ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Από τις σκουριασμένες λαμαρίνες στο Φώς. Γράφει ο Γιάννης Ρεβύθης

Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό στην Κέρκυρα και ήρθε στη ζωή, παρέα με έναν σκοτεινό συνοδοιπόρο. Την επιληψία. Ήλθε στη ζωή εκείνα τα πολύ δύσκολα χρόνια, σε έναν τόπο όπου η λέξη “επιληψία” ήταν ξένη, άγνωστη στους πολλούς και για όσους την γνώριζαν, ακούγονταν τρομακτική. Όσο για τον ασθενή, ήταν λέγανε ο “δαιμονισμένος”.
Ο ερχομός του παιδιού στη ζωή, δυστυχώς συνοδεύτηκε με έναν άγνωστο φόβο γιατί καταλάβαινε, κάθε φορά που του συνέβαινε η επιληπτική κρίση, ήταν ένας μικρός θάνατος γι’ αυτόν, κι ένας εφιάλτης για τους δικούς του, που κρατιόνταν άγρυπνοι, ανήμποροι να βοηθήσουν, η να του απαλύνουν έστω τον πόνο.
Σχεδόν μία φορά το μήνα, ο κόσμος του σκοτείνιαζε και χάνονταν. Ήτανε ανυπόφοροι, οι φοβεροί πονοκέφαλοι, που ξεκινούσαν από τις πρώτες πρωινές ώρες. Γνώριζε καλά ότι αυτό ήταν το σύνθημα, το προμήνυμα ότι σε μερικές ώρες θα αποσυρθεί από τη ζωή. Θα “πάει στον άλλο κόσμο”, όπως έλεγαν, και θα επιστρέψει αν επιστρέψει, χίλια “κομμάτια”.
Χειρότερο όμως κι από το πέρασμα στην άλλη ζωή, ήταν η συμπεριφορά κάποιων συγχωριανών του. Δεν καταλάβαινε γιατί κάθε φορά που τσακωνόταν με τα άλλα παιδιά, του φώναζαν “βουρλισμένε!”. Από τότε, αυτή ήταν μια λέξη που χτυπούσε βαθιά στην καρδιά του σαν πέτρα.
Αργότερα, μεγαλώνοντας, πήγε στο γυμνάσιο και η ζωή του φαινόταν κανονική. Στις εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο είχε μπει τρίτος στη σειρά και μόνο ο διευθυντής του σχολείου γνώριζε το καλά φυλαγμένα μυστικό της οικογένειας. Τον ειχαν ενημερώσει απο την πρώτη μέρα της εγγραφής στο σχολείο. Ήξερε ο Δντης πως κάθε μήνα θα έλειπε για μία τουλάχιστον μέρα. Τη μέρα του “εφιάλτη” που ο μικρός θα ήταν στο κρεβάτι του πόνου και δεν θα πήγαινε στο σχολείο. Έτσι, οι συμμαθητές του ζούσαν στην άγνοια, κι αυτός στην αγωνία της επόμενης κρίσης.
Η ιατρική διάγνωση, τότε στην Κέρκυρα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ούτε νοσοκομείο καλά οργανωμένο υπήρχε, ούτε και ειδικευμένοι γιατροί. Χρειαζόταν έλεγαν η γνωμάτευση του Μαρκομιχελάκειου Θεραπευτηρίου, που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά στις Τζιτζιφιές. Θα έπρεπε να κάνει εγκεφαλογράφημα. Όταν οι γονείς του έμαθαν ότι αυτό το θεραπευτήριο λειτουργούσε σαν θεραπευτήριο για ψυχασθενείς δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν, Τελικά πείστηκαν όταν τους είπαν ότι εκεί θα πήγαιναν για διάγνωση και όχι για θεραπεία.
Ξεκίνησαν για το ταξίδι τους στην Αθήνα. Εκείνες τις μέρες δεν ταξίδευε το λεωφορείο, γιατί είχε πέσει ο δρόμος στη Βροσίνα και έτσι ήταν υποχρεωμένοι να ταξιδέψουν με το πλοίο της γραμμής Κέρκυρα-Πειραιάς.
