Είδωλα Πολιτισμού Και Κυνική Προσαρμοστικότητα: Η Κριτική Σκέψη Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά Του Σπύρου Άνδρεϊτς
Πέθανε Ένας Τιτάνας Της Ανοιχτόμυαλης, Χειραφετητικής, Αδογμάτιστης Και Πνευματικά Καλλιεργημένης Αριστεράς.
ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟ ΣΧΟΛΙΟ: Στην εποχή της ακαριαίας άποψης, το δημόσιο πένθος για την απώλεια σπουδαίων διανοητών έχει μετατραπεί σε μια θλιβερή βιομηχανία προχειρότητας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται από ατεκμηρίωτες αγιογραφίες ή αθεμελίωτους αφορισμούς, συνταγμένα από ανθρώπους που αδυνατούν να βγάλουν πέρα ακόμα και μια σελίδα πυκνού στοχασμού, αλλά σπεύδουν ωστόσο να «οικειοποιηθούν» ή να αναθεματίσουν ονόματα των οποίων το πνευματικό βάρος αγνοούν. Απέναντι σε αυτή τη θορυβώδη υπερπαραγωγή ψηφιακής ανοησίας, όπου η άγνοια φορτίζεται με αυθάδεια, η μόνη σοβαρή στάση είναι η επιστροφή στα ίδια τα κείμενα και η ουσιαστική, αδέκαστη μελέτη του έργου που αφήνουν πίσω τους.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και πανεπιστημιακούς δασκάλους της νεότερης Ελλάδας, άφησε πίσω του ένα ογκώδες και διεισδυτικό έργο που ακτινογραφεί τις μεταμορφώσεις του νεωτερικού πολιτισμού, τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και τα αδιέξοδα της σύγχρονης δημοκρατίας. Διατρέχοντας τη διαδρομή του—από τη νεανική του ενασχόληση με την «Ελληνική Τραγωδία» κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και τη θητεία του στη Γαλλία του Μάη του ’68, έως τις ύστερες παρεμβάσεις του στην Ακαδημία Αθηνών—ο Τσουκαλάς παρέμεινε ένας ακάματος αναλυτής της κοινωνικής πραγματικότητας. Στο επίκεντρο του στοχασμού του βρίσκεται η συστηματική αποδόμηση των ιδεολογικών κατασκευών που λειτουργούν ως «είδωλα πολιτισμού»: αξίες, έννοιες και πολιτικά προγράμματα που, ενώ γεννήθηκαν για να απελευθερώσουν τον άνθρωπο, κατέληξαν να νομιμοποιούν τις νέες μορφές κυριαρχίας, αλλοτρίωσης και συστημικού παραλογισμού.
- Η Αποδόμηση του Νεωτερικού Τριπτύχου
Στο θεμελιώδες έργο του «Είδωλα Πολιτισμού: Ελευθερία, Ισότητα και Αδελφότητα στη Σύγχρονη Πολιτεία», ο Τσουκαλάς επανεξετάζει το ιστορικό πρόσταγμα της Γαλλικής Επανάστασης. Υποστηρίζει ότι στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού, το τρίπτυχο αυτό έχει υποστεί μια δομική και σημειολογική μετάλλαξη. Δεν καθοδηγεί πλέον την κοινωνική απελευθέρωση, αλλά λειτουργεί ως επικοινωνιακό περίβλημα για τη συγκάλυψη των διογκούμενων ανισοτήτων. Η πολιτική ελευθερία, ως συλλογική αυτοδιάθεση και ισότιμη συμμετοχή στα κοινά, συρρικνώνεται δραματικά. Αντικαθίσταται από την αρνητική ελευθερία της καταναλωτικής επιλογής και την ασύδοτη προώθηση της ατομικής «κτητικής μανίας», όπου ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να επιθυμεί απεριόριστα, μετατρέποντας τον πλησίον σε ανταγωνιστή ή εχθρό.
