ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανεξέλεγκτες Δυνάμεις: Η Θεωρία σε Κρίση Γράφει ο Σπύρος Άνδρεϊτς

https://www.amazon.com/stores/Spyros%20Andreits/author/B0CD2LHNRT

 

Οι ισχυρές, αλλά και ανεξέλεγκτες δυνάμεις σε κάθε επίπεδο συνεχίζουν να κινούνται ανεμπόδιστα, αγνοώντας όσους επιμένουν ότι η πολιτική πράξη απαιτεί πολιτική θεωρία. Το καίριο ερώτημα παραμένει: πώς μπορεί μια άψογη θεωρία να εξασφαλίσει την δίκαιη πρόσβαση στους διαρκώς περιορισμένους πόρους; Σε αυτό το ερώτημα, οι αρμόδιοι παπαγαλιστές παραμένουν απόπληκτοι.

Η παγκόσμια τυποποίηση και ομοιομορφία έχει διαβρώσει την ανθρώπινη αντίληψη τον τελευταίο αιώνα, ενισχύοντας τη δεισιδαιμονία και τις τοπικές προλήψεις. Είναι σημαντικό να διακρίνουμε την εσωτερική ατομική έμπνευση από την αντικατοπτρική επιθυμία, προϊόν ομαδικού καταναγκασμού. Η προσωπική έμπνευση λειτουργεί ως ο καταλυτικός σπινθήρας που κινεί τα πράγματα προς τα εμπρός, αποτελώντας τη μοναδική αιτία πίσω από τις μεταμορφωτικές αλλαγές στον κόσμο μας.

Αντίθετα, ο μουχλιασμένος συντηρητισμός, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας ή προσήμου, αναπαράγει και διαιωνίζει ακινητοποιημένα στερεότυπα. Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει: είναι τα καινοτόμα ατομικά αιτήματα πιο ωφέλιμα από τις αδρανείς ομαδικές αξιώσεις; Η απάντηση βρίσκεται στην έντονη ιδεολογική προσπάθεια άρνησης δύο βασικών ανθρωπολογικών κριτηρίων: του πατρικού κριτηρίου της δίκαιης κατανομής βάσει της προσφοράς και του μητρικού κριτηρίου της στοργής βάσει της ανάγκης. Αυτά τα κριτήρια λειτουργούσαν ομαλά στις μικρότερες κοινωνίες, χωρίς καταναγκασμούς ή ισοπεδωτικές ερμηνείες.

Οι Διανοούμενοι και η «Αιώνια» Κουλτούρα

Τι μπορούν να αντιπροτείνουν σε αυτές τις αρχές ζωής ακόμα και οι διανοητές, οι σχετικά ανεπηρέαστοι από τον καταναλωτισμό, που επιδιώκουν τη σωτηρία τους μέσω της λεγόμενης «αιώνιας» κουλτούρας; Δεν υποστηρίζουν διαρκώς ότι αρκεί η επανερμηνεία ορισμένων προγονικών αντιλήψεων για την καθολική τους εφαρμογή σήμερα; Το πρόσφατο σόφισμά τους, ότι κινδυνεύουν να χαθούν τα ίχνη αν δεν αλλάξουμε τη μορφή τους για να γίνουν πιο σύγχρονα και ελκυστικά, έχει καταρρεύσει.

Ποια ίχνη; Τα ίχνη έχουν ήδη εξαφανιστεί από τότε που χάσαμε την ελευθερία να συζητάμε και να αποδεχόμαστε άνευ όρων τα ανόμοια στοιχεία του άλλου. Μιλάμε για μια ανεπιτήδευτη και αδιαμεσολάβητη στάση, όχι για μια θεσμοθετημένη υπαγόρευση που καταλήγει σε κενή πόζα. Ας μην ξεχνάμε: όλα τα κλειστά «λυτρωτικά» συστήματα – θρησκευτικά, πολιτικά, ιδεολογικά, οικονομικά – υπάρχουν κυρίως για να αφαιρούν και να νοθεύουν τις φυσικές μας ελευθερίες. Τα φερέφωνά τους προσπαθούν απλώς να μεταφράσουν κάθε μας ήχο και λέξη σε αυστηρά προκαθορισμένες, εγκεκριμένες διατυπώσεις. Μπορούμε όμως, παραμένοντας προσκολλημένοι σε ιδέες αμετακίνητων ταξινομήσεων, να ανοίξουμε το δρόμο για το μέλλον;

