Από το σφυροδρέπανο στη σβάστικα: Η αλληλοτροφοδοσία των ολοκληρωτισμών στο θερμοκήπιο της Ανατολικής Γερμανίας. Γράφει ο Κώστας Χ. Βασιλάκης
Ανάλυση του βαθέος κοινωνικοπολιτικού φαινομένου στην καρδιά της Ευρώπης. Πώς οι δομές του κρατικού αυταρχισμού, η υποκρισία της «σοσιαλιστικής» ελίτ και η αποτυχία της επανένωσης μετέτρεψαν το παλιό αντιδυτικό αίσθημα σε έναν σύγχρονο ακροδεξιό εθνολαϊκιστικό ριζοσπαστισμό.
Η πολιτική γεωγραφία της σύγχρονης Γερμανίας κρύβει ένα από τα πιο έντονα και ανησυχητικά κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (ΛΔΓ), εκεί όπου για σχεδόν μισό αιώνα κυριαρχούσε ένα αυστηρό, μονολιθικό κομμουνιστικό καθεστώς, η ναζιστική ακροδεξιά (AfD) γνωρίζει σήμερα μια εκρηκτική άνοδο και «απογειώνεται» εκλογικά. Για τον επιδερμικό παρατηρητή, η μετάβαση από το σφυροδρέπανο στη σβάστικα και τα εθνικιστικά σύμβολα μοιάζει με ακατανόητο ιστορικό βραχυκύκλωμα. Για την τεκμηριωμένη ανάλυση, ωστόσο, η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλληλοτροφοδοσία των ολοκληρωτισμών. Το φαινόμενο δεν αποτελεί ιστορική παραφωνία, αλλά το άμεσο προϊόν βαθιών δομικών, ψυχολογικών και ιστορικών αιτιών που συνδέονται άρρηκτα με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε η γερμανική επανένωση.
Η Αυταρχική Κληρονομιά και η Μήτρα του Κρατικού Ελέγχου
Η πρώτη και πιο κρίσιμη παράμετρος για την κατανόηση αυτής της ιδεολογικής μετάλλαξης εντοπίζεται στην παντελή έλλειψη οργανικής δημοκρατικής παράδοσης στις περιοχές της πρώην ΛΔΓ. Η μετάβαση των πολιτών της Ανατολικής Γερμανίας από τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό του Μεσοπολέμου στον κομμουνιστικό αυταρχισμό της Στάζι και του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος (SED) έγινε χωρίς κανέναν ενδιάμεσο δημοκρατικό σταθμό. Από το 1933 έως το 1989, τρεις διαδοχικές γενιές ανθρώπων γαλουχήθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος ήλεγχε τα πάντα, η διαφωνία ποινικοποιούνταν και η έννοια του πολιτικού πλουραλισμού ήταν ανύπαρκτη.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η δομική αλληλοτροφοδοσία των ολοκληρωτισμών: οι νοοτροπίες που καλλιεργούνται υπό ένα αυταρχικό καθεστώς δεν εξαφανίζονται αυτόματα με την αλλαγή του πολιτεύματος. Όταν το κομμουνιστικό κράτος κατέρρευσε, η κουλτούρα του πολιτικού διαλόγου, της ανοχής στη διαφορετικότητα και του δημοκρατικού συμβιβασμού—στοιχεία που είχαν καλλιεργηθεί επί δεκαετίες στη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία—επιβλήθηκαν τεχνητά και δεν ρίζωσαν ποτέ οργανικά στην ανατολική κοινωνία.
Η Ύπουλη Υποκρισία του Καθεστώτος και η Ψευδαίσθηση της Πρόνοιας
Πέρα από τον ασφυκτικό και δολοφονικό χαφιεδισμό της διαβόητης Στάζι, η καθημερινότητα στη ΛΔΓ χαρακτηριζόταν από μια βαθιά, συστημική υποκρισία που δηλητηρίασε τις κοινωνικές συνειδήσεις. Η επίσημη προπαγάνδα του σφυροδρέπανου διακήρυττε την ταξική ισότητα, όμως η πραγματικότητα, όπως αποκαλύπτουν στελέχη του τότε διοικητικού μηχανισμού, ήταν ριζικά διαφορετική.
