ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Δεκαεπτά χρόνια απ’ την εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Γράφει η Ιωάννα Κουλούρη

Από την ημέρα που η αστυνομική βία σημάδεψε στο πρόσωπο τη γενιά μας. Θυμάμαι, αν και ήμουν μικρή τότε, να βγαίνουμε στους δρόμους και να μας πνίγει η αδικία, με το στομάχι κόμπο, σαν να λύνεται στα δύο κι ένα μυαλό που αναρωτιόταν συνέχεια «γιατί;». Σε κάθε συγκέντρωση, όσο περνούσαν τα χρόνια, χιλιάδες νέοι γινόμασταν ένα προκειμένου να φωνάξουμε οργισμένοι τα ίδια πράγματα: δεν μπορούμε να δεχτούμε άλλη βία, άλλο ψέμα, άλλη αδικία. Η 6η Δεκέμβρη του 2008 δεν ήταν απλώς μια νύχτα, ήταν μια έκρηξη συναισθημάτων, ένα καμπανάκι για τη γενιά μας. Ήταν εξέγερση. Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος έγινε σύμβολο της αστυνομικής βίας, της σκληρότητας της εξουσίας και της αδικίας που κανείς νέος δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Η δολοφονία του ήταν η σπίθα που άναψε φωτιά στις ψυχές μας κι άνοιξε τα μάτια μας ίσως για πρώτη φορά στη σαπίλα αυτού του κόσμου. Το σοκ ήταν τεράστιο. Η οργή ξεχείλιζε. Και κάπως έτσι, ρίζωσε βαθιά μέσα μας το μίσος για κάθε όργανο που έκανε κατάχρηση εξουσίας. Βγαίναμε στους δρόμους με δάκρυα στα μάτια και τις καρδιές μας να χτυπάνε σαν τρελές, φωνάζαμε για δικαιοσύνη, για αξιοπρέπεια, για ένα μέλλον που δεν έμοιαζε πια εφικτό. «Το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει» ήταν ένα από τα συνθήματα που ηχούσαν σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό που πνιγόταν στους καπνούς και τα δακρυγόνα, αλλά η οργή μας δεν έσβηνε αντίθετα, μεγάλωνε. Νιώθαμε ότι κάτι μέσα μας ξυπνούσε: το αίσθημα ότι δεν μπορούμε να μένουμε σιωπηλοί, αμέτοχοι. Οτι η φωνή μας μετράει, ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο γύρω μας, έστω και λίγο. Κι ύστερα ήρθε η κρίση. Και γίναμε η γενιά που έχει χαραγμένες μνήμες από τις νύχτες που οι γονείς μας έκλαιγαν σιωπηλά στο δωμάτιό τους, επειδή έχαναν τις δουλειές τους κι οι λογαριασμοί μαζευόταν, όσο εκείνοι, φοβούμενοι το αύριο, προσπαθούσαν να μας προστατεύσουν από την αλήθεια που δεν μπορούσαν να κρύψουν. Εμείς όμως βλέπαμε, καταλάβαιναμε, και νιώθαμε πως μεγάλωνε μέσα μας ένα αίσθημα αγανάκτησης για μια κοινωνία που αφήνει τους ανθρώπους της να πνιγούν κι αντί να τους δώσει το χέρι της, τους αρπάζει από το κεφάλι και τους βουτάει στο βούρκο πιο βαθιά. Γίναμε η γενιά των μνημονίων, των μισθών που δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά, των πολιτικών σκανδάλων, της αδικίας που μοιάζει να είναι νόμος. Φίλοι έφευγαν στο εξωτερικό, ψάχνοντας για μια ζωή που εδώ δεν τους πρόσφερε τίποτα. Άλλοι μείναμε, παλεύοντας με την απογοήτευση, αλλά πάντα θυμόμαστε εκείνους τους δρόμους, εκείνες τις νύχτες, εκείνη την οργή που μας έμαθε τι σημαίνει να μην υποχωρείς. Δεκαεπτά χρόνια μετά, κοιτάμε πίσω και βλέπουμε τις πληγές μας: την απώλεια, την αδικία, τις μάχες που δώσαμε και τις ήττες που ζήσαμε. Αλλά βλέπουμε και τη δύναμη που αποκτήσαμε, τη φλόγα που κρατάμε ζωντανή μέσα μας. Είμαστε η γενιά που ξέρει πώς είναι να βιώνει την αστυνομική βία, την κοινωνική αδικία, την οικονομική ανέχεια και ταυτόχρονα να συνεχίζει να ελπίζει, να παλεύει, να φωνάζει. Μέσα μας υπάρχει ακόμα εκείνο το έφηβο αγανακτισμένο παιδί. Εκείνο που φώναζε στους δρόμους, που έκλαιγε από θυμό και αδικία, που πίστευε ότι η φωνή του μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Το παιδί που είδε φίλους να φυλακίζονται, να ξυλοκοπούνται, που ένιωσε τον φόβο, αλλά και την ανάγκη να μην υποκύψει. Εκείνο το παιδί που μας θυμίζει να μην συμβιβαζόμαστε, να μην ξεχνάμε και να συνεχίζουμε να παλεύουμε, ακόμα κι αν κάποιες μάχες μεγαλώνοντας, αλλάζουν μορφές. Είμαστε η γενιά της μνήμης, της οργής, της ελπίδας, των πληγών και των φωνών που δεν σβήνουν. Μια γενιά που ξέρει τι σημαίνει να χάνεις, να πονάς, να αγανακτείς και να σηκώνεσαι ξανά. Και αυτή η φλόγα μέσα μας δεν πρόκειται να σβήσει. Γιατί κανένας Δεκέμβρης δεν τελείωσε ποτέ.