Η Ψευδαίσθηση της Ελευθερίας και ο Μύθος της Αναγκαίας Συγκόλλησης

Όπως τα περισσότερα ζώα, έτσι και οι άνθρωποι συνασπίζονται αγεληδόν όταν κινδυνεύουν. Αλλά εφόσον οι κοινωνικές δομές εξαρτώνται τόσο πολύ από αυτόν τον ισχυρό παράγοντα που δρα ως συγκολλητική ουσία, μπορεί να υπάρξει αληθινή ελευθερία, όχι απαραίτητα προς την αυτοπραγμάτωση ή την προσωπική ευδαιμονία, αλλά τουλάχιστον προς την ατομική ευζωία;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Ο δικαιολογητικός μύθος, στον οποίο οι κοινωνικές παρατάξεις οφείλουν την υπόστασή τους, είναι ο μύθος της αναγκαίας συγκόλλησης. Ωστόσο, αυτός ο μύθος, λόγω της ομαδικής του φύσης, δεν θέτει κανένα περιορισμό στην ασύδοτη κυριαρχία της κλίκας των χειραγωγών-καθοδηγητών. Αντιθέτως!

“Κι αν δεν μπορείς πια να εντάσσεις και να εντάσσεσαι;” ρωτά ξανά και ξανά ο γεμάτος αμφιβολίες φίλος, του οποίου η πίστη έχει κλονιστεί συθέμελα τα τελευταία χρόνια. Παλιά, τον καθησύχαζε η σκέψη ότι κάποτε θα μπορούσε να ενσωματωθεί πλήρως σε ένα κανονιστικό σύστημα όπου η εξουσία ασκείται μηχανικά, απόλυτα, ανεμπόδιστα και ανεξέλεγκτα. Εκεί θα έβρισκε διέξοδο η λαχτάρα του για κοινωνική και οικονομική ισότητα, αλλά και ο ανθρώπινος φθόνος του που πήγαζε από οποιαδήποτε ηθική ή πνευματική του μειονεξία. Πάντα τον πλήγωνε η συνείδηση της οριστικής του κατάταξης έξω από το σώμα των ουσιαστικά κραταιών.

Η Αναζήτηση Νοήματος και η Αλήθεια της Επιθυμίας

Αναρωτιόταν για τα τόσα περίτεχνα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να προσδώσουν θετικό νόημα ακόμα και στις πιο άθλιες προθέσεις τους. Το να ενταχθεί το θεωρούσε αναγκαίο κακό, αφού βαθιά μέσα του ένιωθε τρόμο τόσο για το κοινωνικό σώμα όσο και για μια πραγματικά στενότερη ανθρώπινη σχέση που θα τον ανάγκαζε να αποκαλύψει την αληθινή του ιδιοσυστασία μπροστά σε κάποιον άλλο.

Εξαιτίας αυτών των διλημμάτων –ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει– οι παραλείψεις, οι παύσεις, οι τροποποιήσεις στις πεποιθήσεις του ήταν συνεχείς. Μέχρι που βεβαιώθηκε ότι ένας δαίμονας που θα αντιπροσώπευε το κακό και το βέβηλο στοιχείο που τάχα θα έπρεπε να ξεριζωθεί, πραγματικός ή επινοημένος κάτω από οποιοδήποτε θεολογικό κάλυμμα ή ιδεολογικό έμβλημα, ήταν απολύτως απαραίτητος ως κινητήρια πολιτική αρχή. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησε ότι το κακό βρίσκεται στην ανταγωνιστική επιθυμία, την επιδίωξη υπερνίκησης και εξουδετέρωσης του άλλου, που είναι η ρίζα κάθε αδικίας και κάθε αμαρτίας. «Η σχέση εξουσίας βρίσκεται κιόλας εκεί όπου είναι η επιθυμία», δήλωνε εμφατικά ο Μισέλ Φουκό.