Ανέβηκαν με τις βάρκες από τη Σπηλιά στον “Αρίωνα” το πιο γνωστό τότε πλοίο της γραμμής για τον Πειραιά. Δεν λειτουργούσε, δεν υπήρχε ακόμα το σημερινό λιμάνι και οι επιβάτες έφταναν στο πλοίο με τις βάρκες. Ηταν το πρώτο του ταξίδι με καράβι και όλα του φαινόταν παράξενα.
Τι τραγική ατυχία! Ο Ισθμός της Κορίνθου τούς είπαν όταν ανέβηκαν στο πλοίο ήταν κλειστός λόγω έργων συντήρησης. Έτσι το καράβι αναγκάστηκε να κάνει τον μακρύ, γύρο της Πελοποννήσου.
Δύο ολόκληρες μέρες διήρκεσε το ταξίδι, δύο μέρες που τίς πέρασαν στο κρύο κατάστρωμα. Πού να βρεθούν λεφτά για καμπίνες, έλεγε ο πατέρας. Ταξίδευαν χειμωνιάτικα και έτσι γνώρισαν από κοντά το Αιγαίο πέλαγος να βρυχάται και την ψυχή τους να τρέμει.
Έφτασαν στον Πειραιά κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι και κίνησαν απευθείας για το Μακρομιχάλειο. Για το θεραπευτήριο που κυριαρχούσαν άλλες σκιές, οι σχιζοφρενείς ασθενείς. Εκεί, που ο “δαιμονισμένος” του χωριού βρέθηκε μέσα σε ένα λαβύρινθο τρέλας που αδυνατούσε να τον συλλάβει το παιδικό του το μυαλό.
Το εγκεφαλογράφημα με τα τότε πρωτόγονα μέσα τελικά έγινε. Η διάγνωση των γιατρών δεν άφησε ερωτηματικά. Το παιδί έπασχε από επιληψία και στο ερώτημα των γονιών τι είναι αυτή η ασθένεια, η απάντηση του γιατρού έπεσε σαν κεραυνός.
– Είναι μια ανίατος πάθηση. Κανένας γιατρός δεν μπορεί να σας προσφέρει, να σάς υποσχεθει θεραπεία.
– Καμία ελπίδα γιατρέ;
– Μόνο ο Θεός
Και άλλους γιατρούς που ρωτήσανε, τους έλεγαν περίπου τα ίδια και όλοι κατέληγαν με την ίδια συμβουλή:
“Προσευχηθείτε”.
Και η μάνα, η καλή Λένια, δεν το άντεξε σωριάστηκε. Γρήγορα όμως συνήλθε. Το είδε και ως ευκαιρία. Έτσι πιστή, θρήσκα και ταπεινή που ήταν, άρπαξε αυτή την ελπίδα με τα “δύο” της χέρια.
Δεν υπήρχε μοναστήρι, ξωκλήσι ή εικόνα θαυματουργή στην Κέρκυρα που να μην πήγαν. Μέχρι στα Σπάτα στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως έφθασαν. Εκεί συνάντησαν την Ελένη Δανιηλίδου. Μια γερόντισσα με 11παιδιά που ισχυριζόταν ότι ο Ιησούς Χριστός εμφανιζόταν σε αυτήν. Ακούγονταν πολλά για τα θαύματα που γινόταν εκεί.
Αγόρασαν και ένα βιβλιαράκι που είχε τίτλο “Πως ενεφανίσθη ο λυτρωτής της ανθρωπότητας Ιησούς Χριστός” που το διάβασε αμέτρητες φορές. Του άρεσαν οι εμφανίσεις του Χριστού και τα θαύματα που περιέγραφε. Ίσως γιατί σε κάθε θαύμα που διάβαζε, έβλεπε την δική του περίπτωση.
Πολλές φορές η αγράμματη μάνα τού ζητούσε να της διαβάσει το βιβλιαράκι. Είχαν αντιστραφεί βλέπετε οι ρόλοι. Αντί να του διαβάζουν παραμύθια διάβαζε αυτός στη μάνα του ιστορίες με θαύματα.
