ΚΕΡΚΥΡΑΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Μία βραδιά στην Κατω Πλατεία, του Γιάννη Ρεβύθη

Καλοκαιρινό βράδυ στην κάτω πλατεία. Μια ζεστή βραδιά με την γνωστή της υγρασία, την μελωδία απο τα τζιτζίκια και λίγη μουσική από κάποιο μαγαζί στο βάθος.

Το φρούριο στέκεται φωτισμένο σαν σκηνικό θεάτρου.
Τα Ανάκτορα, ακοίμητος φρουρός μιας άλλης εποχής και η βόλτα στο Λιστόν να φαντάζει σαν “χορός” από βήματα, με μουσική υπόκρουση τις παιδικές φωνές και τις αναμνήσεις των παλαιοτέρων.
Πιο πέρα το γραφικό Μποσκέτο, στέκεται ήρεμο, με χαμηλά τα φώτα και τα δέντρα, ψιθυρίζουν ιστορίες σε κάθε περαστικό.

Εδώ χτυπά η καρδιά της πόλης.
Μιας πόλης που ζει ανάμεσα στο χθες και το σήμερα,
μιας πλατείας που έζησε χαρές, γιορτές, μουσικές και φώτα. Εδω, που κάθε μέρα, το φως αγκαλιάζει την πέτρα, κι ο ουρανός καθρεφτίζεται στις σκιές των δέντρων.

Η Κάτω Πλατεία. Όμορφη. Αρχοντική. Ανέγγιχτη απο τα χρόνια που πέρασαν, αλλά ταυτόχρονα και εξαιρετικά ευάλωτη.

Ο πατέρας και ο μικρός του γιος, ο Λάκης, περπατούν αργά αργά, κατεβαίνοντας από την Βουθρωτού προς την πιάτσα.
Περπατούν προσεχτικά για να μη πέσουν πάνω σε καμία μηχανή, η κανένα παράνομα παρκαρισμένο αυτοκίνητο απο αυτά που έχουν γεμίσει το Καμπιέλο.

Φθάνοντας στην κοφινέτα ο μικρός Λάκης κοιτάζοντας γύρω του οπως τοχει συνήθειο, αρχίζει τις ερωτήσεις:

ΛΑΚΗΣ: Μπαμπά… Είμαστε στα μέσα του Ιουλίου, ε;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Οπως το λες είναι. Οπου ναναι φάγαμε κι αυτό το καλοκαίρι. Φθάσαμε στην καρδιά του καλοκαιριού.

ΛΑΚΗΣ: Και πού είναι όλος αυτός ο κόσμος που μας λέει η Ανδριάνα με τον Ρίκο. Δεν θα έπρεπε να γίνεται χαμός εδώ; Πέρυσι τετοια εποχή δεν βρίσκαμε να καθίσουμε ούτε σε παγκάκι.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Έχεις δίκιο… Παλιά θυμάμαι πηγαίναμε στο Λάμπρο και ψάχναμε να βρούμε άδειο τραπέζι με τα κιάλια. Τώρα είναι τόσα ελεύθερα που σε πιάνει μελαγχολία.

Συνεχίζουν το περπάτημα, περνούν δίπλα από τα μαγαζιά και κάτι δεν ταιριάζει με την συνηθισμένη εικόνα που είχαν από τα παλαιότερα χρόνια. Ένας σερβιτόρος, ο Μάκης, είναι ακουμπισμένος στον κορμό ένός δέντρου και σκρολάρει στο κινητό του. Τους βλέπει σταματά να παίζει με το τηλέφωνο και τους χαιρετά.

ΜΑΚΗΣ: Καλησπέρα σας! Τι εγινε Λάκη σε εβγαλε ο πατέρας σου απο το σπίτι; Βόλτα;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Καλησπέρα, Μάκη. Ναι, είπαμε να πάρουμε λίγο αέρα… ή μάλλον… να δούμε αν υπάρχει αέρας εδώ.

ΜΑΚΗΣ: Αέρας υπάρχει. Πελάτης απο οτι βλέπετε δεν υπάρχει.

ΛΑΚΗΣ: Και γιατί δεν έρχονται; Τι έγινε, τα κονομήσατε και τους διώξατε

ΜΑΚΗΣ: (γελώντας πικρά). Αν το βρεις, να το πεις και σ’ εμάς, μικρέ. Αλλα για σκέψου αυτον που ηρθε απο το Λονδίνο, μενει στη Δασιά και θελει να μπει στην πολη! Ταλαιπωρία για να έρθεις, ουρές στο πάρκινγκ, κλάξον και φασαρία. Δεν αντέχει ο κόσμος.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ετσι ειναι. Δεν φταίτε εσείς, Μάκη. Το σύστημα το φάγαμε μόνοι μας.

