Τα δύο τζαλέτια! Του Γιάννη Ρεβύθη
Εκείνα τα χρόνια στο χωριό, τα Χριστούγεννα δεν έρχονταν με αναμμένα φώτα, με λαμπιόνια και στολίδια. Έρχονταν σιωπηλά μετά το κλείσιμο των σχολείων, με την υγρασία από τις συνεχείς βροχές και τη μυρωδιά από τα λίτσινα ξύλα που έκαιγαν στις ωγνίστρες και τα πρωτόγονα, χειροποίητα τζάκια.
Την παραμονή των Χριστουγέννων μάς τη θύμιζαν οι ήχοι από τις καμπάνες της εκκλησίας και οι αναμμένοι πήλινοι φούρνοι, έτοιμοι να υποδεχθούν τις νοικοκυρές με τις γαλοπούλες στα ταψιά και το ψωμί με τα τζαλέτια, ζυμωμένα με μεράκι από μπαρμπαράλευρο και προζύμι.
Εμείς, παιδιά ακόμα, περιμέναμε με ανυπομονησία αυτή τη μέρα, με τα γόνατα μονίμως γρατζουνισμένα και τις τσέπες άδειες. Συμφωνούσαμε με τον δάσκαλο όταν μας έλεγε ότι τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Χριστιανών, μόνο που εμείς τα εννοούσαμε αλλιώς. Για μας, Χριστούγεννα σήμαινε κάλαντα. Να περάσουμε από όλο το χωριό για να… βγάλουμε κάνα φράγκο. Ήμασταν έτοιμοι για κάθε θυσία, για να αγοράσουμε από του Μήτσου τις μαγικές γυάλινες μπάλες. Τις καινούργιες μπάλες για να παίξουμε τούς βόλους, “μπάλες” τις λέγαμε. Αλλά αυτή τη φορά θα “στήναμε” κέρματα στο χώμα και όχι τσέρκια ή καπάκια όπως κάναμε τις άλλες μέρες του χρόνου. Θα παίζαμε και τριανταένα με δεκάρες και μισόφραγκα, όχι με φασόλια ή ρεβίθια. Σοβαρά πράγματα.
Τα κάλαντα τα είχαμε κάνει πρόβα τις προηγούμενες μέρες. Τα μάθαμε από τους παλιούς και ξεκινούσαν πάντα με το «Καλήν εσπέραν άρχοντες…». Αργότερα μάθαμε την επτανησιακή ιδιομορφία τους, καθώς εξιστορούν τη γέννηση του Χριστού και την οργή του Ηρώδη: «…Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα, άστρον λαμπρόν τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα…».
Λέγαμε “καλησπέρα” όταν λέγαμε τα κάλαντα, κι ας είχε πέσει για τα καλά η νύχτα. Ξεκινούσαμε από το σούρουπο, μα περιμέναμε να γυρίσουν οι συγχωριανοί από τα χωράφια, να φροντίσουν τα ζώα τους και στη συνέχεια να μαζευτούν στην κατάμαυρη από τους καπνούς κουζίνα. Εκεί, με αναμμένη τη λάμπα πετρελαίου, ζεσταίνονταν καθισμένοι στα μπαγκούλια γύρω από τη φωτιά και περίμεναν τη νόνα να κατεβάσει το φαΐ από την κατσαρόλα.
Περπατούσαμε κρατώντας στο χέρι τους φακούς, με τη συνήθως μισοτελειωμένη μπαταρία και τις μισοκαμένες λάμπες. Όχι από πολυτέλεια, αλλά από ανάγκη, βλέπεις, οι χωματόδρομοι δεν είχαν φως και στις γειτονιές του χωριού δεν έβλεπες στα λίγα μέτρα. Προχωρούσαμε προσεκτικά, μην πατήσουμε καμιά λούμπα με νερό ή πέσουμε σε καμιά γούβα. Ο φακός διαπερνούσε το σκοτάδι και φώτιζε έστω και για λίγο τα χαμηλά σπίτια με τα πεζούλια και τις πέτρες.
Με τον Χρήστο, τον άλλον “συνέταιρο”, είχαμε μια περίεργη σχέση. Όλο τον χρόνο ήμασταν τσακωμένοι για χαζά πράγματα, για την μπάλα, για το ποιος είχε την καλύτερη σφεντόνα, για μια κουβέντα παραπάνω. Μα την παραμονή των εορτών όλα άλλαζαν. Ξεκινούσε η ανακωχή, η “συμφωνία” ειρήνης. Θυμίζαμε τους Γάλλους και τους Γερμανούς που πολεμούσαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά την παραμονή των Χριστουγέννων του 1914 βγήκαν από τα ορύγματα για να συν-εορτάσουν. Ενώναμε τις δυνάμεις μας στο όνομα του… κέρδους.
Και οι δύο προερχόμασταν από μεγάλες οικογένειες. Μεγάλο σόι με πολλούς συγγενείς, άρα ξεκινούσαμε με ισχυρή “οικονομική βάση”. Οι εμπειρίες των προηγούμενων ετών μάς το επιβεβαίωναν. Όσο κι αν οι δύο φωνές μας δεν ταίριαζαν μουσικά, μαζί έφερναν καλύτερα αποτελέσματα.