Με τα “πόδια ανεβασμένα στον ώμο” ήταν συνέχεια στους δρόμους, με τα γόνατα “κομμένα” απο την κούραση και όλα αυτά ανάμικτα με ευχές και δάκρυα. Η μάνα και ο γιός ήταν σε συνεχή αναζήτηση του “θαύματος”. Ήταν η μόνη διέξοδος και παρηγοριά για τη μάνα, που δεν ήξερε πώς αλλιώς να βοηθήσει το παιδί της.
Όσο περνούσε ο καιρός και το παιδί μεγάλωνε τόσο οι κρίσεις γινόταν περισσότερες και πιο επώδυνες. Και πάντα με το ερώτημα πόσο θα άντεχε ο οργανισμός του και τα ταλαιπωρημένα από τις κρίσεις, ζωτικά του όργανα..
Όλα άλλαξαν εκείνη τη σημαδιακή παραμονή του Ευαγγελισμού. Παραμονή της γιορτής για την Ελληνική Επανάσταση.
Στο σχολείο, στη συγκέντρωση για τον εορτασμό της 25η Μαρτίου, όλα τα παιδιά του σχολείου, ήταν εκεί. Ήταν συγκεντρωμένοι στη μεγάλη αίθουσα στο ισόγειο του 1ου γυμνασίου για τη γιορτή του σχολείου.
Αισθανόταν πως “εκείνη τη μέρα” κάτι περίεργο του συνέβαινε γιατί από το πρωί δεν ένιωθε καλά. Εκείνη τη μέρα ξεγελάστηκε. Δεν κατάλαβε όπως τις άλλες φορές τον κίνδυνο της επερχόμενης κρίσης, αν και του είχαν σταλεί τα “μηνύματα”. Ίσως γιατί εκείνη τη μέρα δεν θα ειχαν μάθημα και ήθελε να είναιστη γιορτή. Γι αυτό δεν έμεινε στο σπίτι.
Ειχε κάνει λάθος. Την ώρα της εκφώνησης του πανηγυρικού λόγου, την ώρα που ο καθηγητής μιλούσε για τους ήρωες της επανάστασης του 1821, ένιωσε τον γνώριμο οδυνηρό αβάσταχτο πονοκέφαλο να έρχεται και να τον σφίγγει με μεγαλύτερη ένταση απο κάθε άλλη φορά.
– Θεέ μου. Όχι τώρα! Όχι εδώ!
Δέν άντεξε. Το σκοτάδι έπεσε βαρύ χωρίς έλεος. Η γνώριμη μαύρη κουρτίνα έπεσε βαριά στα μάτια του. Χαμήλωσε το κεφάλι, έσκυψε, προσπάθησε να κρατηθεί από τους ώμους των άλλων όρθιων παιδιών, έπεσε κάτω. Και όλα αυτά, τι ντροπή, συνέβαιναν μπροστά σε όλους, τους καθηγητές και τους συμμαθητές του.
– Γρήγορα ένα κουτάλι. Ένα κουτάλι, ακούστηκε από το βάθος.
Το μυστικό του, που το κρατούσε με τόσο κόπο για τόσα χρόνια, αποκαλύφθηκε σε μια στιγμή. Οι δυνατές φωνές, τα βλέμματα των συμμαθητών του ήταν γεμάτα απορία, τρόμο και περιέργεια. Αυτά τα περίεργα βλέμματα που τον κοιτούσαν όταν συνήλθε, τον ενοχλούσαν, του φαινόταν χειρότερα κι από την ίδια την κρίση.
Την επόμενη μέρα, το βάρος της “ντροπής” ήταν ανυπόφορο. Τα συμπονετικά βλέμματα που δέχονταν από όλους αλλά και οι ψίθυροι που άκουγε δεν τα άντεχε. Αισθανόταν την συμπόνια των και ήξερε ότι τίποτα δεν θα ήταν ίδιο στις σχέσεις με τους συμμαθητές του τίς επόμενες μέρες.
“Δεν είναι ζωή αυτή σκεφτόταν. Όχι δεν το αντέχω άλλη φορά.” φώναζε δυνατά.
