ΓενικάΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από Την Τραγωδία Στην Πολιτική Ορθότητα: Είναι Η Κουλτούρα Της Ακύρωσης Η Νέα Μας Θυσία; Του Σπύρου Άνδρεϊτς

Η αμφιβολία εδώ δεν αφορά την ανάγκη για σεβασμό στον συνάνθρωπο —αυτός είναι αυτονόητος. Ο δισταγμός αφορά τη μέθοδο…

 

Στην αρχαία Αθήνα, η πόλη σταματούσε κάθε δραστηριότητα για να παρακολουθήσει την Τραγωδία. Οι πολίτες δεν πήγαιναν στο θέατρο για να ψυχαγωγηθούν με την ελαφριά έννοια του όρου, αλλά για να συμμετάσχουν σε μια συλλογική τελετουργία διαχείρισης του συλλογικού τρόμου. Η τραγωδία ήταν η θεσμοποιημένη αναπαράσταση της βίας που ελλοχεύει στα θεμέλια κάθε πολιτισμού. Μέσω της θυσίας του πρωταγωνιστή —του «αποδιοπομπαίου τράγου»— η κοινότητα βίωνε την κάθαρση. Η βία δεν εξαφανιζόταν, απλώς ηρεμούσε προσωρινά, σαν ένα ανήμερο θηρίο που χόρτασε και αποκοιμήθηκε, επιτρέποντας στην πόλη να επιβιώσει για λίγο ακόμα.

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια εποχή που μοιάζει να έχει κηρύξει τον πόλεμο σε αυτό ακριβώς το «θηρίο». Η πολιτική ορθότητα, με τις αυστηρές γλωσσικές της επιταγές και τα θεσμικά της αναχώματα ενάντια σε κάθε μορφή «προσβολής», παρουσιάζεται ως το απόλυτο ηθικό επίτευγμα της νεωτερικότητας. Υπόσχεται έναν κόσμο απαλλαγμένο από τη γλωσσική βία, τις διακρίσεις και τον αποκλεισμό. Όμως, πίσω από την ευγενή αυτή πρόθεση, αναδύεται ένα ερώτημα που αρνείται να σιωπήσει: Μήπως η αξίωση για μια απόλυτα «καθαρή» γλώσσα είναι στην πραγματικότητα μια μάταιη και ίσως επικίνδυνη προσπάθεια να εξαλείψουμε κάτι που είναι ανεξάλειπτα εγγενές στην ανθρώπινη φύση;

Η Γλώσσα ως Αποστειρωμένος Θάλαμος

Η κεντρική παραδοχή της πολιτικής ορθότητας είναι ότι αν λουστράρουμε τις λέξεις, θα αλλάξουμε και την πραγματικότητα. Αν απαγορεύσουμε την προσβολή, θα εξαφανίσουμε τάχα το ανθρώπινο μίσος. Είναι όμως η επιθετικότητα μια δευτερογενής κοινωνική κατασκευή ή μια πρωτογενής ορμή;

Στο σημείο αυτό ας ακολουθήσουμε τη σκέψη του Ρενέ Ζιράρ: Η ανθρώπινη επιθυμία είναι από τη φύση της μιμητική, γεγονός που γεννά ανταγωνισμό, συγκρούσεις και βία, ενώ παράλληλα οδηγεί στην απαραίτητη παρουσία του αποδιοπομπαίου τράγου, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα για τη διαμόρφωση της θρησκείας και του πολιτισμού. Επιθυμούμε ό,τι επιθυμούν οι άλλοι, και είναι αυτή η ενστικτώδης ορμή που οδηγεί αναπόφευκτα σε παροξυσμούς αναλγησίας . Οι αρχαίες κοινωνίες το γνώριζαν καλά και γι’ αυτό επινόησαν την τελετουργία. Η πολιτική ορθότητα, αντίθετα, μοιάζει να επιδιώκει την κατάργηση της τελετουργίας του βάθους υπέρ μιας επιδερμικής αστυνόμευσης. Επιχειρεί να μετατρέψει τον δημόσιο λόγο σε έναν αποστειρωμένο θάλαμο, όπου καμία λέξη δεν θα μπορεί να προκαλέσει τραύμα.

Αλλά εδώ γεννιέται η απορία: Πού θα στραφεί τότε ο ψυχόρμητος θυμός που πλεονάζει; Αν ο άνθρωπος φέρει μέσα του μια ανεξάντλητη δεξαμενή επιθετικότητας, πού διοχετεύεται αυτή όταν οι παραδοσιακές βαλβίδες αποσυμπίεσης —το χιούμορ, η ειρωνεία, η τραγική σύγκρουση— σφραγίζονται ερμητικά;

Ο «Φαρμακός» της Ψηφιακής Εποχής

Παρατηρώντας το φαινόμενο του “Cancel Culture” (της κουλτούρας της ακύρωσης), είναι δύσκολο να μην εντοπίσει κανείς τις ομοιότητες με το αρχαίο λιντσάρισμα. Όταν ένας δημόσιος λόγος ή μια συμπεριφορά κρίνεται «πολιτικά μη ορθή», η αντίδραση του πλήθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ακαριαία και συχνά ανελέητη.