Του άρεσε συχνά να παραλληλίζει όποιον και οτιδήποτε τον ξεπερνούσε και τον ενοχλούσε με κάτι που στην κοινή συνείδηση λογιζόταν ευτελές και βλαβερό. Έτσι κατάφερνε να γελοιοποιεί και να διακωμωδεί ό,τι δεν του ήταν οικείο ή κατανοητό. Ταυτόχρονα ένιωθε την αναλογία που υπήρχε ανάμεσα σε αυτήν τη μεθόδευση και τη συμμόρφωση των ευλαβών οπαδών στα θελήματα και τα καπρίτσια ενός ανθρωπομορφικού θεού ή ενός ιδεολογικού πατερούλη, κάτι που στην ουσία ήταν το ίδιο. Δεν του ήταν ξένη η αστάθεια, η παράνοια και η έλλειψη ανοχής που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν! Ή κυρίως αυτή. Πώς να την καθηλώσεις; Πόσους ελιγμούς και συστροφές και περίεργους συσχετισμούς δεν την έβαζαν να κάνει προκειμένου να τηρηθούν τα προσχήματα; Αλλά ποιος θα αναλάμβανε το ανυπέρβλητο καθήκον να συγγράψει μια τελειωτικά ορθή γραμματική των αιώνων; Μόνο ίσως κάποιος που θα αρνιόταν να δει τα αδύναμα σημεία, τα τρωτά στον ριζικό χαρακτήρα του είδους μας. Μόνο όποιος θα μπορούσε να διασχίσει διαμιάς το αχανές διάστημα των ιδεολογικών προκαταλήψεων!

Γιατί εδώ δεν είναι απλά κάποιες λογικές παραμορφώσεις που επιβάλλονται στη σκέψη! Και τα σύνορα δεν είναι μόνο γεωγραφικά και ιστορικά. Οριοθετούνται από απελπιστικά αξερίζωτες μανίες και πρωτόγονα πάθη ζωής που έλκουν την καταγωγή τους από πολύ παλαιά και παραγκωνισμένα ορμέμφυτα.

Από την άλλη, δεν του έφταναν τα μέσα που χρησιμοποιεί η προανάκριση: συγκέντρωση, δηλαδή, των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων. Εδώ δεν μιλάμε για απλές διαιρέσεις πολιτικές και ιδεολογικές. Αλλά για κάτι πολύ βαθύτερο. Ήταν τυχαίο πως ο «εξελιγμένος» κόσμος επί τόσους αιώνες κατέπνιγε και διέστρεφε με τόση βαναυσότητα το ερωτικό ένστικτο; Ή ακόμα χειρότερα: γιατί ό,τι ήταν σημαντικό αλλά ασύλληπτο ώστε να το εντάξουν στα πεπατημένα νοητικά τους σχήματα το «πέρναγαν» στα αζήτητα με τη μέθοδο της γενικής σιωπής;

Η Κρίση των Ταξινομήσεων και η Αλήθεια του Εαυτού

«Τι κινητοποιεί και τι κεντρίζει αυτές τις σκέψεις μου;» Απορούσε ο φίλος μας με τον εαυτό του. Στην αρχή ήταν μια αμιγώς οικονομοκεντρική αντίληψη των ανισοτήτων. Κατόπιν τον θύμωνε η εξωφρενικά άδικη μοιρασιά του βιοτικού χρόνου που αναλογούσε στον κάθε άνθρωπο. Τελευταία συναισθανόταν ότι το χειρότερο ίσως από όλα ήταν κάτι εντελώς πρακτικό: να ζει κανείς σε μια εποχή που υπήρχε μια τόσο μεγάλη κρίση σίγουρων ταξινομήσεων και σταθερών κατατάξεων.

Αν δεν μπορείς να εντάσσεις και να εντάσσεσαι σε μια σταθερή κατηγορία, αν όλα είναι τόσο ρευστά, τότε γιατί να ζεις, συλλογιζόταν;

Αλλά και πάλι τον έλκυε η προσδοκία να δικαιωθούν εν ζωή οι διαρκώς ανατρεπτικές του απόψεις. Ακόμη και όσες προέρχονταν από τυχαίους συλλογισμούς. Ίσως περισσότερο αυτές! Και τότε μια ύπουλη ιδέα ανέβαινε στο κέντρο της συνείδησής του αργά και απαλά! Μήπως όλα αυτά ήταν κόλπα και τερτίπια που του έστηνε ο ίδιος του ο εαυτός, για να παριστάνει το ανακουφισμένο θύμα των περιστάσεων, και μάλιστα εκ του ασφαλούς; Μήπως αυτό ήταν πιο βολικό και καθησυχαστικό από την τρομακτική ενοχή που φέρνει πάντα η ομολογία πίστης σε κάποιες ακλόνητες και επιβλητικές βεβαιότητες;