Ανέβαινε κουρασμένος τα τσιμεντένια σκαλοπάτια του μπόντζου στο πατρικό του σπίτι στο χωριό, σταμάτησε και κοντοστάθηκε. Δεν τον έβλεπε κανείς. Μόνο το πορτόνι του περίβολου της εκκλησίας ήταν ανοικτό σημάδι πως ο παπά Χρήστος ετοιμαζόταν για την λειτουργία της επόμενης μέρας.
Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, άνοιξε προσεκτικά για να μην κάνει θόρυβο το συρτάρι του κομού, έβαλε στην τσέπη του τα “άχρηστα, βαρετά χάπια”, σύμβολο μιας “ζωής” που ήταν βασανιστήριο και βγήκε ξανά έξω. Κούνησε τα χάπια στην παλάμη του, κοίταξε προς τον συννεφιασμένο ουρανό, με ήρεμο πρόσωπο, χωρίς θυμό πια, αλλά με μια τεράστια κούραση να τον έχει κυριεύσει. Ήξερε ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στον οργανισμό του θα κρατούσαν δύο με τρείς μέρες.
“Δεν είναι ζωή αυτή”, ψιθύρισε στον άνεμο.
Έσφιξε τα χείλη του και έπειτα, με μια αποφασιστική κίνηση που ένιωθε βαθιά μέσα του σαν απελευθέρωση, τα χάπια που κρατούσε σφικτά στα χέρια του, τα πέταξε με δύναμη μακριά, επάνω στις σκουριασμένες λαμαρίνες, που χρησίμευαν για υπόστεγο στο απέναντι σπίτι. Ένιωσε ένα μεγάλο βάρος να φεύγει από τους ώμους του. Ένα βάρος, που το πήραν μαζί τους τα χάπια και που αυτό το βάρος τον πλάκωνε κρυφά από μικρό παιδί.
Και τότε… συνέβη το απίστευτο.
Η σκιά που τον κυνηγούσε από τη γέννησή του, η μηνιαία επίσκεψη που έκανε στον Άδη, το ταξίδι στον “άλλο κόσμο”, σταμάτησε ξαφνικά και απροειδοποίητα, έτσι όπως είχε αρχίσει. Αυτή η πράξη απελπισίας, αυτό το πέταγμα από τα χάπια στις λαμαρίνες, ήταν η τελευταία κρίση. Ο εφιάλτης τελείωσε εκεί, πάνω στον μπόντζο του σπιτιού του, όταν αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να φύγει για το ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από εκείνη τη μέρα.
Το παιδί που “έπεσε” μπροστά στα απορημένα βλέμματα των καθηγητών και των φίλων του σε όλο το σχολείο, την Παραμονή του Ευαγγελισμού, ο “δαιμονισμένος” του χωριού, ο “βουρλισμένος” που έκλεινε τα μάτια του και έφευγε κάθε μήνα για τον “άλλον κόσμο”, ζει ακόμα. Και όπως του λένε περιπαιχτικά…Βασιλεύει!
Και δεν ξαναέπεσε ποτέ.
Το παράδοξο αυτής της ιστορίας δεν σταμάτησε όμως να τον συντροφεύει. Τον ακολουθεί για πάντα αυτή η πράξη απελπισίας, το πέταγμα των “αχρηστων” χαπιών στις σκουριασμένες λαμαρίνες, που έγινε πράξη Ζωής και απελευθέρωσης.
Ξέρει ότι η λύτρωση του, ήρθε όταν αποφάσισε να μην ζεί πλέον σαν “σκλάβος” της ντροπής, του φόβου, των άσκοπων ελπίδων στα μοναστήρια και των ανίσχυρων τότε φαρμάκων.
Και βγήκε από τη σκιά. Όπως ο σκλάβος που βγήκε από την σπηλιά του Πλάτωνα. Μόνο που ο σκλάβος του Πλάτωνα κινδύνεψε να τυφλωθεί όταν αντίκρισε το φως του ήλιου, σε αντίθεση με το παιδί που αναζητούσε χρόνια αυτό το θεραπευτικό φως.
– Ήταν θαύμα; Δεν το ξέρει. Ήταν ίσως το σώμα του, που αποφάσισε να ακολουθήσει την ψυχή; Ήταν η Δύναμη του Νου; Ήταν η αποφασιστικότητα με την οποία είπε “Αρκετά!”