Οι εκλεκτοί του καθεστώτος, η κομματική νομενκλατούρα και οι αξιωματούχοι, απολάμβαναν μια προνομιακή ζωή, έχοντας πρόσβαση σε δικά τους, κλειστά εστιατόρια και σούπερ μάρκετ, γεμάτα με ποιοτικά και συχνά δυτικά αγαθά. Αντίθετα, ο απλός λαός, ο «λαουτζίκος», ήταν καταδικασμένος να στοιχίζεται σε ατέλειωτες, ταπεινωτικές ουρές για να εξασφαλίσει ένα ανεπαρκές δελτίο ειδών διατροφής και βασικών αγαθών. Αυτή η διαρκής στέρηση και η εξόφθαλμη αδικία δημιούργησαν μια κοινωνία βαθιάς καχυποψίας. Όταν το καθεστώς κατέρρευσε, οι πολίτες δεν είχαν μάθει να εμπιστεύονται τους θεσμούς, αλλά να τους φοβούνται και να τους απεχθάνονται. Αυτό το ιστορικό έλλειμμα εμπιστοσύνης αποτελεί σήμερα το ιδανικό καύσιμο για την ακροδεξιά, η οποία εργαλειοποιεί την παλιά καχυποψία απέναντι σε κάθε ελίτ, παρουσιάζοντας το σημερινό Βερολίνο ως τη «νέα νομενκλατούρα».
Το Τραύμα της Επανένωσης και οι «Πολίτες Δεύτερης Κατηγορίας»
Αυτή η ψυχολογική προδιάθεση βρήκε πρόσφορο έδαφος στο βαθύ οικονομικό και κοινωνικό τραύμα που άφησε πίσω της η πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία πανηγύρισε το 1989 ως τον απόλυτο θρίαμβο της ελευθερίας. Στην πράξη, όμως, για εκατομμύρια Ανατολικογερμανούς, η επανένωση δεν βιώθηκε ως μια ισότιμη ένωση δύο κρατών, αλλά ως μια βίαιη απορρόφηση της Ανατολής από τη Δύση.
Η εσπευσμένη ιδιωτικοποίηση ή το καθολικό κλείσιμο των ανατολικογερμανικών βιομηχανιών οδήγησε εν μια νυκτί εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία, την κοινωνική περιθωριοποίηση και τη μαζική μετανάστευση προς τα δυτικά κρατίδια για λόγους επιβίωσης. Μαζί με το οικονομικό σοκ, συντελέστηκε και μια βαθιά πολιτισμική υποτίμηση. Οι δομές, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι αξίες της Δύσης επιβλήθηκαν πλήρως, ενώ οι προσωπικές διαδρομές, οι κόποι και η ταυτότητα δύο γενεών Ανατολικογερμανών σβήστηκαν συλλήβδην ως «παρωχημένα» κατάλοιπα. Αυτό καλλιέργησε ένα μόνιμο, συλλογικό αίσθημα απογοήτευσης και την πεποίθηση ότι αντιμετωπίζονται συστηματικά ως «πολίτες δεύτερης κατηγορίας», μια βουβή οργή που επί δεκαετίες αναζητούσε πολιτική διέξοδο.
Συγκοινωνούντα Δοχεία: Από τη Ριζοσπαστική Αριστερά στην Ακροδεξιά
Η πολιτική ανάλυση των εκλογικών μετακινήσεων στην περιοχή αποκαλύπτει με ξεκάθαρο τρόπο πώς λειτουργεί στην πράξη αυτή η αλληλοτροφοδοσία. Η Ακροδεξιά και η Ριζοσπαστική Αριστερά λειτουργούν στην Ανατολική Γερμανία ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ιστορικά, το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke) ήταν η κυρίαρχη δύναμη της περιοχής, καθώς εξέφραζε τη συστημική διαμαρτυρία κατά του δυτικογερμανικού κατεστημένου. Τα τελευταία χρόνια, όμως, παρατηρείται μια μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων απευθείας από την Αριστερά προς την Ακροδεξιά.