Εκείνη τη στιγμή, περνά από το απέναντι πεζοδρόμιο ο κύριος ΣΠΥΡΟΣ, ιδιοκτήτης του μαγαζιού. Κρατάει στο ένα χέρι μια απόδειξη και μια μικρή ταμειακή καρτέλα στο αλλο χέρι.

ΣΠΥΡΟΣ: Καλησπέρα κι από μένα. Μάκη, μη γελάς. Μετράω τις μέρες για να κλείσω. Δουλεύουμε για το ρεύμα τα τέλη και τις εισφορές. Τουρίστες δεν βλέπουμε. Κερκυραίοι δεν κατεβαίνουν. Και η πολιτεία; Μόνο πρόστιμα ξέρει.

ΜΑΚΗΣ: Χθες, κύριε Σπύρο συμπληρώνει ο Μακης, ήρθε μια παρέα τεσσάρων. Έκατσαν, ήπιαν, πλήρωσαν. Ξέρεις τι μου είπαν φεύγοντας;

ΣΠΥΡΟΣ: Τι;

ΜΑΚΗΣ: «Ωραία ήταν, αλλά άλλη φορά θα πάμε κάπου κοντά στο ξενοδοχείο, εκεί τουλάχιστον δεν αγχωνόμαστε για το αυτοκίνητο».

ΠΑΤΕΡΑΣ: Συμφωνώ. Στην περιφέρεια περνούν καλύτερα. Εκεί τα πράγματα είναι πιο ανθρώπινα. Εκει, η αλήθεια ειναι δεν νιώθουν ανεπιθύμητοι.

ΛΑΚΗΣ: Και τι θα γίνει, δηλαδή; Θα αδειάσει όλη η πόλη;

ΣΠΥΡΟΣ: Αν συνεχίσουμε έτσι, φοβάμαι πώς ναι. Γιατί ποιος να έρθει; Ποιος να κάτσει; Αντί να φτιάξουμε μια φιλόξενη πόλη, φτιάξαμε ένα λαβύρινθο δυσφορίας.

ΜΑΚΗΣ: Και ο επαγγελματίας; Αντί να τον στηρίξουμε, τον κυνηγάμε. Καταντήσαμε με ολες αυτές τις αθώες ταχα καταγγελίες, όλοι οι μαγαζάτορες να είναι ύποπτοι. Όλοι ειναι υπόλογοι και ας πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλα τους σε φόρους και τέλη. Πολλες φορές σκέφτομαι τι θα κάνει ο Δήμος αν κάποια στιγμή σταματήσει ο μαγαζάτορας να πάψει να πληρώνει.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κατά την άποψη μου το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και πολιτιστικό. Πάψαμε να αγαπάμε την πόλη μας, δεν τη σεβόμαστε. Και τώρα μας τιμωρεί. Και όλοι αυτοί με τις ανόητες φωτογραφίες και τις γραφικές καταγγελίες που υποτίθεται θέλουν να την προστατεύσουν κάνουν μεγαλύτερη ζημιά.

ΣΠΥΡΟΣ: Κάναμε δυστυχώς τη μιζέρια θεσμό. Και νομίζαμε πως θα ‘ρθουν τουρίστες να την πληρώσουν για να τη δουν.

ΛΑΚΗΣ: Μα είναι τόσο όμορφη η πλατεία… Το βράδυ, με τα φώτα, τα δέντρα, τα τραπέζια…

ΜΑΚΗΣ: Είναι, Λάκη. Είναι διαμάντι. Αλλά και το διαμάντι, αν το πετάξεις στη λάσπη και το κρύψεις, γίνεται ένα τίποτα.

ΣΠΥΡΟΣ: Σύντομα, θα φάμε τις σάρκες μας. Ο ένας τον άλλον. Και θα λέμε οτι «φταίει το Airbnb», «φταίει το σύστημα», «φταίει η κακή μας τύχη». Όχι. Εμείς φταίμε. Την ίδια στιγμή που η περιφέρεια χαμογελά η πόλη μαραίνεται και εμείς τσακωνόμαστε για τα τραπεζοκαθίσματα.

Πατέρας: (σκεφτικος). Κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθούμε:
Γιατί να έρθει στην Πόλη ο επισκέπτης, όταν οι εμείς ίδιοι την έχουμε απαξιώσει; Εμείς αντί να στηρίξουμε την εμπορική καρδιά του νησιού, την τιμωρούμε. Αντί να προσφέρουμε, διώχνουμε και αντί να σχεδιάζουμε κυνηγάμε. Θα είναι τραγικό, συνέχισε, να ζούμε σε μια πόλη χωρίς ζωή, χωρίς πελατεία, χωρίς χαμόγελα. Έτσι δεν είναι Λάκη;

ΛΑΚΗΣ: Έτσι είναι πατέρα…