Ίσως να το μάθει κάποτε αν και θα ήταν το τελευταίο που θα τον ενδιέφερε.
Τα επόμενα πολλά χρόνια, σταμάτησαν οι παλιοί “καλοί του φίλοι” να τον βλέπουν ως “δαιμονισμένο”. Είδαν έναν άνθρωπο που σηκώθηκε. Το σχολείο το τελείωσε χωρίς άλλες “απουσίες”. Οι συμμαθητές του με τα συμπονετικά τους βλέμματα έγιναν η παλιοπαρέα του Καμπιέλου.
Η ντροπή όμως δεν εξαφανίστηκε αμέσως, ούτε και εύκολα, αλλά με σύμμαχο τον χρόνο, η αξιοπρέπειά νίκησε τη “ντροπή”, βήμα-βήμα.
Ποτέ δεν έμαθε, ούτε οι “ειδικοι” που ρωτούσε του εξήγησαν γιατί εκείνη η κρίση στο σχολείο ήταν η τελευταία. Γιατί το πέταγμα των φαρμάκων έκοψε τον κύκλο; Ηταν σύμπτωση; Οι επιστήμονες γιατροί, όταν αργότερα σε έναν κόσμο που “ξέρει” τι είναι η επιληψία, έμαθαν την ιστορία του, μιλούσαν για “ψυχοσωματικό φαινόμενο”.
Τώρα που μεγάλωσε αρκετά, ξέρει με σιγουριά!!
Η κρίσιμη στιγμή ήταν τότε που είπε “ΌΧΙ!” με κάθε ίνα της ύπαρξής του. Όταν είπε ΌΧΙ στη ζωή που του προσέφεραν. Όταν είπε ΟΧΙ στην αδυναμία.
Και το Μακρομιχάλειο στις Τζιτζιφιές; Έμεινε ως ένας εφιάλτης του παρελθόντος, ένας τόπος απελπισίας και αγνοίας, όπου συναντήθηκαν η επιληψία με τη σχιζοφρένεια.
Το ταξίδι με τον “Αρίωνα”, ο κλειστός Ισθμός της Κορίνθου, ο χειμωνιάτικος γύρος της Πελοποννήσου, τα δύο βράδια στο κρύο κατάστρωμα… όλα έγιναν σύμβολα μιας δύσκολης εποχής, μιας κοινωνίας που δεν ήξερε, η δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να κατανοήσει.
Τώρα, μεγάλος πλέον, με πολλά χρόνια ζωής και πολλές εμπειρίες στις πλάτες του, δεν κοιτάζει πίσω με πικρία. Υπάρχει στις σκέψεις του, όταν νοερά επιστρέφει σε εκείνη την περίοδο μια περίεργη ηρεμία.
Συνεχίζει όμως να αναρωτιέται.
– Πόσα “χάπια εξάρτησης”, φάρμακα, φόβους, ντροπές, κρατάμε καλά φυλαγμένα στην τσέπη μας, χωρίς να τολμάμε να τα πετάξουμε στις “λαμαρίνες” της απελπισίας; Μήπως αυτό το πέταγμα είναι η απελευθέρωσή μας;
Και όταν διηγείται αυτή την ιστορία πάντα κλείνει τη συζήτηση, γιατί δεν τού αρέσει και πολύ να την συζητά, με την εξής φράση:
Κρατείστε από αυτή την ιστορία, τη στιγμή που ένα παιδί, καταπιεσμένο από το στίγμα, από την άγνοια και τον φόβο, της ανίατης τότε πάθησης, τη στιγμή που επέλεξε να σταθεί όρθιο.
Κρατείστε εκείνη τη στιγμή, που είπε “Αρκετά!” . Πού το φώναξε δυνατά πριν πετάξει “τα χάπια της εξάρτησης” στις σκουριασμένες λαμαρίνες, ακόμα κι αν το είπε σε μια στιγμή αδυναμίας.
Το είπε μία μέρα που ο ουρανός της Κέρκυρας ήταν γκρίζος, αλλά που η ψυχή του γέμισε με Φως.