ΓενικάΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Θεατρική «Αλήθεια»: ανάμεσα στην Ιεροτελεστία και την Ιεροσυλία Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Είναι ηθικά και καλλιτεχνικά έντιμο ένας σκηνοθέτης «προσωρινής κοπής» να διαμελίζει το έργο ενός μεγάλου κλασικού για να ενισχύσει τον παθολογικό του αυτοθαυμασμό;…

Το θέατρο, στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μοιάζει περισσότερο από ποτέ με ένα πεδίο μάχης. Στη μία πλευρά της αρένας παρατάσσονται οι υπέρμαχοι της «επιτελεστικής στροφής», εκείνοι που διακηρύσσουν πως η παράσταση δεν είναι παρά η ζωντανή, εφήμερη αλήθεια της στιγμής της. Στην αντίπερα όχθη, οι υπερασπιστές της φιλολογικής και καλλιτεχνικής ακεραιότητας υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως «σφαγιασμό» των κλασικών κειμένων. Το ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι απλώς αισθητικό, αλλά βαθιά οντολογικό: Πού τελειώνει η δημιουργική ερμηνεία και πού αρχίζει η σκηνοθετική παρασιτία;

Η Γοητεία του «Εδώ και Τώρα»

Η σύγχρονη θεατρολογία έχει εισαγάγει μια ριζοσπαστική παραδοχή: η παράσταση δεν είναι η «μετάφραση» ενός κειμένου στη σκηνή, αλλά η θεατρική αλήθεια της επιτέλεσής της. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το θέατρο δεν κατοικεί στις τυπωμένες σελίδες ενός βιβλίου, αλλά στον ιδρώτα του ηθοποιού, στην αναπνοή του θεατή και στην ηλεκτρισμένη ενέργεια που παράγεται κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους.

Η «αλήθεια» εδώ είναι υλική και χρονική. Είναι το «συμβάν». Αν ένας ηθοποιός σκοντάψει, αν μια παύση διαρκέσει δευτερόλεπτα παραπάνω λόγω μιας ξαφνικής συγκίνησης, αν το φως πέσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο πάνω σε ένα πρόσωπο, αυτό είναι το μόνο πράγμα που υφίσταται εκείνη τη στιγμή. Αυτή η προσέγγιση απελευθερώνει το θέατρο από τον ρόλο του «μουσειακού εκθέματος». Το μετατρέπει σε έναν ζωντανό οργανισμό που αναπνέει το παρόν, απορρίπτοντας την ιδέα ότι υπάρχει μια «ορθή» ή «ιερή» ανάγνωση που πρέπει να αναπαράγεται εσαεί.

Η Ένσταση της Ιεροσυλίας

Ωστόσο, αυτή η απόλυτη ελευθερία φέρει μαζί της έναν μεγάλο κίνδυνο, τον οποίο επισημαίνουν όσοι τρέφουν σεβασμό στη διαχρονία του Λόγου. Όταν η επιτέλεση αποθεώνεται ως η μόνη αλήθεια, τότε το κείμενο κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απλό πρόσχημα (pretext). Εδώ εγείρεται το επιχείρημα της «ιεροσυλίας»: Είναι ηθικά και καλλιτεχνικά έντιμο ένας σκηνοθέτης «προσωρινής κοπής» να διαμελίζει το έργο ενός μεγάλου κλασικού για να ενισχύσει τον παθολογικό του αυτοθαυμασμό;

Η κριτική είναι αμείλικτη και συχνά δίκαιη. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες παραστάσεων όπου ο Σαίξπηρ ή ο Σοφοκλής «συμπληρώνονται» με άσχετες πολιτικές παραπομπές, ανόητους αυτοσχεδιασμούς ή ακατανόητα σκηνοθετικά ευρήματα που δεν έχουν καμία οργανική σχέση με τον πυρήνα του έργου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «επιτέλεση» δεν είναι αλήθεια, αλλά ένας ναρκισσιστικός θόρυβος. Ο δημιουργός δεν προσπαθεί να συνομιλήσει με το μέγεθος του κλασικού, αλλά να «εισπράξει προσωρινή δόξα με ξένα κόλλυβα», χρησιμοποιώντας το κύρος του ονόματος του συγγραφέα για να γεμίσει την αίθουσα, ενώ στην πραγματικότητα προβάλλει μόνο την προσωπική του αισθητική ένδεια.