Για ένα μεγάλο ποσοστό των Ανατολικογερμανών ψηφοφόρων, η κλασική ιδεολογική διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς έχει ελάχιστη σημασία. Το πρωτεύον κίνητρό τους είναι η καθολική τιμωρία των παραδοσιακών κομμάτων του Βερολίνου. Όταν η Αριστερά άρχισε να ενσωματώνεται στο σύστημα ή να επικεντρώνεται σε μια δικαιωματική ατζέντα, η ακροδεξιά εμφανίστηκε ως η μόνη αυθεντική, «αντισυστημική» φωνή.
Επιπλέον, τα δύο αυτά άκρα μοιράζονται κοινά ψυχολογικά και πολιτικά αντανακλαστικά που επιβιώνουν από την εποχή της ΛΔΓ: έναν έντονο σκεπτικισμό απέναντι στο ΝΑΤΟ και τη Δύση, διάχυτα φιλορωσικά αισθήματα (λόγω ιστορικής συνήθειας) και έναν έντονο κοινωνικό συντηρητισμό. Η ακροδεξιά κατάφερε να εκμεταλλευτεί το παλιό αντιδυτικό αίσθημα του κομμουνιστικού καθεστώτος, μετατρέποντάς το σε έναν σύγχρονο εθνολαϊκιστικό εθνικισμό.
Η Δημογραφική Αποψίλωση ως Καταλύτης
Τέλος, ο δημογραφικός παράγοντας λειτουργεί ως ο τελικός καταλύτης για την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Μετά το 1989, η Ανατολική Γερμανία υπέστη μια πρωτοφανή δημογραφική αφαίμαξη. Οι νέοι, οι πιο μορφωμένοι και, κυρίως, οι γυναίκες εγκατέλειψαν μαζικά την επαρχία για να βρουν εργασία στη Δύση. Αυτή η μαζική έξοδος άφησε πίσω της ολόκληρες περιοχές δημογραφικά γερασμένες, κοινωνικά απομονωμένες και κυρίως ανδροκρατούμενες.
Στις κοινωνίες αυτές, η αίσθηση ότι έχουν εγκαταλειφθεί από το επίσημο κράτος είναι διάχυτη. Όταν οι υποδομές καταρρέουν και τα νοσοκομεία υποβαθμίζονται, ο φόβος για το μέλλον γιγαντώνεται. Η ακροδεξιά ρητορική, επενδύοντας με μαεστρία στον φόβο της «δημογραφικής αντικατάστασης» και της παρακμής, βρίσκει σε αυτές τις απομονωμένες κοινότητες το ιδανικό ακροατήριο.
Κατά συνέπεια η εντυπωσιακή άνοδος της ακροδεξιάς στην πρώην κομμουνιστική Ανατολή δεν είναι μια τυχαία ιστορική παραφωνία. Είναι η τρανή απόδειξη ότι η κοινωνική, οικονομική και ψυχολογική ενσωμάτωση της επανένωσης απέτυχε, επιτρέποντας στις βαθύτερες δομές του παρελθόντος να επιβιώσουν. Η ακροδεξιά δεν δημιούργησε την οργή των Ανατολικογερμανών. Απλώς της προσέφερε οργανωμένη πολιτική στέγη. Το φάντασμα του αυταρχισμού, μεταλλαγμένο από κομμουνιστικό σε ακροδεξιό, επιστρέφει για να στοιχειώσει τη Γερμανία, αποδεικνύοντας ότι όταν οι πληγές της ιστορίας αγνοούνται, οι μηχανισμοί του ολοκληρωτισμού τείνουν να αλληλοτροφοδοτούνται και να επιστρέφουν με τον πιο επικίνδυνο τρόπο.