Παράλληλα, ενώ η έννομη τάξη αναγνωρίζει τυπικά ίσα δικαιώματα, οι πραγματικές κοινωνικοοικονομικές ανισότητες εκρήγνυνται. Η ανισότητα αποπολιτικοποιείται και παρουσιάζεται ως φυσικό αποτέλεσμα ατομικής αποτυχίας ή έλλειψης καπατσοσύνης των “αρπακτικών”, απαλλάσσοντας τις δομές της αγοράς από κάθε ευθύνη. Την ίδια στιγμή, η αλληλεγγύη και το κοινωνικό συμβόλαιο υποχωρούν μπροστά στον γενικευμένο ατομικισμό. Όπου επανεμφανίζεται η αδελφότης, προσλαμβάνει συχνά τη μορφή παθητικής φιλανθρωπίας ή περιχαρακώνεται σε φοβικές, κλειστές ταυτότητες απέναντι στον «Άλλο». Ο οικονομισμός και η τεχνοκρατική διαχείριση εκτοπίζουν έτσι την πολιτική, μετατρέποντας τις δημοκρατικές διαδικασίες σε θέαμα και τους πολίτες σε παθητικούς καταναλωτές.
- Η Αριστερά, η Εξουσία και το «Πολιτικό Χρήμα»
Η κριτική του Κωνσταντίνου Τσουκαλά επεκτείνεται με τρόπο αμείλικτο, αλλά και βαθιά μελαγχολικό, στην ιστορική διαδρομή και τα διλήμματα της Αριστεράς. Σκιαγραφώντας την εμπειρία της «πρώτης φοράς Αριστερά» στην Ελλάδα—στην οποία ο ίδιος συμμετείχε βραχύβια ως βουλευτής Επικρατείας—διαπιστώνει μια οδυνηρή απόσταση ανάμεσα στην αφετηριακή ουτοπία και την κυβερνητική πρακτική. Η Αριστερά, ως ιστορικό προϊόν ενός «ρεαλιστικού ρομαντισμού», βρέθηκε αντιμέτωπη με την εγγενή αντίφαση της εξουσίας. Από τη στιγμή που ο στόχος της διακυβέρνησης έγινε ορατός, εγκλωβίστηκε στο φάντασμα της κυβερνησιμότητας, συντηρώντας στους κόλπους της έναν εσμό ετερόκλητων επιδιώξεων.
Ήδη από το 1988, ο Τσουκαλάς είχε εισαγάγει τον όρο «πολιτικό χρήμα» για να περιγράψει την ακατάλυτη διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με τα οικονομικά συμφέροντα. Στη μετανεωτερική εποχή, η εξάρτηση αυτή δεν αποτελεί παρέκκλιση, αλλά θεωρείται αναγκαία και φυσιολογική παράμετρος μιας ανεπίστρεπτης κανονικότητας, από την οποία δεν μπόρεσε να ξεφύγει ούτε η ριζοσπαστική Αριστερά. Παγιδευμένη ανάμεσα σε έναν παρωχημένο ενδοσκοπικό ρομαντισμό και έναν ιδιοτελή μετα–πραγματισμό = κυνική προσαρμοστικότητα, η κυβερνώσα Αριστερά αρνήθηκε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. ( Η διάκριση μεταξύ «Πραγματισμού» και «Μετα-πραγματισμού»: Ο κλασικός Πραγματισμός πρεσβεύει την προσαρμογή στην πραγματικότητα με γνώμονα τη λογική, την αποτελεσματικότητα, τη χρησιμότητα και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής βάσει ορθολογικών κριτηρίων.
Ο Μετα–πραγματισμός ξεπερνά ακόμα και αυτόν τον ορθολογικό πραγματισμό. Δεν αναζητά πλέον τι είναι «χρήσιμο» ή «αποτελεσματικό» για το κοινό καλό, αλλά μετατρέπεται σε κυνική προσαρμοστικότητα. Δηλαδή, η πολιτική δράση αποσυνδέεται από κάθε αξιακό, ηθικό ή ιδεολογικό έρεισμα και υπακούει αποκλειστικά στους κανόνες της επικοινωνίας, της διαχείρισης της εικόνας και της διατήρησης της εξουσίας.
Τούτου ένεκα το «ηθικό πλεονέκτημα» εργαλειοποιήθηκε και αντιμετωπίστηκε ως εμπόρευμα προς αξιοποίηση, αντί για έναν διαρκή και ανιδιοτελή αγώνα. Ανάμεσα στην ιδέα και την πράξη παρεμβάλλονται πάντα οι σκιές της εξουσίας, και η Αριστερά καταδιώκεται από τη μοίρα του Σίσυφου κάθε φορά που επιχειρεί να αυτονομηθεί από τα πρόσωπα που τη χρησιμοποιούν χωρίς να την υπηρετούν. Παρά το αίσθημα ματαίωσης, ο Τσουκαλάς επιμένει ότι η Αριστερά δεν ταυτίζεται με τα πρόσωπα, αλλά παραμένει αδιάβλητη ως σύστημα ιδεών ισότητας και δικαιοσύνης.