Το Χάσμα μεταξύ Οράματος και «Δήθεν»

Το κρίσιμο ερώτημα που διαχωρίζει μια υποδειγματική παράσταση από ένα «παρορμητικό δηθενικό φιάσκο» είναι η εσωτερική αναγκαιότητα. Η διαφορά έγκειται στο αν η παρέμβαση του σκηνοθέτη λειτουργεί ως «φακός» ή ως «μάσκα».

Ο Φακός: Ένας μεγάλος σκηνοθέτης μπορεί να αλλάξει την εποχή, το φύλο των ηρώων ή ακόμη και τη δομή των διαλόγων, αλλά το κάνει για να αποκαλύψει μια κρυμμένη πτυχή του έργου που η παραδοσιακή ανάγνωση είχε θάψει κάτω από τη σκόνη του χρόνου. Εδώ, η επιτέλεση είναι αληθινή γιατί είναι έντιμη απέναντι στο πνεύμα, αν όχι στο γράμμα, του δημιουργού.

Η Μάσκα: Στο «δηθενικό» φιάσκο, οι αλλαγές γίνονται απλά και μόνο για την αλλαγή. Ο σκηνοθέτης φοβάται ότι το κείμενο είναι «παλιό» ή «βαρετό» και προσπαθεί να το «εκσυγχρονίσει» με εξωτερικά στολίδια. Αυτό δεν είναι επιτέλεση, είναι διακόσμηση. Είναι μια προσπάθεια να κρυφτεί η αδυναμία του σκηνοθέτη να κατανοήσει το βάθος του λόγου πίσω από μια επιφάνεια αναιδούς προκλητικότητας.

Η Ευθύνη της Δημιουργίας

Η ένσταση «αν θέλει να προσφέρει κάτι νέο, ας γράψει το δικό του έργο» είναι η απόλυτη πρόκληση προς τον σύγχρονο δημιουργό. Γιατί, πράγματι, η κατάχρηση ενός κλασικού κειμένου εμπεριέχει μια δόση καλλιτεχνικής δειλίας. Η αναμέτρηση με ένα λευκό χαρτί απαιτεί μεγαλύτερο σθένος από τη διασκευή ενός ήδη επιτυχημένου μύθου.

Όταν όμως ένας σκηνοθέτης επιλέγει τον δρόμο της διασκευής, αναλαμβάνει μια βαριά ευθύνη. Το κείμενο δεν είναι ιδιοκτησία του, είναι ένας κοινός τόπος μνήμης. Η «θεατρική αλήθεια» της επιτέλεσης δεν πρέπει να είναι μια άδεια επιταγή για αυθαιρεσία. Πρέπει να είναι μια πράξη που, ακόμα και στην πιο βίαιη εκδοχή της, πηγάζει από μια βαθιά γνώση και έναν ακόμα βαθύτερο πόνο για το αντικείμενο.

Η Διαλεκτική του Ζωντανού Θεάτρου

Εν τέλει, η αλήθεια της παράστασης βρίσκεται στη λεπτή ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας της σκηνής και του σεβασμού προς τη διαχρονία. Το θέατρο δεν μπορεί να είναι μόνο «μουσείο», γιατί τότε θα πεθάνει από ασφυξία. Δεν μπορεί όμως να είναι και ένα πεδίο ασύδοτου πειραματισμού «ολίγων» δημιουργών, γιατί τότε θα χάσει την πνευματική του εγκυρότητα.

Η υποδειγματική παράσταση είναι εκείνη που καταφέρνει να κάνει τον θεατή να ξεχάσει αν αυτό που βλέπει είναι «πιστό» στο κείμενο, γιατί τον έχει πείσει ότι αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή είναι αναγκαίο. Αν η επιτέλεση δεν παράγει νόημα, αν δεν μεταμορφώνει τον θεατή, αν δεν τον κάνει να δει τον κόσμο με άλλα μάτια, τότε δεν είναι αλήθεια. Είναι απλώς μια χαμένη ευκαιρία, μια θορυβώδης ασέβεια που η ιστορία της τέχνης, με τη δική της αμείλικτη κρίση, θα στείλει γρήγορα στη λήθη.

Το στοίχημα για το σύγχρονο θέατρο παραμένει: να βρει την αλήθεια του χωρίς να θυσιάσει το πνεύμα του.