύγκριση

Η σύγκριση της ελληνικής πραγματικότητας με εκείνη των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών –ιδιαίτερα των βορειοευρωπαϊκών, αλλά και πολλών μεσογειακών– είναι αποκαλυπτική και, δυστυχώς, θλιβερή.

Σε πόλεις όπως το Μόναχο, η Κοπεγχάγη ή ακόμη και η Λυών, οι δημόσιοι χώροι αντιμετωπίζονται ως η «κοινή αυλή» των πολιτών. Τα πάρκα είναι καθαρά, τα ιστορικά κτίρια προστατεύονται και οι αστικές υποδομές σέβονται τον πεζό, τον ποδηλάτη, τον ηλικιωμένο και το παιδί.

Αυτή η διαφορά δεν οφείλεται σε κάποια γενετική ανωτερότητα των Ευρωπαίων πολιτών, αλλά σε δύο βασικούς παράγοντες:

  • Σχέση Πολίτη και Κράτους: Στις χώρες αυτές, ο πολίτης αισθάνεται ότι το κράτος επιστρέφει τους φόρους του με τη μορφή ποιοτικών υπηρεσιών. Συνεπώς, θεωρεί τον δημόσιο χώρο ως δική του περιουσία, την οποία οφείλει να προστατεύσει.
  • Αρχιτεκτονική της Ευθύνης: Η άμεση αποκατάσταση των ζημιών από τις δημοτικές αρχές (η γνωστή «θεωρία των σπασμένων παραθύρων») αποτρέπει την περαιτέρω υποβάθμιση. Ένας καθαρός χώρος εμπνέει σεβασμό. Αντίθετα ένας εγκαταλελειμμένος χώρος προσκαλεί τον βανδαλισμό.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται συχνά ως «χώρος του κανενός». Το κράτος θεωρείται εχθρικός μηχανισμός και η καταστροφή της δημόσιας περιουσίας εκλαμβάνεται λανθασμένα ως πράξη «αντίστασης» ή «επανάστασης», ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια βαθύτατα αντικοινωνική πράξη που πλήττει πρωτίστως τους πιο αδύναμους.

  1. Τα Βαθύτερα Αίτια της Σήψης

Η καταστροφή των δημόσιων χώρων στην πατρίδα μας δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο παραβατικότητας: πηγάζει από συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα:

Α. Η Κρίση της Κοινωνικής Λογοδοσίας και η Ατιμωρησία

Η διαφθορά, η διαπλοκή και η ατιμωρησία όλων όσοι εκμεταλλεύονται τις θέσεις τους για ίδιο όφελος έχουν δημιουργήσει ένα αίσθημα γενικευμένης αδικίας. Όταν οι πολίτες βλέπουν τους ισχυρούς να παρανομούν ασύστολα χωρίς συνέπειες, αναπτύσσουν μια κυνική στάση απέναντι στους νόμους. Ο βανδαλισμός γίνεται τότε μια σπασμωδική, θολή αντίδραση σε ένα σύστημα που θεωρείται διεφθαρμένο.

Β. Η «Τραγωδία των Κοινών» στην Ελληνική της Εκδοχή

Όπως έχουμε επισημάνει, όπου η ολότητα συλλογικά κατέχει κάτι, ο καθένας έχει το κίνητρο να το υπερχρησιμοποιεί ή να το απαξιώνει. Στην Ελλάδα, η έλλειψη παιδείας γύρω από την έννοια του «κοινού αγαθού» είναι κραυγαλέα. Η ελληνική οικογένεια παραδοσιακά υπήρξε υπερπροστατευτική για τον ιδιωτικό της χώρο (το σπίτι μας και η αυλή μας να είναι πεντακάθαρα), αλλά παντελώς αδιάφορη για τον δημόσιο (το σκουπίδι πετιέται έξω από το παράθυρο).

Γ. Η Ιδεολογική Νομιμοποίηση της Βίας

Για δεκαετίες, μέρος του πολιτικού συστήματος και της διανόησης αντιμετώπισε με ανοχή, αν όχι με συγκαλυμμένη συμπάθεια, τους βανδαλισμούς των δημόσιων κτιρίων και των πανεπιστημίων, βαφτίζοντάς τους «νεανική οργή» ή «αντισυστημική δράση». Αυτή η ιδεολογική σύγχυση απογύμνωσε την κοινωνία από τα ηθικά της αντανακλαστικά, επιτρέποντας σε ασήμαντες αναλογικά μειοψηφίες να καταστρέφουν την κοινή περιουσία χωρίς κοινωνική κατακραυγή.