Ο «ένοχος» απομονώνεται, διαπομπεύεται και τελικά «εξοστρακίζεται» από τον κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό. Δεν είναι αυτή μια νέα μορφή θυσίας; Μήπως η πολιτική ορθότητα, στην προσπάθειά της να προστατεύσει το θύμα, καταλήγει να κατασκευάζει νέα θύματα για να ικανοποιήσει την ανάγκη της κοινότητας για ομοψυχία μέσω του κοινού μίσους;

Η αμφιβολία εδώ δεν αφορά την ανάγκη για σεβασμό στον συνάνθρωπο αυτός είναι αυτονόητος. Ο δισταγμός αφορά τη μέθοδο. Αν η κοινωνική συνοχή απαιτεί πάντα έναν «αποδιοπομπαίο τράγο», τότε η πολιτική ορθότητα ίσως δεν είναι η κατάργηση της βίας, αλλά η μετατόπισή της σε ένα νέο, ηθικοφανές πεδίο. Τώρα ο «φαρμακός» (ο θυσιαζόμενος χάριν εξιλασμού των άλλων, ο επί καθαρμώ της πόλεως φονευόμενος) δεν φοράει πια το προσωπείο του τραγικού ήρωα, αλλά το ψηφιακό προφίλ ενός ανθρώπου που έκανε μια λανθασμένη ψηφιακή ανάρτηση, κάποτε ίσως και πριν από δέκα χρόνια.

Η Ύβρις της Τέλειας Κοινωνίας

Υπάρχει κάτι βαθύτατα αντι-τραγικό στη σύγχρονη αξίωση για πολιτική ορθότητα. Η τραγωδία διδάσκει την αποδοχή της ανθρώπινης ατέλειας, του λάθους (του «αμαρτήματος») και της αναπόφευκτης σύγκρουσης. Η πολιτική ορθότητα, αντίθετα, εκπέμπει μια αύρα τελειοθηρίας. Υπονοεί ότι αν προσπαθήσουμε αρκετά, αν εκπαιδευτούμε σωστά, αν αστυνομεύσουμε τις σκέψεις μας με αρκετή αυστηρότητα, μπορούμε να φτάσουμε σε μια κατάσταση επίγειας αταραξίας.

Όμως, η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι κάθε προσπάθεια βίαιης επιβολής της αρετής καταλήγει συχνά στο αντίθετό της. Όταν καταπνίγεις τη γλωσσική βία, δεν την εξαφανίζεις. Την οδηγείς στις σκιές. Εκεί, χωρίς το φως της δημόσιας συζήτησης και της καλλιτεχνικής μετουσίωσης, η βία μπορεί να σαπίσει και να μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο τοξικό.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε περιόδους αυστηρού πουριτανισμού —είτε θρησκευτικού είτε κοσμικού— οι κοινωνικές εκρήξεις που ακολουθούν είναι συνήθως τυφλές και καταστροφικές. Η επιφανειακή, φτενή και «πολιτικώς ορθή κατάπνιξη» ίσως είναι η προετοιμασία για μια μελλοντική έκρηξη που η πολιτική ορθότητα δεν θα έχει τα σύνεργα να διαχειριστεί.

Μια Διερώτηση αντί Καταδίκης

Είναι, λοιπόν, η πολιτική ορθότητα μια μάταιη προσπάθεια; Ίσως η λέξη «μάταιη» να είναι πολύ βαριά. Κάθε πολιτισμός οφείλει να θέτει όρια στη βία για να προστατεύει τα μέλη του. Το ερώτημα όμως παραμένει: Είναι αυτά τα όρια οργανικά ή είναι μόνο ένας εξωτερικός κλωβός που μας εμποδίζει να αναπνεύσουμε;

Μήπως, αντί να επιδιώκουμε την οριστική παύση της «τραυματικής βίας» μέσω της καταναγκαστικής σιωπής, θα έπρεπε να επιστρέψουμε στη σοφία της τραγωδίας; Μήπως χρειαζόμαστε χώρους όπως η τέχνη, ο διάλογος, ακόμα και η αντιπαράταξη επιχειρημάτων και ιδεών όπου η επιθετικότητα μπορεί να αναγνωριστεί, να μετουσιωθεί και τελικά να εκτονωθεί χωρίς να καταστρέψει τον ιστό της κοινωνίας;

Η πολιτική ορθότητα μας καλεί να γίνουμε «καλύτεροι» άνθρωποι. Αλλά η τραγωδία μάς θυμίζει ότι είμαστε, πάνω απ’ όλα, ατελείς άνθρωποι. Και ως ελλιπείς άνθρωποι, φέρουμε μέσα μας το σκοτάδι όσο και το φως. Η καταστολή του σκοταδιού δεν το εξαφανίζει: απλώς μας τυφλώνει απέναντι στις στιγμές που αυτό θα αποφασίσει να εκδηλωθεί. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι πιο φανατικοί θιασώτες της πολιτικής ορθότητας ίσως είναι ανεπίγνωστα αδαείς και ανθρωπολογικά αφελείς.

Κλείνοντας, αξίζει να αναρωτηθούμε: Σε έναν κόσμο όπου κάθε λεκτική υπερβολή απαγορεύεται και ποινικοποιείται, θα είμαστε όντως πιο ειρηνικοί, ή απλώς πιο στανικά ανειλικρινείς και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο  πιο επίφοβοι υποκριτές; Και όταν η πραγματική βία —αυτή που δεν νοιάζεται για λέξεις και κώδικες— χτυπήσει την πόρτα μας, θα έχουμε ακόμα τη δύναμη να την κοιτάξουμε στα μάτια, ή θα έχουμε ξεχάσει πώς να διαχειριζόμαστε το τραγικό, εγκλωβισμένοι στην τυφλή ψευδαίσθηση της απόλυτης ορθότητας;

Ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται ούτε στην άκριτη αποδοχή ούτε στην κατηγορηματική καταδίκη, αλλά στη διαρκή, επώδυνη, υπαρξιακή διερώτηση. Γιατί, όπως ήξεραν και οι αρχαίοι, η κάθαρση δεν έρχεται ποτέ χωρίς την εκδήλωση της σύγκρουσης και της αντίθεσης.