- Η Ύβρις της «Ανάπτυξης» και η Περιβαλλοντική Κρίση
Στην ύστερη περίοδο της ζωής του, όπως αποτυπώθηκε στην ιστορική ομιλία υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών, ο Τσουκαλάς διεύρυνε την κριτική του στην ίδια την έννοια της «ανάπτυξης» και την κλιματική κρίση. Η μεταμόρφωση της αφηρημένης ιδέας της προόδου σε μετρήσιμη ανάπτυξη αποτέλεσε μια ρηξικέλευθη τομή. Η ποσοτική μεγέθυνση αντικατέστησε την ποιοτική αναζήτηση του ευ ζην, ανατρέποντας την αρχαιότερη σοφία του «παν μέτρον άριστον». Ο νεοφιλελευθερισμός επέβαλε μια κουλτούρα όπου το άτομο καλείται να πετάξει μόνο του σαν νέος Ίκαρος, αψηφώντας τα όρια της φύσης και της κοινωνίας, με την αυταπάτη ότι το μόνο όριο είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Αυτή η έξαρση της ατομικής και συστημικής ύβρεως οδήγησε αναπόδραστα στη νέμεση της κλιματικής αλλαγής. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, δύο θεμελιώδεις προτεραιότητες—η αέναη οικονομική ανάπτυξη και η περιβαλλοντική επιβίωση—εμφανίζονται παντελώς ασύμβατες. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη, οι επιχειρήσεις και τα άτομα εγκλωβίζονται σε μια σχιζοειδή συμπεριφορά, μετατρεπόμενοι σε λαθρεπιβάτες της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη σωτηρίας του πλανήτη, αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει το ατομικό ή εθνικό κόστος, ελπίζοντας ότι οι περιορισμοί θα επιβληθούν στους άλλους.
- Προς έναν Νέο Ιστορικό Συμβιβασμό
Μπροστά σε αυτό το γιγαντιαίο αδιέξοδο, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επικαλείται την περίφημη αλληγορία του Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον Άγγελο της Ιστορίας: ο άγγελος κοιτάζει τα ερείπια του παρελθόντος και θα ήθελε να σταθεί για να αναστήσει τους νεκρούς, αλλά η θύελλα που φυσάει από τον παράδεισο—αυτό που ονομάζουμε πρόοδο—τον ωθεί βίαια προς το μέλλον. Για να μην καταλήξει η θύελλα αυτή στον ολικό όλεθρο, ο Τσουκαλάς υπογραμμίζει την ανάγκη ενός Νέου Ιστορικού Συμβιβασμού. Αυτός ο συμβιβασμός απαιτεί τη ριζική αναθεώρηση της έννοιας της προόδου, την αποσύνδεσή της από την αλόγιστη ποσοτική κατανάλωση και τον συλλογικό επανακαθορισμό του ποιες υπηρεσίες και αγαθά πρέπει να παράγονται και ποια πρέπει να παραμεριστούν.
Η Διαρκής Παρακαταθήκη της Ελπίδας
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπήρξε ένας διανοητής που δεν δίστασε να αποδομήσει τα αγαπημένα του ιδεολογικά καταφύγια. Αποκαλύπτοντας πώς τα ιδεώδη της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφότητας μετατράπηκαν σε «είδωλα πολιτισμού», και πώς η πολιτική ηττήθηκε από τις δικές της αυταπάτες και την υποταγή της στο οικονομικό όφελος, δεν κατέληξε στον μηδενισμό. Αντίθετα, η κριτική του παρέμεινε μια πράξη ευθύνης. Θυμίζοντάς μας ότι η ελπίδα δεν υπόκειται στους νόμους του γήρατος, ο Τσουκαλάς μας καλεί να διατηρήσουμε το μέλλον ανοικτό, αναζητώντας μια νέα συλλογική συνείδηση όπου το δίλημμα συμπυκνώνεται πλέον στο αμείλικτο «όλοι μας ή κανείς».