  1. Η Δομική Αντιμετώπιση του Προβλήματος

Η λύση απέναντι στον βανδαλισμό των πόλεών μας δεν μπορεί να είναι απλώς κατασταλτική. Η αστυνόμευση είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί για να αλλάξει μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία. Απαιτείται μια ολιστική παρέμβαση που θα επανασυνδέσει τον πολίτη με τον χώρο του:

Α. Η Άμεση Αισθητική και Λειτουργική Αποκατάσταση

Οι δήμοι και το κράτος πρέπει να υιοθετήσουν την πολιτική της μηδενικής ανοχής στην υποβάθμιση. Μία μουτζουροτοιχογραφία σε ένα ιστορικό κτίριο πρέπει να σβήνεται μέσα σε 24 ώρες. Ένα σπασμένο φανάρι ή παγκάκι πρέπει να αντικαθίσταται αμέσως. Όταν η διοίκηση δείχνει ότι νοιάζεται για τον χώρο, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στους επίδοξους βανδάλους και εμπνέει ασφάλεια στους πολίτες.

Β. Η Επαναφορά της Κοινωνικής Λογοδοσίας και της Παιδείας

Η εκπαίδευση πρέπει να ξεφύγει από τα στενά, αφυδατωμένα όρια της στείρας αποστήθισης. Οφείλουμε να εισαγάγουμε στα σχολεία την αγωγή του πολίτη, όχι ως θεωρητικό μάθημα, αλλά ως βιωματική εμπειρία δημοκρατικής προστασίας του σχολικού και του αστικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, η αυστηρή τιμωρία των παραβατών –όχι απαραίτητα με φυλάκιση, αλλά με υποχρεωτική κοινωνική εργασία για την αποκατάσταση των ζημιών– θα λειτουργήσει σωφρονιστικά και δίκαια.

Γ. Η «Προβολή στην Κοινωνική Αλληλεγγύη» ως Αντίδοτο στη Βία

Το πρώτο στοιχείο που διακρίνει την υγιή εξέγερση ή διαμαρτυρία από το τυφλό ξέσπασμα της βίας είναι η προβολή στην κοινωνική αλληλεγγύη. Οι πολίτες, και ιδιαίτερα η νέα γενιά, πρέπει να κατανοήσουν ότι η καταστροφή ενός δημόσιου λεωφορείου, ενός νοσοκομείου ή ενός πάρκου δεν πλήττει τους «ολιγάρχες» ή το «σύστημα».

Πλήττει τον εργαζόμενο που δεν έχει αυτοκίνητο, τον συνταξιούχο που αναζητά μια ανάσα δροσιάς, τη μητέρα με το καροτσάκι. Η προστασία του δημόσιου χώρου είναι μια πράξη ταξικής και κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους.

Διεκδικώντας την Αξιοπρέπεια των Πόλεών μας

Η καταστροφή των δημόσιων χώρων στην Ελλάδα είναι το καθρέφτισμα μιας κοινωνίας που έμαθε να δρα ιδιοτελώς, να αδιαφορεί για το μέλλον και να εκτονώνει τις νευρώσεις της πάνω στα κοινά αγαθά. Δεν μπορούμε να απαιτούμε ευρωπαϊκά σταθερότυπα ζωής, όταν αποδεχόμαστε με μοιρολατρία τον βανδαλισμό της καθημερινότητάς μας.

Η ανάκτηση των δημόσιων χώρων είναι ο μόνος δρόμος για να ξαναβρούμε τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Απαιτεί από εμάς να βγούμε από τον ναρκισσιστικό μας απομονωτισμό, να απορρίψουμε τη συμβατική αδιαφορία των πολλών και να αντιμετωπίσουμε την πόλη μας ως το κοινό μας σπίτι.

Προστατεύοντας τις πλατείες, τα πάρκα και τα μνημεία μας, υπερασπιζόμαστε την ίδια τη δημοκρατία και το δικαίωμά μας σε μια ζωή με ποιότητα, με αισθητική και αληθινό πολιτισμό. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στον δημόσιο χώρο δείχνει πόσο πραγματικά σεβόμαστε τον συνάνθρωπό μας και, εν τέλει, τον ίδιο μας τον εαυτό.