Η Άγουρη Επιθετικότητα: Γιατί η Βία των Ανηλίκων έγινε η Νέα μας «Κανονικότητα»; Του Σπύρου Άνδρεϊτς
… Οι έφηβοι είναι οι πιο πιστοί παρατηρητές μας. Τι βλέπουν γύρω τους;…
Η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί, σχεδόν παγωμένη, μια αλληλουχία γεγονότων που μοιάζουν βγαλμένα από δυστοπικό σενάριο. Δεκατριάχρονοι με σουγιάδες στις σχολικές τσάντες, ραντεβού ξυλοδαρμού σε πλατείες που βιντεοσκοπούνται με τη σχολαστικότητα επαγγελματία σκηνοθέτη, και μια βιαιότητα που δεν εξαντλείται στις γροθιές, αλλά επεκτείνεται στην πλήρη αποσύνθεση της ενσυναίσθησης. Το ερώτημα «γιατί;» πλανάται πάνω από κάθε τραπέζι, κάθε σχολική αίθουσα και κάθε γραφείο ειδικών. Όμως, η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν υπάρχει μόνο ένας «ένοχος» – μια προβληματική γειτονιά, μια κακή ταινία ή ένας αδιάφορος γονιός. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα «Βιοψυχοκοινωνικό» παζλ, όπου η βιολογία, η ψυχολογία και η κοινωνική δομή συμπλέκονται σε έναν εκρηκτικό μηχανισμό.
Η Ρωγμή στον Πρωταρχικό Πυρήνα
Όλα ξεκινούν από την εστία. Η οικογένεια παραμένει το εργαστήριο μέσα στο οποίο το παιδί σμιλεύει την αντίληψή του για τον κόσμο. Όταν το σπίτι μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, όταν το παιδί γίνεται μάρτυρας ή θύμα ενδοοικογενειακής βίας, το μάθημα που εμπεδώνει είναι σκληρό: η βία είναι το μοναδικό «αποτελεσματικό» εργαλείο επίλυσης διαφορών. Η ισχύς είναι δίκαιο.
Ωστόσο, η βία δεν κατοικεί μόνο στα «προβληματικά» σπίτια της περιθωριοποίησης. Υπάρχει και μια άλλη, πιο ύπουλη μορφή παραμέλησης: η συναισθηματική απουσία μέσα σε σπίτια ευκατάστατα, τακτοποιημένα, «αθόρυβα». Η έλλειψη ορίων, η απουσία ποιοτικού χρόνου και η αφόρητη πίεση για εκβιασμένα πρωτεία (βαθμολογικά, οπαδικά, καλλιτεχνικά) και για κοινωνική επίδειξη γεννούν έναν βουβό θυμό. Το παιδί, στερημένο από μια αυθεντική ταυτότητα, αναζητά απεγνωσμένα το «ανήκειν». Αν δεν το βρει στο βλέμμα του γονιού, θα το αναζητήσει στην αποδοχή της συμμορίας, εκεί όπου η σκληρότητα είναι το εισιτήριο για την ένταξη στην ομάδα.
Η Εφηβεία στο Μικροσκόπιο της Νευροεπιστήμης
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο έφηβος είναι ένα ον σε μετάβαση, όχι μόνο κοινωνική αλλά και βιολογική. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη μας διδάσκει ότι ο προμετωπιαίος φλοιός (Prefrontal Cortex – PFC) –το σημείο του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο των παρορμήσεων και την αξιολόγηση των συνεπειών– δεν έχει ολοκληρωθεί πριν τα 20 ή και τα 25 έτη. Παρόλο που ο εγκέφαλος φτάνει στο μέγιστο μέγεθός του νωρίτερα, η δομική και λειτουργική του ωρίμανση συνεχίζεται βαθιά μέσα στην τρίτη δεκαετία της ζωής ενός ανθρώπου. Ο έφηβος είναι ένας οδηγός σε ένα γρήγορο αυτοκίνητο με αδύναμα φρένα.
Σε αυτή την εύθραυστη ηλικία, ο φόβος της απόρριψης από τους συνομηλίκους λειτουργεί ως υπαρξιακή απειλή. Για να αποφύγει την περιθωριοποίηση, ο ανήλικος είναι πρόθυμος να υπερβεί κάθε όριο. Η βίαιη πράξη δεν είναι πάντα το αποτέλεσμα μιας κακιάς πρόθεσης, αλλά μια τραγική «απόδειξη» ισχύος και αντοχής απέναντι στα μάτια των άλλων.
Η Ψηφιακή Φήμη
Εδώ όμως εισέρχεται ο νέος, καταλυτικός παράγοντας: το ψηφιακό σύμπαν. Η βία σήμερα δεν συμβαίνει απλώς· καταναλώνεται. Το TikTok και το Instagram έχουν μετατρέψει τον πόνο σε περιεχόμενο (content). Η ηδονή του θύτη δεν περιορίζεται στην ίδια την πράξη, αλλά πολλαπλασιάζεται μέσα από το «digital clout» – τη φήμη που αποκτά κανείς στα κοινωνικά δίκτυα.