Ξεκινήσαμε «σφιγμένοι». Ξέραμε ότι μετά το κλείσιμο του εργοστασίου χαρτοποιίας, που τα προηγούμενα χρόνια έδινε δουλειά σε όλο το χωριό, είχε πέσει φτώχεια και είχαμε προετοιμαστεί για λιγότερες εισπράξεις.
Χτυπούσαμε πόρτες και κάποιες άνοιγαν με χαμόγελο.
— Άντε, μωρέ, καλά να ’στε, μας έλεγαν, και μας έδιναν ό,τι είχαν, συνήθως λίγα κέρματα, μα δοσμένα με όρεξη, από την καρδιά τους.
Άλλοι άνοιγαν λίγο την πόρτα, ίσα ίσα για να μας ακούσουν. Ένα χέρι έβγαινε κρατώντας κάποιες δεκάρες, ίσα για να βγει η υποχρέωση. Άλλες πόρτες δεν άνοιγαν καθόλου. Παρέμεναν ερμητικά κλειστές. Πού και πού ακούγαμε και κάποιες φωνές που έμοιαζαν με βρισιές. Δεν κρατούσαμε όμως κακία, ήμασταν, άλλωστε, προετοιμασμένοι για όλα.
Στην επιστροφή, λίγο πριν την πλατεία, σταθήκαμε κάτω απ’ το σπίτι του Σπύρου. Του πιο φτωχού του χωριού, με τη μεγαλύτερη οικογένεια. Άνεργος μετά το κλείσιμο του εργοστασίου, με έξι παιδιά να θρέψει και φτώχεια περισσευούμενη. Ήταν τόση η φτώχεια που τις προηγούμενες μέρες ο πρόεδρος με τον παπά-Χρήστο περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και μάζευαν τρόφιμα για να του τα δώσουν. Χωρίς φασαρία και τυμπανοκρουσίες, έτσι το είχαν συνήθειο τότε.
— Εδώ είναι του Τσούρη… είπα χαμηλόφωνα.
— Το ξέρω, μου απάντησε ο Χρήστος.
Ξέραμε και οι δύο πως λεφτά δεν υπήρχαν.
— Θα τα πούμε; τον ρώτησα. Ή θα πάμε παρακάτω;
Με κοίταξε στραβά.
— Και γιατί με ρωτάς;
— Τι να μας δώσει, μωρέ…
— Να τα πούμε. Κάλαντα είναι. Δεν είναι μόνο για τα λεφτά.
Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε το πρώτο δίστιχο, το «Καλήν εσπέραν άρχοντες…», και η πόρτα άνοιξε. Βγήκε ο κυρ Σπύρος νυσταγμένος, με το μπαλωμένο σακάκι ριγμένο πρόχειρα στους ώμους. Στο χέρι του κρατούσε ένα στρατσόχαρτο και πάνω είχε δύο τζαλέτια. Από πίσω του πρόβαλε για μια στιγμή το κεφάλι του γιου του, του Λώλου.
Κοντοσταθηκα, κατέβασα το κεφάλι. Με τον Λώλο καθόμασταν στο διπλανό θρανίο στο σχολείο.
— Λεφτά δεν έχω, παιδιά, είπε. Αλλά πάρτε τούτα. Ζεστά είναι ακόμα.
Ο Χρήστος πήγε να πει κάτι, μα δεν του βγήκε η φωνή.
Πήραμε τα τζαλέτια με τα δυο χέρια, λες και κρατούσαμε κάτι ιερό.
— Καλά Χριστούγεννα, μπάρμπα Σπύρο.
— Καλά να ’στε. Και του χρόνου καλύτερα, μας είπε.
Φύγαμε χωρίς άλλη κουβέντα. Πιο κάτω, ο Χρήστος έσπασε τη σιωπή.
— Αυτά τα τζαλέτια… είπε, αξίζουν πιο πολύ απ’ τα κέρματα. Δεν του απάντησα.
Όταν τελειώσαμε, καθίσαμε στο πεζούλι της πλατείας. Αδειάσαμε τις τσέπες και μετρήσαμε τα λίγα λεφτά σιωπηλοί. Δεν ήταν πολλά, τα μοιράσαμε και φάνηκαν αρκετά για να νιώσουμε ικανοποιημένοι πως κάτι καταφέραμε.
Γύρισα σπίτι με τα παπούτσια γεμάτα λάσπη, τα ρούχα βρεγμένα και τα χέρια παγωμένα. Η μάνα με κοίταξε, χαμογέλασε και με ρώτησε για τα χρήματα που μάζεψα. Δεν απάντησα.
Σκεφτόμουν το απορημένο βλέμμα του Λώλου όταν άνοιξε η πόρτα. Θα ήταν η πρώτη φορά που κάποια παιδιά τού χτυπούσαν την πόρτα για να του πουν τα κάλαντα. Το τζαλέτι στην τσέπη μου είχε κρυώσει πια, μα το κρατούσα σφιχτά.
Η μάνα με ξανακοίταξε περιμένοντας απάντηση, αλλά δεν είχα τι να πω.