Όταν ένας ξυλοδαρμός συγκεντρώνει χιλιάδες views και likes, η ηθική αναστολή υποχωρεί μπροστά στη δίψα για ορατότητα. Η συνεχής έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο προκαλεί μια σταδιακή απευαισθητοποίηση. Ο πόνος του «άλλου», η κραυγή του συμμαθητή, η λεπίδα που σκίζει το δέρμα, δεν βιώνονται ως ανθρώπινη τραγωδία, αλλά ως ένα ακόμα «frame» σε ένα βίντεο που θα ξεχαστεί στο επόμενο scroll. Η ενσυναίσθηση, η ικανότητα δηλαδή να νιώθουμε τον πόνο του πλησίον, πνίγεται μέσα στους αλγορίθμους. (Ας μου συγχωρεθεί η παράθεση Αγγλικών λέξεων που στα Ελληνικά μεθοδικά αποφεύγω· είναι όμως οι συνήθεις όροι στο λεξιλόγιο των νέων).
Η Κοινωνία των Ενηλίκων ως Καθρέφτης
Θα ήταν υποκριτικό να κατηγορούμε τους νέους χωρίς να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Οι έφηβοι είναι οι πιο πιστοί παρατηρητές μας. Τι βλέπουν γύρω τους; Μια κοινωνία που συχνά επιβραβεύει τον «νόμο του ισχυρού», την αλαζονεία της εξουσίας, την παράκαμψη των νόμων ως ένδειξη εξυπνάδας και την επιθετικότητα ως μέσο κοινωνικής ανόδου. Όταν ο δημόσιος λόγος βρίθει από τοξικότητα και η παρανομία βαφτίζεται «μαγκιά», οι νέοι απλώς αντιγράφουν το μοντέλο με τον δικό τους, ωμό τρόπο.
Την ίδια στιγμή, το σχολείο –ο κατ’ εξοχήν χώρος κοινωνικοποίησης– μοιάζει εγκλωβισμένο. Όταν η εκπαιδευτική διαδικασία περιορίζεται σε έναν στείρο αγώνα δρόμου για τις εξετάσεις, χάνεται ο χρόνος για την καλλιέργεια της κοινωνικής νοημοσύνης. Αν το σχολείο δεν διδάξει την ευθύνη απέναντι στον άλλο, αν δεν γίνει ανάχωμα στον εκφοβισμό, τότε μετατρέπεται μοιραία σε μια αρένα όπου κυριαρχεί η δυναμική της «αγέλης».
Από την Αντίδραση στην «Ψυχαγωγία»
Ίσως η πιο σοκαριστική διαπίστωση της εποχής μας είναι ότι η ανήλικη βία έχει πάψει να είναι «μια τυφλή αντίδραση των στερημένων». Δεν είναι τόσο το ξέσπασμα της φτώχειας ή της κοινωνικής αδικίας όπως καραμελικώς διατείνονται οι υπέρμαχοι των άκριτα ενοχικών ψυχολογισμών ή των στερεότυπων προδευτισμών. Πολύ συχνά είναι «ψυχαγωγική» (recreational violence). Τα παιδιά βιαιοπραγούν επειδή «μπορούν». Επειδή τους προσφέρει μια γρήγορη δόση αδρεναλίνης και μια αίσθηση παραβατικής αναγνώρισης και επιδοκιμασίας σε έναν κόσμο που τους φαίνεται ‘’βαρετός και ξενέρωτος’’.
Το Δύσκολο Μονοπάτι της Επιστροφής
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν θα έρθει μόνο μέσα από την αυστηροποίηση των ποινών ή την αστυνόμευση των σχολείων. Αυτά είναι ασπιρίνες σε έναν οργανισμό που νοσεί βαθιά. Χρειαζόμαστε μια συνολική επαναφορά.
Στην Οικογένεια: Με την εκπαίδευση των γονέων και στήριξη των δομών ψυχικής υγείας. Πολλοί νέοι γονείς αναπαράγουν το λάθος που έζησαν. Αν δεν έχουν κάνει τη δουλειά της αυτογνωσίας, λειτουργούν με τον «αυτόματο πιλότο»:
Στο Σχολείο: Με την εισαγωγή προγραμμάτων συναισθηματικής αγωγής και την ενδυνάμωση του ρόλου του δασκάλου ως παιδαγωγού και όχι μόνο ως μεταδότη γνώσης.
Στην Πολιτεία: Με τον έλεγχο των ψηφιακών κολοσσών και, κυρίως, με τη δημιουργία ενός οράματος για το μέλλον που δεν θα βασίζεται στον ανταγωνισμό, αλλά στη συνεργασία.
Αν δεν θέσουμε όρια στο χάος, αν δεν δώσουμε ξανά αξία στο «εμείς» έναντι του «εγώ», οι λεπίδες στις τσέπες των 13χρονων θα συνεχίσουν να μας θυμίζουν ότι η κοινωνία μας έχει αποτύχει οικτρά να προστατεύσει το πιο πολύτιμο κομμάτι της, δηλαδή το ίδιο της το μέλλον.

